Το ροχαλητό και η Αλίκη!
Είναι κυνική και μακάβρια, αλλά εντελώς αληθινή και ρεαλιστική η άποψη ότι «καταλαβαίνεις πως γερνάς, όταν αρχίζεις να πηγαίνεις στις κηδείες των φίλων σου» η οποία μου ήρθε στο μυαλό πριν από λίγες ώρες, μαθαίνοντας ότι έφυγε από τη ζωή ένας από δαύτους...
Ο Λάκης Τσαντάς, ο ένας της ελληνικής διαιτησίας του γουότερ πόλο, αν και επειδή πήγαινε πακέτο με τον συμμαθητή, φίλο, συνάδελφο, συνοδοιπόρο και συνεταίρο του, Τάκη Παναγάκο, θαρρούσες πως αυτός ο ένας μοιραζόταν σε δυο κομμάτια...
Σαν τον Τομ και τον Τζέρι ένα πράγμα!
Αν και δεν είναι σωστό, ελέω της θλιβερής απώλειας του, με πιάνουν τα γέλια κάθε φορά που θυμάμαι τον μυθικό διάλογο ο οποίος διημείφθη ανάμεσα στον Λάκη, στον Κυριάκο Γιαννόπουλο και στην αφεντιά μου, ένα Αυγουστιάτικο βράδυ του 1986. Βολτάραμε στη Plaza de Colon της Μαδρίτης, όπου διεξαγόταν το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στο οποίο ο Λάκης είχε οριστεί να σφυρίξει ένα μεγάλο ντέρμπι της δεύτερης φάσης, που νομίζω πως ήταν ανάμεσα στη Γιουγκοσλαβία και στην Ιταλία.
Ως συνήθως η Ελλάδα εκπροσωπούνταν και από τους δυο διεθνείς διαιτητές, οι οποίοι μάλιστα ήταν συνεταίροι και σε ένα κατάστημα αθλητικών ειδών, που είχαν ανοίξει στην οδό Θεμιστοκλέους, στην Ομόνοια.
«Μεγάλο ορισμό πήρες Λάκη. Θα γίνει σφαγή» του είπε ο Κυριάκος και ο Τσαντάς κούνησε καταφατικά το κεφάλι του και αποκρίθηκε. «Και ο Τάκης όμως ορίστηκε σε ένα καλό ματς, στο Τουρνουά των γυναικών»!
Ως Απόστολος, ο Λάκης ήταν κιόλας ο ιεραπόστολος της ελληνικής διαιτησίας της υδατοσφαίρισης: δεν ήταν βεβαίως ο πιονιέρος (καθώς προηγήθηκαν οι γηραιότεροι αυτού, όπως ο Αντρέας Καλομοίρης), αλλά υπήρξε ο πιο επιτυχημένος κι εκείνος, ο οποίος έτυχε της μεγαλύτερης παγκόσμιας καταξίωσης: το να γράψω λοιπόν ότι το άθλημα στο οποίο έχω μεγάλη αδυναμία έγινε φτωχότερο, αποτελεί πλεονασμό χωρίς αντίκρισμα.
Απλώς συνειδητοποιώ με πόνο ψυχής πως γίνεται ολοένα και φτωχότερο, διότι πριν από τεσσερισήμισι μήνες είχε εκδημήσει εις Κύριον ο «Πατριάρχης» Αντρέας Γαρύφαλλος και τώρα που το σκέπτομαι, προχθές συμπληρώθηκαν 19 χρόνια από εκείνη την αποφράδα ημέρα που η θάλασσα της Παλαιάς Επιδαύρου κατάπιε τον υπεράνθρωπο Νώντα Σαμαρτζίδη...
Κλείνω την παρένθεση με τα θανατικά και προτού προχωρήσω, νιώθω πως οφείλω μια διόρθωση στον πρόλογο μου, διότι ο Λάκης (που γεννήθηκε στην Κοκκινιά το 1935) και έφυγε στα ογδόντα του, δεν μου είχε δώσει ποτέ την εντύπωση ότι (θα) γέρναγε. Ηταν στ' αλήθεια η απόδειξη πως ο Ντόριαν Γκρέι και ο Πίτερ Παν δεν αποτελούσαν αποκυήματα φαντασίας!
Τον συνάντησα για τελευταία φορά στις 19 του περασμένου Μαρτίου στο ξενοδοχείο «Divani Caravel», στην ετήσια εορταστική εκδήλωση της Κολυμβητικής Ομοσπονδίας Ελλάδος: φαινόταν καταβεβλημένος από την ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε, αλλά ήταν όπως τον θυμάμαι από το 1979 που τον πρωτογνώρισα στην πισίνα, στο Ζάππειο: γελαστός, κοτσονάτος, με τη γραβάτα του, μεε το κοστούμι του, με την καμπαρτίνα του, με τα σέα του και με τα μέα του.
Ένας αληθινός και ανεπιτήδευτος άρχοντας ήταν ανέκαθεν ο Τσαντάς και δεν έχω καμιά αμφιβολία πως με το που έφτασε στον Παράδεισο, θα έγινε τόσο φορτικός προς τον Αγιο Πέτρο, ώστε ο οικοδεσπότης θα σκέφτηκε να τον ξαποστείλει πίσω: άντε τώρα να του βρει γκαρνταρόμπα του γούστου του και πανάκριβα μεγάλα πούρα Cohiba, σαν αυτά που του έφερνε πάντοτε δώρο στα μεγάλα Τουρνουά ο Κουβανός συνάδερφος του, ο Μαρτίνεζ!
Η, άντε κάθε τρεις και λίγο να του δίνει λεφτά για να αγοράζει φορέματα, καλλυντικά και κοσμήματα στη γυναίκα του, δώρα στα παιδιά του και στους φίλους του, όπως το έκανε σε κάθε ταξίδι...
Χώρια που ο Λάκης θα ροχαλίζει του καλού καιρού κάθε φορά που πέφτει για ύπνο και θα πρέπει κάποιος να τον σκουντάει ή να τον κλοτσάει, ώστε να αναδιπλώνεται και να κάνει διαλείμματα στη...συναυλία, μπας και ο συγκάτοικος του να προλάβει να κοιμηθεί!
Αυτά δεν τα βγάζω από το μυαλό μου, αλλά τα έζησα πιτσιρικάς, το 1982 και το 1985 όταν έτυχε να μείνουμε στο ίδιο δωμάτιο ταξιδεύοντας στο Χόργκεν της Ελβετίας με τον Εθνικό Πειραιώς, για τον όμιλο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και στη Σόφια για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα...
Μου έκανε κιόλας πλάκα, λέγοντας μου «Βασιλάκη, αφού σε λένε Σκουντή ε, σκούντα με μπας και κοιμηθείς, γιατί εγώ θα ...σφυρίζω όλη νύχτα»! Ε, τι να κάνω κι εγώ ο δόλιος, τον σκούνταγα μερικές φορές ή άλλες πάλι πήγαινα πρώτος στο δωμάτιο κι ελόγου του ερχόταν αργότερα κι αφού προηγουμένως είχε γλεντήσει με τον δικό του μοναδικό τρόπο...
Μιας και το 'φερε η κουβέντα στα γλέντια, δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου την αποχαιρετιστήρια δεξίωση των Ελβετών στο Χόργκεν, μετά το τέλος των αγώνων του ομίλου: ήταν τόσο καλός χορευτής στο τάνγκο, στο βαλς και στο σέικ και τόσο γλεντζές και bon viveur ο Λάκης που όχι μονάχα δεν κατέβηκε ούτε για μια στιγμή από την πίστα, αλλά κόντεψε κιόλας να κάνει τις γυναίκες να μαλλιοτραβηχτούν για το ποια θα ανέβει στην πίστα μαζί του!
Εντυπωσιασμένος από τις επιδόσεις του γύρισα και είπα σε μια από δαύτες «ξέρετε, είναι ένας από τους καλύτερους διαιτητές του κόσμου στο γουότερ πόλο» κι αυτή με κοίταξε περίεργα και μου απάντησε: «Διαιτητής στο πόλο; Τι είναι αυτό; Εγώ ξέρω ότι είναι ο καλύτερος καβαλιέρος του κόσμου»!
Το μόνο κακό σε αυτή την υπόθεση είναι ότι δεν αξιώθηκα να πάω και να μείνω μαζί του στη Βουδαπέστη, όπου ο αστικός μύθος αναφέρει ότι ξεπερνούσε σε φήμη και αναγνωρισιμότητα ακόμη και τον Τάμας Φάραγκο!
Τους ανθρώπους, που φεύγουν (πιστεύω ακράδαντα ότι) πρέπει να τους θυμάσαι στις ευχάριστες και στις ανθρώπινες στιγμές τους κι αυτό ακριβώς επιχειρώ και σε τούτο τον ανεπιθύμητο, πλην επιβεβλημένο επικήδειο προς τον Λάκη, του οποίου η ζωή δεν ήταν μονάχα ταξίδια, καλοπέραση και γλέντια: την ίδια στιγμή στο στενό οικογενειακό περιβάλλον του βίωνε το δράμα της αναπηρίας της κόρης του, Πωλίνας και η εξωστρέφεια που τον διέκρινε ήταν ίσως η μοναδική διέξοδος του. Αλλά ήταν επίσης κι ένας σοβαρός λόγος για να μπουκάρει στα μαγαζιά για να της αγοράζει και να της δωρίζει στην επιστροφή του στο σπίτι ό,τι καλύτερο έβρισκε και γυάλιζε στο γουστόζικο μάτι του...
Τον Τσαντά τον πλασάρησε στην παγκόσμια πιάτσα του γουότερ πόλο ο Αντρέας Γαρύφαλλος, που τον πήρε κοντά του από πολύ νωρίς τόσο με τον Εθνικό, όσο και με τις Εθνικές ομάδες και του έμαθε τα κατατόπια. Δεν έκανε λάθος, ούτε έπεσε έξω ο «Πατριάρχης», καθώς ο Λάκης τον δικαίωσε και με το παραπάνω μάλιστα, όπως καταδεικνύουν και οι αριθμοί: 507 διεθνή ματς (που τα καταχωρούσε ένα προς ένα με θρησκευτική ευλάβεια στα κιτάπια του), σε πέντε Ολυμπιακά Τουρνουά, έξι Παγκόσμια πρωταθλήματα, πέντε Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, ένα Παγκόσμιο Κύπελλο, δυο διοργανώσεις Μεσογειακών Αγώνων, Παγκόσμια Πρωταθλήματα Νέων, Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα Νέων και Κύπελλα Ευρώπης (επτά τελικοί), χώρια το Πρωτάθλημα και το Κύπελλο Ελλάδος...
Πέρα από σπουδαίος διαιτητής και μετέπειτα καθηγητής, πρόεδρος της ΚΕΔ της ΚΟΕ και μέλος της Τεχνικής Επιτροπής της LEN, o Λάκης υπήρξε και εξαιρετικός κομπάρσος του σινεμά, όπου εμφανίστηκε στην πασίγνωστη κωμωδία «Η Αλίκη στο Ναυτικό», η οποία βγήκε στις αίθουσες τον Φεβρουάριο του 1961.
Ως επί το πλείστον η ταινία έχει γυριστεί πάνω στο αντιτορπιλικό «Ιέραξ», το οποίο παραχωρήθηκε το 1951 από τους Αμερικανούς στο ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό και επειδή ο τελειομανής Αλέκος Σακελλάριος ήθελε να συμμετάσχουν γνώστες του αντικειμένου ανέθεσε στον ηθοποιό Κώστα Παπαχρήστο να βρει κομπάρσους που είχαν σχέση με τα ναυτικά πράγματα...
Ο Παπαχρήστος απευθύνθηκε στον Τσαντά, ο οποίος υπηρετούσε τότε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και ο Λάκης του συνέστησε και έφερε μαζί του στα γυρίσματα και τον Τάκη Παναγάκο. Οι δυο τους εκτός από συμμαθητές και φίλοι ήταν επίσης πρωταθλητές του ναυτικού πεντάθλου και παρά το γεγονός ότι συμμετείχαν ως κομπάρσοι η παρουσία τους δεν πέρασε απαρατήρητη.
Ο Λάκης εμφανίζεται περισσότερο στην ταινία και μάλιστα οι ατάκες του παραμένουν διαχρονικές και μνημειώδεις. Είναι ο ψηλός που υποδύεται τον αρχικελευστή (εάν δεν κάνω λάθος με τους βαθμούς), ο οποίος βρίσκεται συνεχώς στο πλευρό του διοικητή της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων Λάμπρου Κωνσταντάρα και εμφανίζεται, αφού έχει αποπλεύσει το πλοίο για το εκπαιδευτικό ταξίδι ζητώντας από τους ναύτες Γιάννη Γκιωνάκη και Κώστα Βουτσά να βγάλουν το καραβόπανο της σωσίβιας λέμβου, όπου έχει κρυφτεί η Αλίκη και μάλιστα βγάζει το χέρι της και βουτάει το ψωμοτύρι του Γκιωκάκη...
Σε αυτή τη σκηνή ο Λάκης με ψαρωτικό ύφος διατάζει τους ναύτες με την εξής ατάκα: «Τακτικά, τακτικά ξεσκεπάστε το κάλυμμα της οκτακώπου», αλλά προς χάριν της οικονομίας του έργου αλλάζει γνώμη, κάνει στροφή και λέει «Η μάλλον ελάτε μαζί μου»!
Σε μια από τις επόμενες σκηνές κι ενώ ο Κωνστντάρας έχει χάσει τα γυαλιά του και δεν βλέπει την... τύφλα του, ο Τσαντάς εμφανίζεται μπροστά του με τον δίσκο του φαγητού τον οποίο του παρουσιάζει με την εξής φράση: «Ευπειθώς αναφέρω δείγμα συσσιτίου»!
Είναι τέλος αυτός, ο οποίος λυτρώνει τον Κωνσταντάρα, όταν στη στάση που έκανε το αντιτορπιλικό στον Βόλο, βγήκε και του αγόρασε τα γυαλιά για να μπορέσει να λύσει το μυστήριο της λαθρεπιβάτισσας κόρης του!
· ΥΓ: Καλό Παράδεισο, Λάκη και να είσαι σίγουρος πως αυτοί που θα σε κατευοδώσουν σήμερα στις 17:00 στο νεκροταφείο του Χαλανδρίου, θα κάνουν αυτό που έλεγες κι εσύ στην ταινία: τακτικά, τακτικά θα ξεσκεπάσουν το κάλυμμα του φερέτρου σου και θα σου προσφέρουν με μεγάλη αγάπη και με υπέροχες αναμνήσεις τον οφειλόμενο τελευταίο ασπασμό...
Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.