Γίγαντας τσέπης

Γίγαντας τσέπης

«Ζογκλέρ», «μάγος», «σβούρας», «τσίτα», «μαϊμού». Ο Θανάσης Σαραβάκος δεν ήταν τυχαία περίπτωση ποδοσφαιριστή. Έπαιξε και έζησε, με το δικό του τρόπο. Σαν ένα μεγάλο παιδί…


«Ήταν φαινόμενο ο Θανάσης. Έκανε πράγματα που για άλλους ήταν αδύνατα να φαίνονται τόσο εύκολα…». Ο Στάθης Χάιτας ήξερε πολύ κατά τον Θανάση Σαραβάκο. Οι δύο τους ήταν φίλοι, συμπαίκτες, οπαδοί της ίδιας ομάδας, ενώ κάποια στιγμή, κάθισαν παρέα και στον ίδιο πάγκο. «Μια ολόκληρη ζωή! Και τι δεν ζήσαμε μαζί. Εγώ χρωστάω πάρα πολλά στον Θανάση. Όταν πήγα στην ομάδα αυτός ήταν ήδη φτασμένος παίκτης και μου έδινε εκπληκτικές πάσες. Ο άτιμος μπορούσε να περάσει την μπάλα μέσα από καρφίτσα. Απίστευτο πράγμα. Ο μόνος που έχω δει να κάνει το ίδιο είναι ο Ζιντάν…».

Ο Φίλιππος Στάικος ανήκει στην πιο παλιά γενιά εν ζωή παλαιμάχων του Πανιώνιου. Τον Θανάση Σαραβάκο τον γνώρισε πιτσιρικά όταν πρωτοήρθε στον Πανιώνιο από Φοίβο Νέου Κόσμου. «Έφυγε από τη ζωή μια ψυχούλα!!! Ήταν τόσο γλυκός άνθρωπος, τόσο ανοιχτόκαρδος. Ένα μεγάλο παιδί. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ τόση αυταπάρνηση και όρεξη για μπάλα. Έπεφτε κάτω, έτρωγε κλωτσιές και μετά , με 1,60 ύψος, σηκωνόταν και έπαιρνε κεφαλιές από τον Λινοξυλάκη… Χαιρόσουν να τον βλέπεις τον Θανασάκη!»

Ο Θανάσης Σαραβάκος, πατέρας του Δημήτρη Σαραβάκου (εξαιτίας του οποίου απέκτησε και το παρατσούκλι «Μικρός», ως συνεχιστής του πατέρα του), γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου του 1932 στο Κουκάκι. Στα 17 του, πήρε μετεγγραφή στον Πανιώνιο και δεν έβγαλε τα κυανέρυθρα από ποτέ. Σε επτά σεζόν στην Α’ Εθνική με τον Πανιώνιο, σκόραρε 63 γκολ (σε 173 αγώνες) και είναι ο πέμπτος σκόρερ στην ιστορία της ομάδας.

Ο Στάθης Χάϊτας θυμάται τα ζογκλερικά του στο χορτάρι… «Ήταν φαινόμενο. Άνθρωπος 1,60 με τέτοια αλτικότητα δεν έχει ξαναγίνει! Πηδούσε με τα θηρία της εποχής και τους έβαζε μέσα στα δίχτυα. Ήταν πολύ γρήγορος και ήταν ικανός να περάσει τέσσερις και πέντε παίκτες στην ίδια φάση. Αλλά πάνω απ’ όλα ήταν συνεργάσιμος. Αγαπούσε αυτό που έκανε και τα έδινε όλα. Ένα καλό παιδί, ένα μεγάλο παιδί, που δεν μεγάλωσε ποτέ. Δυστυχώς είχε Αλτσχάιμερ τα τελευταία χρόνια της ζωής του…» και συνεχιζει: «Κάναμε πολύ παρέα όταν παίζαμε μαζί και μάλιστα προπονήσαμε και τον Πανιώνιο ένα φεγγάρι. Μεγάλες στιγμές! Πηγαίναμε στο γήπεδο μέχρι πρόσφατα, γιατί ο Πανιώνιος ήταν η μεγάλη του αγάπη. Η μοναδική αγάπη την οποία δεν απαρνήθηκε ποτέ. Μου έλεγε κάθε τόσο στο γήπεδο. «ρε Στάθη πώς πέρασαν τα χρόνια; Να έπαιζα τώρα, τρία γκολ σε κάθε ημίχρονο θα τους έβαζα. Από κάτω τους θα περνούσα». Έτσι είναι! Μπορούσε να κάνει τα πάντα. Ανάποδα ψαλίδια, βολ πλανέ, πλασέ… Τα πάντα! Ήταν τρομερός ο Θανάσης. Ένας από τους δέκα καλύτερους Έλληνες όλων των εποχών…»

«Άσε με να συνεχίσω και θα βάλω δυο γκολ…»
Ο Φίλιππος Στάικος έχει να θυμηθεί ένα σωρό ιστορίες από τις… τρέλες του Σαραβάκου. Οι περισσότερες δεν δημοσιεύονται! «Ο Θανάσης ήταν άνθρωπος που ήξερε να περνάει καλά. Θυμάμαι ένα βράδυ, παίζαμε στη Θεσσαλονίκη και είχαμε μαζευτεί τέσσερις πέντε συμπαίκτες στο δωμάτιό του στο ξενοδοχείο. Περνούσαμε καλά και κάναμε καλαμπούρια και κανείς μας δεν έλεγε να πάει για ύπνο. Πρέπει να ήταν πέντε τα χαράματα, όταν μπήκε στο δωμάτιο ο γενικός αρχηγός της ομάδας, και μας λέει «ρε είστε τρελοί; Έχουμε αγώνα αύριο! Πάτε για ύπνο αμέσως!» Εμείς είχαμε ξεκινήσει να παίζουμε χαρτιά και ο Θανάσης έχανε και ήθελε να ρεφάρει, οπότε του απαντάει: «Έχεις δίκιο! Άσε με όμως ναα παίξω μέχρι να τους τα πάρω πίσω και αύριο θα βάλω δυο γκολ! Αν δεν τα καταφέρω, έλα και φτύσε με…». Στο 15ο λεπτό βάζει το πρώτο γκολ και στο ημίχρονο «πετάει» και το δεύτερο. Αντί να πανηγυρίσει, έρχεται στον πάγκο και πιάνει αγκαλιά τον γενικό αρχηγό και του λέει: «Για σένα τα ‘βαλα! Επειδή με άφησες να τους κερδίσω χθες! Άντε πάω να βάλω ακόμα ένα τώρα!» Και το έκανε ο αθεόφοβος! Ήταν άλλη πάστα παίκτη ο Θανάσης. Χαιρόσουν να τον βλέπεις. Τον χάζευες!»

Ο Χάιτας και ο Σαραβάκος έπαιξαν μαζί επτά χρόνια και οδήγησαν τον Πανιώνιο στον τελικό κυπέλλου του 1961, όπου και έχασαν 3-0 από τον Ολυμπιακό με τον Σαραβάκο να «κουβαλάει» την ομάδα σχεδόν μόνος του ως το μεγάλο αγώνα. «Ξέρετε τι ήταν το πιο εντυπωσιακό με τον Σαραβάκο; Δεν σταματούσε ποτέ! Έτρεχε, σκόραρε, πάσαρε και πάλι από την αρχή. Δαίμονας. Ήταν από τους παίκτες που νόμισες ότι έχουν δεμένη την μπάλα με κορδόνι, γιατί ήταν αδύνατον να του την πάρουν οι αμυντικοί. Ήταν αρτίστας, αλλά όχι από αυτούς που κάνουν δυο μπαλιές και μετά αράζουν και περιμένουν. Αυτός έτρεχε πιο πολύ από τα χαφ! Αν είχαμε την ίδια προβολή όπως τώρα, τα γκολ και οι ντρίμπλες του, θα έπαιζαν κάθε βράδυ στα highlights. Ήταν και ο ίδιος ένα κινούμενο highlight…»

Ο Αιθίοπας και η βαλίτσα
Στα τέλη της δεκαετίας του 50, ο Πανιώνιος είχε πάει στην Αιθιοπία και έδινε αγώνες στην Αντίς Αμπέμπα, με την ελληνική ομογένεια να αποθεώνει τους «κυανέρυθρους» σε κάθε ευκαιρία. Ο Φίλιππος Στάικος θυμάται μια πλάκα που σκάρωσαν οι συμπαίκτες του στον Σαραβάκο που έμεινε στα χρονικά. «Ο Θανάσην ήταν από πολύ φτωχή οικογένεια και δεν είχε μάθει στα χρήματα και τις πολυτέλειες. Είχε ζήσει δύσκολα παιδικά χρόνια. Στην Αιθιοπία λοιπόν, οι ομογενείς, μας αγκάλίασαν από την πρώτη στιγμή. Ειδικά τον Σαραβάκο που ήταν το αστέρι της ομάδας. Του είχαν κάνει πάρα πολλά δώρα και τα είχε βάλει όλα σε μια βαλίτσα, που την πρόσεχε σαν τα μάτια του, για να τα πάρει πίσω στην Ελλάδα. Στο δωμάτιο έμενε μαζί με τον Ζαρκάδη και τον Μυλωνάκη, που αποφάσισαν να του κάνουν μια γερή πλάκα.

Τις τελευταίες μέρες που θα μέναμε στην Αφρική, ο Μυλωνάκης μπαίνει μέσα στο δωμάτιο τους, πιάνει τη βαλίτσα αγκαλιά και βάζει ένα άσπρο σεντόνι στο σώμα του και το κεφάλι του, για να μοιάζει με Αφρικάνο. Την ίδια στιγμή, ο Ζαρκάδης πιάνει τον Θανάση και του λέει: «έμαθες τι έγινε; Έχουν μπει οι Αιθίοπες στα δωμάτια και μας παίρνουν τα πράγματα. Τα έχουν ξαφρίσει όλα!». Τρελαίνεται ο Σραβάκος, και πάει τρέχοντας στο δωμάτιο. Στην είσοδο, λέει στον Ζαρκάδη να μπει πρώτος αυτός, γιατί φοβόταν, επειδή ήταν κοντός, μήπως ήταν μέσα κάποιος μαύρος. Ο Ζαρκάδης πάει να μπει κι εκείνη την ώρα βλέπει τον Μυλωνάκη με το σεντόνι και τη βαλίτσα στα χέρια να ετοιμάζεται να πηδήξει από το παράθυρο. «Τρέχα Θανάση, μας κλέβουν. Ένας μαύρος έχει αρπάξει τη βαλίτσα σου. Μπαίνει μέσα ο Σαραβάκος και φωνάζει στον Αιθίοπα - Μυλωνάκη: «Άσε κάτω τη βαλίτσα ρε! Δική μου είναι!». Εγώ είχα κρυφτεί πίσω από την πόρτα και εκείνη τη στιγμή «βουτάω» τον Θανάση από το λαιμό και βάζω το δάχτυλό μου σαν κρατάω μαχαίρι, οπότε λέει ο Σαραβάκος έντρομος: «Εντάξει ρε παιδιά. Πάρτε την τη βαλίτσα, αλλά μη μας σκοτώνετε!!!» Κλαίγαμε από τα γέλια για μέρες. Το θυμηθήκαμε και στην κηδεία του σήμερα και γελάσαμε με την καρδιά μας»

Ο Στάικος θυμάται και την άλλη, την ανθρώπινη πλευρά του Σαραβάκου. «Ο Θανάσης δεν έβγαλε ποτέ λεφτά από το ποδόσφαιρο. Ζούσε με μια σύνταξη που είχε ως φύλακας στο δήμο και από τα χρήματα που έπαιρνε, έδινε τα μισά στην κόρη του για να πληρώσει τις δώσεις του σπιτιού που είχε αγοράσει. Της είχε τρομερή αδυναμία. Γενικά είχε αδυναμία στις γυναίκες ο Θανάσης γιατί ήταν ωραίος τύπος και ευχάριστος για παρέα… Θα μας λείψει πολύ σε όλους μας! Μακάρι εκεί που πήγε να είναι πιο ευτυχισμένος, γιατί τα τελευταία του χρόνια, με την ασθένεια, ήταν δύσκολα. Στο γήπεδο πάντως, ερχόταν ως το τέλος, γιατί ήταν Πανιωνάρα ως το κόκαλο!»

Best of internet