Σερ Άλεξ, ο κορυφαίος όλων των εποχών

Σερ Άλεξ, ο κορυφαίος όλων των εποχών

Την ώρα που ο «θρύλος» της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ δίνει μάχη για τη ζωή του, ο Δημοσθένης Γεωργακόπουλος εξηγεί γιατί ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον είναι ο καλύτερος προπονητής στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Σαν σήμερα, πριν από 5 χρόνια, ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον έλεγε «αντίο» στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ανακοίνωνε την απόφασή του να αποχωρήσει από την τεχνική ηγεσία του συλλόγου, έπειτα από 27 χρόνια και την κατάκτηση 38 τίτλων. Ούτε τα τρόπαια, όμως, ούτε τα συνεχόμενα έτη στο Ολντ Τράφορντ τον καθιστούν κορυφαίο, αφού ο αγαπημένος «τσιχλάκιας» των φίλων της Γιουνάιτεντ ήταν πολλά περισσότερα από απλούς αριθμούς. Ο Φέργκιουσον ήταν «ιδέα» για το σύλλογο και επειδή αυτές τις ημέρες δίνει το μεγαλύτερο αγώνα της ζωής του, ας θυμηθούμε γιατί ο Σερ Άλεξ ήταν, είναι και θα είναι το Νο1 της προπονητικής παγκοσμίως.

Δεν τον ξεπέρασε το ποδόσφαιρο
Πρώτη φορά στον πάγκο της Γιουνάιτεντ έκατσε το 1986. Μέσα σε αυτά τα 27 χρόνια άλλαξε ο κόσμος όλος. Φυσικά και το ποδόσφαιρο. Ο Φέργκιουσον δεν έμεινε «κολλημένος» στην προπονητική της δεκαετίας του ’80, αλλά εξελίχθηκε κι αυτός μαζί της. Παρά το γεγονός πως ο ίδιος μεγάλωνε, οι ιδέες του ήταν πιο φρέσκες από πολλούς νεότερους προπονητές. Οι γενιές και ο τρόπος παιχνιδιού των αντιπάλων του άλλαζαν, όμως αυτός είχε τον τρόπο να τους ξεπερνά. Την Μπλάκμπερν στις αρχές της δεκαετίας του ’90, την Νιουκάστλ στα μέσα της δεκαετίας του ’90, την Άρσεναλ του Βενγκέρ στο ξεκίνημα της νέας χιλιετίας, μετέπειτα την Τσέλσι του Μουρίνιο και τέλος την Μάντσεστερ Σίτι των πετροδόλαρων. Ο Φέργκιουσον κατάφερε να προσαρμοστεί σε όλες αυτές τις αλλαγές και να είναι συνήθως ο νικητής. Το μαρτυρούν, άλλωστε, και οι 13 κατακτήσεις Πρέμιερ Λιγκ.

Ενέπνεε σεβασμό
Στα χρόνια της θητείας του στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, ο Φέργκιουσον είχε να διαχειριστεί πολλούς και «δύσκολους» χαρακτήρες. Από πού να αρχίσει και που να τελειώσει κανείς. Από τον Ερίκ Καντονά, τον Ρόι Κιν, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ, τον Κριστιάνο Ρονάλντο ή τον Γουέιν Ρούνεϊ; Και αυτά είναι μόνο τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Ο Σκωτσέζος ήταν τόσο ευφυής, που έκανε τους παίκτες να νιώθουν σημαντικοί και να παίζουν... για πάρτη του, δημιουργώντας μια οικογενειακή ατμόσφαιρα στα αποδυτήρια, την ώρα που άπαντες ήξεραν πως αυτός ήταν το αφεντικό (ο Μπέκαμ κάτι ξέρει γι’ αυτό με το «ιπτάμενο» παπούτσι). Π.χ. ο Καντονά είχε τσακωθεί με όλους τους προπονητές του εκτός από τον Φέργκιουσον, ενώ ακόμη και σήμερα ο Κριστιάνο Ρονάλντο τον θεωρεί δεύτερο πατέρα του. Και όλη αυτή η διαχείριση είχε θετικό αντίκτυπο στην αγωνιστική εικόνα της ομάδας.

Σωστή απόφαση, τη σωστή στιγμή
Αυτό που κάνει ξεχωριστούς τους πραγματικούς ηγέτες (είτε εντός, είτε εκτός ποδοσφαίρου) είναι πως ξέρουν να παίρνουν τη σωστή απόφαση και σε μόλις μία στιγμή να αλλάζουν τα δεδομένα. Σε έναν προπονητή, αυτό αντικατοπτρίζεται κυρίως με το κοουτσάρισμα σε έναν αγώνα. Ο Φέργκιουσον είχε την τύχη να έχει στο ρόστερ του την κορυφαία «χρυσή» αλλαγή όλων των εποχών, τον Όλε Γκούναρ Σόλσκιερ, τον οποίο πολλές φορές περνούσε στο ματς και το έφερνε «τούμπα». Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι ο τελικός του Τσάμπιονς Λιγκ, το 1999. Ο Σκωτσέζος, βλέποντας ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά, έκανε δύο αλλαγές. Σέριγχαμ και Σόλσκιερ. Οι δυο τους σκόραραν στις καθυστερήσεις και έδωσαν τρόπαιο στην Γιουνάιτεντ. Στρατηγικές αποφάσεις έπαιρνε και εκτός αγώνα, όπως η πώληση του Μπέκαμ το 2003 και η ταυτόχρονη αγορά του Κριστιάνο Ρονάλντο, δείχνοντας πως δε φοβόταν να απομακρύνει τον σουπερ σταρ του και να επενδύσει σε έναν 18χρονο.

Έκανε τα μειονεκτήματα, πλεονεκτήματα
Αυτή την πτυχή του την είχε εμφανίσει πριν καν γίνει προπονητής της Γιουνάιτεντ. Γιατί πως αλλιώς θα μπορούσε με την Αμπερντίν να κατακτήσει το κύπελλο κυπελλούχων, νικώντας στον τελικό την Ρεάλ Μαδρίτης; Ούτε στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ είχε πάντα το κορυφαίο ρόστερ, από άποψης ταλέντου ή προϋπολογισμού. Π.χ. η Τσέλσι του Αμπράμοβιτς ή η Μάντσεστερ Σίτι των Αράβων ήταν πιο ακριβές ομάδες, όμως αυτό ουδόλως εμπόδιζε το συγκρότημα του Φέργκιουσον να φτάνει στην κορυφή. Είτε με νέους και «μέτριους» παίκτες, είτε με πολλές ελλείψεις. Ο Σερ Άλεξ δημιουργούσε πάντα ένα δυνατό σύνολο, που σε συνδυασμό με τη βαριά φανέλα και τη δική του καθοδήγηση, έφερνε την ομάδα πάνω από τους αντιπάλους της. Κάποτε, λόγω ελλείψεων, είχε παρατάξει την Γιουνάιτεντ με ενδεκάδα ανάγκης και επτά (!) αμυντικούς σε ένα ντέρμπι με την Άρσεναλ (νίκη με 2-0), ενώ σε ένα ματς με την Μίλαν είχε βάλει τον Παρκ να μαρκάρει τον Πίρλο. Κάθε ατομικό μειονέκτημα, το μετέτρεπε σε ομαδικό προτέρημα.

Δημιουργία δυναστείας
Πάνω απ’ όλα για αυτόν το λόγο. Πριν τον Φέργκιουσον η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ήταν μία από τις κορυφαίες ομάδες της Ευρώπης, αν και είχε να κατακτήσει 26 χρόνια το πρωτάθλημα Αγγλίας. Στα χρόνια του Φέργκιουσον εκτοξεύθηκε, έγινε ένας πραγματικός «μύθος» στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Και όχι μόνο για τα 13 πρωταθλήματα, τα 2 Τσάμπιονς Λιγκ και τα υπόλοιπα τρόπαια. Η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ δημιούργησε τη δική της δυναστεία και έγινε η πιο δημοφιλής ομάδα στον κόσμο, με τον ίδιο πολλές φορές να αντιμετωπίζεται σαν αστέρας. Σε κάθε γωνιά του πλανήτη έκανε φιλάθλους, εκτοξεύοντας εμπορικά το brand name της, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στα έσοδα του συλλόγου. Ταυτόχρονα, διατήρησε αναλλοίωτο το συναισθηματισμό και το ρομαντισμό, που δημιουργούσε η παρουσία του στον πάγκο της ίδιας ομάδας για 27 συναπτά έτη. Το ποδόσφαιρο οφείλει ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ στον Σερ Άλεξ...