Πότε συνειδητοποιεί ένας προπονητής ότι “τελειώνει”

Ο Βασίλης Σαμπράκος κοιτάζει αυτό που συμβαίνει με τον Ζοσέ Μουρίνιο στη Μαν.Γιουνάιτεντ και θυμάται την ρήση του Μπέλα Γκούτμαν για τον προπονητή που “τελειώνει την ημέρα που οι ποδοσφαιριστές θα δουν φόβο στα μάτια του”.  

Ενα από τα αποφθέγματα του μεγάλου Μπέλα Γκούτμαν με την μεγαλύτερη αντοχή στο χρόνο, ακριβώς επειδή περιέχει μεγάλη αλήθεια, είναι αυτό που περιγράφει την ιδιαίτερη φύση της δουλειάς του προπονητή σε μια ομάδα. “O προπονητής είναι σαν τον θηριοδαμαστή με τα λιοντάρια. Καταφέρνει να κυριαρχεί και να κατευθύνει τα ζώα όσο τους δείχνει ότι έχει αυτοπεποίθηση και δεν έχει ίχνος φόβου. Αλλά όταν εμφανίζεται στα μάτια του το πρώτο σημάδι φόβου, είναι χαμένος, χάθηκε”, είχε πει ένας εκ των κορυφαίων προπονητών στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Αυτή την μεγάλη αλήθεια την έχω βρει αμέτρητες φορές μπροστά μου παρατηρώντας τη δουλειά και την εξέλιξη της δουλειάς διαφόρων προπονητών στην πορεία του χρόνου. Διότι αυτή είναι μια μεγάλη αλήθεια, η οποία γεννά μια πολύ επίκαιρη ερώτηση: πότε και πώς συνειδητοποιεί ένας προπονητής ότι “το χάνει”;

Για τους προπονητές είναι πολύ διαφορετική η στιγμή συγκριτικά με τους ποδοσφαιριστές, όσο διαφορετική είναι άλλωστε η φύση της δικής τους δουλειάς συγκριτικά με αυτή του ποδοσφαιριστή. Του ποδοσφαιριστή του “μιλάει” το σώμα του, του “μιλούν” τα συμπτώματα της απώλειας δύναμης, εκρηκτικότητας, ταχύτητας, αντοχής, του “μιλούν” τα μειωμένα αντανακλαστικά, η συχνότητα των μυϊκών τραυματισμών, οι “άγνωστοι” πόνοι που εμφανίζονται στο κορμί του, η αύξηση του χρόνου αποκατάστασης από τραυματισμό, δηλαδή μια σειρά από έντονα σημάδια φθοράς. Δεν είναι οι ήττες, η απώλεια τίτλων, οι λιγότερες ομαδικές διακρίσεις, η απώλεια κλασσικών ευκαιριών, τα λιγότερα γκολ ή οι λιγότερες ασίστ αυτά που βάζουν τον ποδοσφαιριστή στη φάση της συνειδητοποίησης ότι έφυγε από τα χρόνια της ακμής του ή, ακόμη περισσότερο, ότι ήρθε η ώρα της απόσυρσης. Είναι κυρίως οι καθαρές ενδείξεις που λαμβάνει από το σώμα του, τα σημάδια που δείχνουν ότι πλέον υπολείπεται πολύ του καλού εαυτού του, αυτά που τον βάζουν στη διαδικασία να αντιληφθεί ότι φτάνει το τέλος.

Και πώς είναι για τον προπονητή; Σε εκείνον δεν είναι το σώμα που “μιλά”. Εδώ το ζήτημα είναι πολύ πιο σύνθετο. Τα σημάδια έρχονται από την εικόνα της ομάδας, από τα αποτελέσματα των αγώνων, από τις αποτυχημένες προσπάθειες στην επίτευξη στόχων. Και είναι συνήθως σημάδια που δείχνουν στον προπονητή ότι έχει πάψει να πείθει, να εμπνέει, να παρακινεί αποτελεσματικά τους ποδοσφαιριστές και τους συνεργάτες του, να ανανεώνει τις θεωρίες, τις τακτικές, τις μεθόδους του. Σημάδια που φανερώνουν ότι χάνει τον σεβασμό, ότι δεν τραβά, ή δεν κερδίζει την προσοχή των παικτών και των συνεργατών, ότι παύει να τους πείθει για την ορθότητα των λόγων και των επιλογών του. Σε αντίθεση όμως με το σώμα, το οποίο μιλά στον ποδοσφαιριστή ωμά και απότομα, με μια αμεσότητα που δεν σηκώνει αμφισβήτηση και δεν απαιτεί πολύ χρόνο για να γίνει κατανοητή, όλα τα παραπάνω δεν εμφανίζονται μεμιάς στον προπονητή. Και στην αρχή τα σημάδια είναι τόσο αχνά, που γίνονται και παραμένουν αμφισβητήσιμα, ειδικά για έναν προπονητή με μεγάλο “εγώ”, το οποίο αρνείται την αμφισβήτηση και αποκλείει κάθε συζήτηση και ανάλυση των δεδομένων – συμπτωμάτων της αναποτελεσματικότητας.

Κοιτάζεις και μελετάς από απόσταση τη δουλειά του Ζοσέ Μουρίνιο στην Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, η οποία έρχεται ως συνέχεια της προηγούμενης δουλειάς του στην Τσέλσι. Θυμάσαι ότι η τρίτη σεζόν του στην 2η θητεία του στην Τσέλσι ήταν το πρώτο σημάδι αποτυχίας. Και στέκεσαι σήμερα απέναντι στη θέα ενός προπονητή, ο οποίος στα τελευταία του 27 παιχνίδια έχει κάνει όσες ήττες (13) είχε κάνει στα προηγούμενα 135 παιχνίδια του. Αν επρόκειτο μόνο για αποτελέσματα και μάλιστα με την ίδια ομάδα, πιθανόν η συζήτηση να μην είχε νόημα και να μην δημιουργούσε καν την ερώτηση που κυριαρχεί μετά την Humiliated One συμπεριφορά του στο Σταμρφορντ Μπριτζ μετά το 4-0 από την Τσέλσι. Ο Πορτογάλος όμως έχει βάλει αυτό το πρώτο, προβληματικό, δείγμα της Γιουνάιτεντ που προσπαθεί να φτιάξει πλάι στο άκρως προβληματικό δείγμα της παρηκμασμένης Τσέλσι που παρουσίασε στην περίοδο 2015-'16. Γι' αυτό και γίνεται πλέον πρωταγωνιστής σε δημοσιεύματα που αμφισβητούν τις ιδέες του, τις μεθόδους του, ακόμη και την ρουτίνα της δουλειάς του, όπως συνέβη σήμερα με ένα ρεπορτάζ των “Times”, που παρουσιάζει τους ποδοσφαιριστές της Γιουνάιτεντ σοκαρισμένους με τη διαπίστωση ότι ο Μουρίνιο αφήνει τη βασική δουλειά των προπονήσεων στον – συνεργάτη του – Ρουί Φαρία και επιλέγει είτε να την παρακολουθήσει από την άκρη του τερέν είτε να αποσυρθεί στο γραφείο του στο Carrington.

Αποψη στο παραπάνω δεν μπορεί να έχει σχηματίσει κάποιος που δεν παρακολουθεί καθημερινά τη δουλειά του Πορτογάλου στο προπονητικό κέντρο της Γιουνάιτεντ. Το σχέδιο παιχνιδιού που εμφάνισε η ομάδα του όμως στην εξέλιξη του αγώνα με την Τσέλσι δεν δείχνει προπονητή με αναποτελεσματικότητα στη διδαχή και τη μεταδοτικότητα της ιδέας του για την δημιουργία και την παραγωγή παιχνιδιού. Τον ακούς να διηγείται εκ των υστέρων τις επιλογές που έκανε στην ανάπαυλα προκειμένου να εκμεταλλευτεί τον χώρο που θα του έδινε μια Τσέλσι που θα στηνόταν να περιμένει τη Γιουνάιτεντ συμπαγής στο αμυντικό της μισό και διακρίνεις μεγάλη σύμπτωση ανάμεσα στον προφορικό λόγο που περιγράφει το πλάνο και τα όσα είδες από τη Γιουνάιτεντ. Με απλά λόγια, μολονότι τα ατομικά λάθη έφτιαξαν το 2-0 και ανέτρεψαν το αρχικό πλάνο του Μουρίνιο, η Γιουνάιτεντ αποδείχθηκε προετοιμασμένη, δηλαδή δουλεμένη, για να αλλάξει πλάνο και να παίξει αλλιώς, αναλαμβάνοντας το ρίσκο να τιμωρηθεί για το παιχνίδι κατοχής που θα έκανε απέναντι σε μια ομάδα που ξέρει να παίξει πολύ καλά αυτό το παιχνίδι υπομονής και κόντρα επίθεσης.

Καθαρό πλάνο προπονητή, το οποίο υπηρετείται αποτελεσματικά, η Γιουνάιτεντ είχε δείξει και στο προηγούμενο παιχνίδι της στην Premier League, στην έδρα της Λίβερπουλ. Κι ήταν άλλου είδους παιχνίδι από αυτό που επιχείρησε να παίξει απέναντι στην Τσέλσι. Κι όλα αυτά δεν γίνεται να βγουν στο τερέν αν ο προπονητής και το επιτελείο του δεν δουλεύουν πολύ και αποτελεσματικά.

Δεν είναι καθόλου απίθανο να ισχύει απολύτως αυτό που κατάγραψε σήμερα το ρεπορτάζ των Times, δηλαδή να μην έχει μεγάλη και ενεργή συμμετοχή στην καθημερινότητα των προπονητικών ασκήσεων ο Μουρίνιο. Συμβαίνει με πάρα πολλούς μάνατζερς στην Αγγλία, τη Γερμανία, την Ισπανία να αφήνουν ακόμη και τα ευαίσθητα κομμάτια, της τακτικής, στους συνεργάτες τους. Συνέβαινε στον Μουρίνιο από τον καιρό του στην Πόρτο, διότι στην πραγματικότητα ο Πορτογάλος ήταν ένας από τους πρώτους, και σίγουρα ο πρώτος στην Πορτογαλία, που αντιλήφθηκαν διαφορετικά τη φύση της δουλειάς του προπονητή. Εφυγε από τον παραδοσιακό, παρωχημένο ρόλο του προπονητή που έκανε μόνος του τα πάντα την ώρα της προπόνησης και εξελίχθηκε σε διευθυντή του επιτελείου που ασχολείται με το ποδόσφαιρο μιας ομάδας, το οποίο διαρκώς μεγαλώνει και περιλαμβάνει επιστήμονες απασχολούμενους σε διαφορετικές ειδικότητες. Δεν είναι λοιπόν αυτό ένα σημάδι ότι ο Μουρίνιο έχει κορεστεί, ή ότι το ενδιαφέρον του για τη δουλειά έχει ατονίσει. Δεν κρίνεις από αυτό αν έχει επαναπαυτεί ή – πολύ περισσότερο – αν έχει ξεπεραστεί από την εξέλιξη και επιμένει σε παρωχημένες μεθόδους.

Αν κάποιο ανησυχητικό σημάδι είναι ευδιάκριτο, είναι αυτό της στασιμότητας και της επανάληψης, της μη εξέλιξης που δείχνει τόσο η μέθοδός του στα mind games όσο και οι στρατηγικές που ακολουθεί η ομάδα του στη φάση της άμυνας και στη φάση της επίθεσης. Ο δημόσιος λόγος του δεν προκαλεί όσο πριν, ίσως επειδή η ένταση του λόγου είναι χαμηλότερη όταν τα αποτελέσματα δεν είναι θετικά. Τους τελευταίους μήνες μας έχει συνηθίσει να τον βλέπουμε στη θέση να υπερασπίζεται εαυτόν και να υπενθυμίζει τις επιτυχίες του. Μας έχει συνηθίσει σε μια φάση άμυνας, διότι δεν βγαίνει πλέον στην επίθεση. Και περίπου το ίδιο συμβαίνει με το παιχνίδι της ομάδας του. Η Γιουνάιτεντ δεν βγάζει ένταση στο παιχνίδι της, με την εξαίρεση ίσως του ματς με τη Λίβερπουλ, σε διαστήματα του οποίου αμύνθηκε με ένταση. Και η δημιουργία του παιχνιδιού, που κάποτε έμοιαζε και ήταν πρωτοποριακή, με την κατοχή της μπάλας που ξεκούραζε τους παίκτες, το άμεσο transition, τα τρίγωνα που σχημάτιζαν οι παίκτες του στο μεσαίο ή το επιθετικό 1/3 του τερέν για να διασπάσουν κλειστές άμυνες, σήμερα είναι ίδια. Και μένει ίδια σε μια εποχή που στην Αγγλία, και όχι μόνο, κυκλοφορούν πολλοί προπονητές που παρουσιάζουν εξέλιξη του ποδοσφαίρου. Μένει στάσιμη.

Στο παιχνίδι με την Τσέλσι ο παρατηρητής έβλεπε σημάδια βελτίωσης, που έκαναν το παιχνίδι της Γιουνάιτεντ πιο λειτουργικό και αποτελεσματικό στον δημιουργικό τομέα. Την ίδια ώρα όμως έβλεπες απέναντι μια ομάδα, της οποίας ο – επίσης νεοφερμένος - προπονητής έφτασε προ 2 εβδομάδων να παρουσιάζεται ως το φαβορί για την επόμενη απόλυση, να δείχνει μεγαλύτερα σημάδια προόδου. Από την ημέρα που άλλαξε το σχηματισμό και αμύνεται με τρεις, ο Κόντε έχει αρχίσει να παρουσιάζει μια Τσέλσι που αμύνεται πιο αποτελεσματικά και επιτέλους αρχίζει να αποκτά την ένταση – σήμα κατατεθέν της Γιουβέντους που είχε φτιάξει ο Ιταλός προπονητής. Και την ίδια ώρα παρουσιάζει έναν Αζάρ καλύτερο του περσινού, έναν Μάτιτς καλύτερο του περσινού, έναν Ντιέγκο Κόστα που ζεστάθηκε μετά το θερινό ξενέρωμα που τον ήθελε “φευγάτο” και έναν Καντέ που έχει κοστίσει περίπου το 1/3 του Πογκμπά και για την ώρα επηρεάζει το παιχνίδι της ομάδας του πολύ περισσότερο από όσο το επιτυγχάνει η ακριβότερη μεταγραφή ever. Κι αυτή η σύγκριση είναι που θαμπώνει την εικόνα της δουλειάς που παρουσιάζει ο Μουρίνιο. Στη δεδομένη στιγμή, η εικόνα της Τσέλσι, της Λίβερπουλ, της Σίτι, της Αρσεναλ, της Τότεναμ είναι υψηλής προπονητικής ευκρίνειας. Αντίθετα η εικόνα της Γιουνάιτεντ είναι θολή.

Η ανάλυση της ιστορίας της προπονητικής δείχνει ότι είναι πολύ σπάνιο είδος ο προπονητής με διάρκεια μεγαλύτερη της 10ετίας στο κορυφαίο επίπεδο. Υπάρχουν όμως και προπονητές που έκαναν, μετά την 10ετία, ένα “διάλειμμα” προτού επιστρέψουν και διαγράψουν έναν δεύτερο επιτυχημένο κύκλο. Συμπτωματικά ή όχι, η σημερινή πτώση του Μουρίνιο άρχισε λίγο μετά τη συμπλήρωση μιας πολύ επιτυχημένης 11ετίας. Η βαρύτερη ήττα που έχει υποστεί στην Αγγλία, αυτό το 4-0, είναι πολύ πιθανό να αποδειχθεί σημείο καμπής για την επιστροφή του στο κορυφαίο επίπεδο, αν ο Πορτογάλος αποδείξει στο εγγύς μέλλον ότι δεν έχει ξεπεραστεί. Διαφορετικά μπορεί να αποδειχθεί ότι ήταν ακόμη ένα σημείο αναφοράς στην περίοδο της πτώσης, η οποία είναι βέβαιο ότι θα είναι για αυτόν όσο ηχηρή και θορυβώδης ήταν και η περίοδος της ακμής. Ενοχλούσε πολλούς, που σήμερα περιμένουν να στήσουν γλέντι πάνω στο “πτώμα” του. Γι' αυτό και ο κρότος της πτώσης θα έχει την ίδια ένταση με τον κρότο της αυτοανάδειξής του σε Special One.

Εχω ζήσει από αρκετά κοντά προπονητή που πέρασε από την εποχή της μεγάλης ακμής, που διήρκεσε περίπου μια 10ετία, στην εποχή της παρακμής, η οποία ήταν μακρά και οδυνηρή ακριβώς επειδή εκείνος δεν μπόρεσε να αντιληφθεί εγκαίρως ότι είχε ξεπεραστεί από την εξέλιξη του ποδοσφαίρου. Αν έπρεπε να απομονώσω ένα από τα διδάγματα που πήρα από αυτή την εμπειρία, είναι κυρίως αυτό: ο προπονητής ξεπερνιέται όταν το ποδόσφαιρο παύει να τον προκαλεί, να τον κρατά σε εγρήγορση, να τον τραβά σε υπερβάσεις, να τον αναζωογονεί, να τον κρατά ανήσυχο προκειμένου να μάθει και να εξελιχθεί, να τον κρατά διαρκώς ξύπνιο για να ασχολείται με τις λεπτομέρειες, με τον έλεγχο της κατάστασης, με την βελτίωση της επικοινωνίας, με τη δημιουργία νέων κινήτρων. Είναι μια από τις πιο απαιτητικές θέσεις μάνατζμεντ, από τις πιο απαιτητικές ευθύνες στην διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού. Κι είναι απαράβατος κανόνας το “μην επιτρέψεις να σε πιάσουν αδιάβαστο, διότι εκείνη την ημέρα μπαίνεις στην εποχή της αμφισβήτησης των εντολών και των αρχών σου”. Για τον Μουρίνιο, ο οποίος βάσισε μεγάλο μέρος της ιδέας του για την προπονητική μέθοδο στις ηγετικές ικανότητές του, η απάντηση στην “ξεπεράστηκε;” ερώτηση κρύβεται στις απαντήσεις που θα δώσει στην διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού του. Αν δεν βγάλει άκρη άμεσα με τον Πογκμπά, τον Ζλάταν, τον Ρούνεϊ, αν δεν αποβάλει άμεσα τον φόβο του λάθους που διακατέχει τον Μπλιντ, τον Ρόχο, τον Σμόλινγκ, τον Φελαϊνί, αν δεν καταφέρει να δημιουργήσει και να ενισχύσει το ομαδικό πνεύμα και κυρίως να ερεθίσει τους ποδοσφαιριστές του για να απαντήσουν ότι είναι ικανοί να αποτελούν μέλη μιας επιτυχημένης Γιουνάιτεντ, το τέλος της σεζόν θα τον βρει να αμφιβάλει και ο ίδιος πλέον για το αν παραμένει αποτελεσματικός. Είτε θα εξακολουθεί να βρίσκεται στη Γιουνάιτεντ είτε όχι.

Μέλη της Γιουνάιτεντ του Σερ Αλεξ έσπευσαν ήδη να “κράξουν” τους σημερινούς ποδοσφαιριστές για το “κουράγιο” που είχαν να χαμογελούν και να ανταλλάσσουν φανέλες με τους παίκτες της Τσέλσι μετά την 4αρα, ενθυμούμενοι μια ιστορία με τον Φέργκιουσον να μαλώνει τον Φαν Νίστελρόι επειδή είχε αλλάξει φανέλα με παίκτη της Σίτι μετά από ήττα και να προειδοποιεί τους πάντες στα αποδυτήρια ότι “ο επόμενος που θα δω να ανταλλάσσει φανέλα με αντίπαλο δεν θα ξαναπαίξει στην ομάδα μου”. Ο Μουρίνιο επέλεξε να μείνει σιωπηλός. Συνεπής στο “σηκώστε ψηλά το κεφάλι” νεύμα που έκανε στους παίκτες του στη στιγμή του 4ου γκολ της Τσέλσι. Και η συνέχεια αναμένεται, από αύριο, με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.