Φέρεντς Πούσκας: Ο «προφήτης» της τελειότητας

Γεννήθηκε σαν σήμερα το 1927, έπαιξε πριν δεκάδες χρόνια, όμως ο χαρακτήρας και τα κατορθώματα του τραβάνε έως σήμερα διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους πολύ καλούς και τους σπουδαίους. Ο Δημήτρης Ρούσσος γράφει για τον Φέρεντς Πούσκας και το τόσο ταιριαστό παρατσούκλι του.

Είναι, σίγουρα, υποκειμενικό ζήτημα η άποψη του καθενός για τον κορυφαίο παίκτη όλων των εποχών. Για κάποιον όμως, που καθιερώθηκε ως «καλπάζων συνταγματάρχης» στα κιτάπια της ποδοσφαιρικής ιστορίας, δεν γίνεται να αρνηθεί κανείς πως ανήκει στην ελίτ. Αυτός ήταν ο Φέρεντς Πούσκας, μέλος μιας υπέροχης Εθνικής Ουγγαρίας, ηγέτης της σπουδαιότερης ουγγρικής ομάδας που εμφανίστηκε ποτέ, με ρεκόρ σκοραρίσματος που σήμερα πετυχαίνουν ο Μέσι και ο Κριστιάνο Ρονάλντο και προκαλούν «παραλήρημα» στους ποδοσφαιρόφιλους ανά τον πλανήτη.

Ο συμπαίκτης του στην Εθνική, Τζένο Μπουζάντσκι, είχε πει πως «αν ένας καλός παίκτης έχει τη μπάλα, έχει συνήθως τρεις διαφορετικές επιλογές. Ο Πούσκας ήταν ο μόνος που έβλεπε τουλάχιστον πέντε». Δεν ήταν ο μόνος που τον παραδεχόταν. Σχεδόν όλοι οι κατά καιρούς συμπαίκτες του τόνιζαν την επιρροή του στα πλάνα των προπονητών, καθώς μιλούσε διαρκώς για τακτικές, κινήσεις και συστήματα στο γήπεδο. Πολλές φορές γκρίνιαζαν γι’ αυτό, όμως ποτέ δεν τον κατηγόρησαν ως ατομιστή. Αναγνώριζαν στο πρόσωπο του μια αυθεντία που μετέτρεπε το «καλό» σε «εξαιρετικό» και μια καλή ομάδα σε πρωταθλήτρια.

Γεννημένος στη Βουδαπέστη σαν σήμερα, 1η Απριλίου του 1927, ξεκίνησε να κλωτσά το τόπι στην Κίσπεστ, μετέπειτα Χόνβεντ, δείχνοντας από τότε για ποιό λόγο θα έμελλε να οδηγήσει ανυπόληπτο ως τότε ποδοσφαιρικά έθνος σε «παγκόσμια» μεγαλεία και πρωτοπορίες που θα μνημονεύονταν για (πάρα) πολλά χρόνια αργότερα.

Σέντερ φορ, μάλλον «φτιαγμένος» για τη θέση, ξεκίνησε να «σαρώνει» ρεκόρ και διακρίσεις σχεδόν άμα τη εμφανίσει του στα γήπεδα. Από νωρίς, μόλις απ' τα 12, ο θρυλικός Μπέλα Γκούτμαν τον ανέδειξε στη δυνατότερη ομάδα της Ουγγαρίας, την Κίσπεστ, που του προσέφερε συμβόλαιο. Το 1943 έπαιξε για πρώτη φορά με τη φανέλα της, ενώ γρήγορα αναδείχθηκε σ' έναν απ' τους κορυφαίους παίκτες του συλλόγου.

«Καλπάζων Συνταγματάρχης»

Η επονομασία «στρατηγός» ή «συνταγματάρχης», που τον συνοδεύει σε κάθε αναφορά στα βιβλία της ιστορίας του ποδοσφαίρου, έχει αίτια τόσο αθλητικά, όσο και πολιτικά. Στη σοβιετική Ουγγαρία της εποχής, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας της χώρας αποφάσισε το 1949 πως η Κίσπεστ θα αποτελούσε την επίσημη ομάδα του καθεστώτος, αλλάζοντας το όνομα της σε Χόνβεντ, που στα ουγγρικά μεταφράζεται σε «εθνική άμυνα». Όλοι οι παίκτες απέκτησαν στρατιωτικές ονομασίες και κατατάχθηκαν σε βαθμίδες. Η ικανότητα του Πούσκας να καθοδηγεί, να δίνει το παράδειγμα και να υπερέχει σε ποιότητα, οξυδέρκεια και αποτελεσματικότητα, τον κατέταξαν εύλογα επικεφαλής…

Συνολικά, η εύνοια του καθεστώτος στη Χόνβεντ ανέδειξε μια κυρίαρχη δύναμη στο ποδόσφαιρο της δεκαετία του '50, σε ευρωπαϊκό επίπεδο. «Κορμός» της ήταν φυσικά οι καλύτεροι διεθνείς, αυτοί που έγραψαν σελίδες δόξας στην ιστορία της Εθνικής Ουγγαρίας. Ο αρχηγός Πούσκας, μαζί με τους Κόκτσις, Μπότζσικ, Κτσίμπορ, Γκρόσικτς και άλλους σπουδαίους παίκτες της εποχής συνέθεταν την επονομαζόμενη «Χρυσή Ομάδα», ή αλλιώς τους «Υπέροχους Μαγυάρους» («Mighty/ Magnificent/ Magical Magyars»).

Η αρχηγική παρουσία του εκπληκτικού Πούσκας και η συμμετρία ενός πολύ ποιοτικού συνόλου, που παρουσίασε τα πρωτόλεια του ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου του Μίχελς, του Κρόιφ και του Άγιαξ της δεκαετίας του '70, κατέταξε την Ουγγαρία σε μια εκ των καλύτερων εθνικών ομάδων παγκοσμίως. Απ' το 1950 έως το 1956 η «Χρυσή Ομάδα» κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς αγώνες το 1952 και μέτρησε συνολικά 42 νίκες, 6 ισοπαλίες και μόλις μια ήττα. Δυστυχώς, αυτή έμελλε να είναι στο σημαντικότερο παιχνίδι της ιστορίας της, στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου 1954 απ' τη Δυτική Γερμανία. Εκεί συντελέστηκε το «Θαύμα της Βέρνης» για τους Γερμανούς, που κέρδισαν με 3-2 αν και βρέθηκαν με πίσω με 0-2 στο 8ο λεπτό, εκεί χάθηκε και η μεγάλη ευκαιρία για την Ουγγαρία να κατακτήσει το Μουντιάλ, σ' ένα μοναδικό «ραντεβού» με την ιστορία, απ' αυτά που «κανονίζονται» μια φορά σε μια αιωνιότητα...

Όσο για τον «συνταγματάρχη»; Αν τα 84 γκολ σε 85 συμμετοχές με την Εθνική καταμαρτυρούν την επίδραση του στο παιχνίδι, είναι απλά ένα κομμάτι των κατορθωμάτων του. Με τη Χόνβεντ κατέκτησε 5 πρωταθλήματα σε 12 σεζόν (1943 – 1955), «διαλύοντας» κάθε ρεκόρ σκοραρίσματος. Τελειώνοντας χρονιές έως και με 50 γκολ, στην καλύτερη επίδοση στον κόσμο εκείνη τη σεζόν, έφτασε τα 352 σε 341 συμμετοχές, αναδείχθηκε καλύτερος παίκτης της Ευρώπης (1953), απέκτησε δικαιωματικά θέση σε μια απ' τις καλύτερες ομάδες της Γηραιάς Ηπείρου, σ' ένα καλύτερο πρωτάθλημα, όπου έμελλε να γράψει τη δική του ιστορία... Ξανά πάντως -και- για πολιτικούς λόγους

Αντιρρησίας συνείδησης

Το 1956 η Χόνβεντ συμμετείχε κανονικά στο Κύπελλο Πρωταθλητριών, παίζοντας με τη Μπιλμπάο στον πρώτο γύρο. Ηττήθηκαν στην Ισπανία με 3-2, όμως πριν τον επαναληπτικό της Βουδαπέστης ξέσπασε η «Ουγγρική Επανάσταση» κατά του σοβιετικού καθεστώτος της χώρας. Οι εχθροπραξίες και το εμφυλιακό κλίμα οδήγησε τους παίκτες της Χόντβεντ να ζητήσουν τη διεξαγωγή του αγώνα στο Χέιζελ των Βρυξελλών, αρνούμενοι να επιστρέψουν στη Βουδαπέστη, διαμαρτυρόμενοι για το καθεστώς διακυβέρνησης. Εκεί ο Πούσκας σκόραρε, όμως η ισοπαλία (3-3) σήμανε τον αποκλεισμό της ομάδας του απ’ τη συνέχεια της διοργάνωσης.

Τα «αστέρια» της Χόνβεντ αποφάσισαν, παρά την αντίθεση της FIFA και της Ομοσπονδίας της χώρας, να κάνουν τουρνέ στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική για να μαζέψουν χρήματα για την πατρίδα τους που δοκιμαζόταν. Ταξίδεψαν στην Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία και τη Βραζιλία, όπου έμελλε να αγωνιστούν για τελευταία φορά όλοι μαζί. Μετά την επιστροφή τους στην Ευρώπη, χωρίστηκαν σε όσους έμειναν στην Ουγγαρία και σ’ όσους έφυγαν για άλλα πρωταθλήματα. Ανάμεσα τους ήταν και ο «στρατηγός» και η «τυχερή» της υπόθεσης ήταν η Ρεάλ Μαδρίτης…

Η Μίλαν και η Γιουβέντους προσπάθησαν να τον αποκτήσουν, όμως η UEFA του επέβαλλε διετή αποκλεισμό για την άρνηση του να επιστρέψει στη Βουδαπέστη. Ο Πούσκας έμεινε έως το 1958 δίχως ομάδα, κάτι που οδήγησε πολλούς να τον απορρίψουν μετά το πέρας της τιμωρίας του, αφού ουδείς ήταν βέβαιος για την κατάσταση του μετά την απραξία. Τελικά, στα 31 του, έγινε «κάτοικος» Μπερναμπέου και μαζί με τον Αλφρέδο Ντι Στέφανο έμελλε να αφήσει εποχή.

Ένας «συνταγματάρχης» και μια «βασίλισσα»

«Τι σημασία έχει που δεν χρησιμοποιώ καθόλου το δεξί; Έτσι κι αλλιώς, πάντα με ένα πόδι κλωστάς τη μπάλα, οπότε δεν χρειάζεται να είσαι το ίδιο καλός και με τα δυο», είχε πει κάποτε ο ίδιος ο Πούσκας, απαντώντας στα σχετικά σχόλια. Μάλλον είχε... δίκιο. Τα τέσσερα βραβεία Pichichi μιλούν από μόνα τους για τα έργα του στη Μαδρίτη: σε 180 συμμετοχές σκόραρε 156 φορές, ενώ πανηγύρισε 5 φορές το πρωτάθλημα Ισπανίας, 3 φορές το Κύπελλο Πρωταθλητριών και μια φορά το Διηπειρωτικό Κύπελλο, σε μια υπέροχη «έκδοση» της Ρεάλ, με εμβληματικούς παίκτες που καθιέρωσαν το χαρακτηρισμό «βασίλισσα» για την ομάδα. 

Το 1962 «ανάγκασε» με τα κατορθώματα του την ισπανική Ομοσπονδία να του δώσει την υπηκοότητα της χώρας, ενώ έπαιξε με τους «φούριας ρόχας» στο Μουντιάλ του 1962, μπαίνοντας σε μια ξεχωριστή κατηγορία ποδοσφαιριστών που αγωνίστηκαν με δυο Εθνικές Ομάδες!

Το πέρασμα του απ’ την Ελλάδα

Το 1966 αποσύρθηκε απ’ την ενεργό δράση κι αμέσως ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα, που πάντως δεν ήταν το ίδιο επιτυχημένη μ’ αυτή που κατέγραψε ως παίκτης. Η μεγαλύτερη επιτυχία του συνδυάστηκε με μια απ’ τις ιστορικότερες στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, όταν οδήγησε στον Παναθηναϊκό στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Γουέμπλεϊ το 1971, όπου έχασε απ’ τον Άγιαξ με 2-0. Εξάλλου, το πέρασμα του απ’ την Ελλάδα συνδυάστηκε με την παρουσία του στον πάγκο της ΑΕΚ τη σεζόν 1978-79.

Έφυγε απ’ τη ζωή το 2006 από πνευμονία, ενώ απ’ το 2000 διαγνώστηκε με Άλτσχάιμερ… Οι στρατιωτικές τιμές που του αποδόθηκαν στην κηδεία του ήταν αντίστοιχες ενός πραγματικού ηγέτη, που στη «μάχη» ξεχώριζε τόσο για την ποιότητα, όσο και για την ικανότητα του να συμπαρασέρνει ένα σύνολο, μια ομάδα, στο θρίαμβο, στη νίκη.

Δεν είναι τυχαία τα λόγια του Γκιόργκι Καρπάτι, Ούγγρου πρωταθλητή του πόλο: «Όταν λέμε Ουγγαρία, εννοούμε Πούσκας. Αν ταξιδέψεις στη Βενεζουέλα, στη Νάπολη ή στην Αυστραλία και πεις τη λέξη «Ουγγαρία», όλοι θα σκεφτούν τον Πούσκας. Αυτό τα λέει όλα»…

Puskas: La leyenda

Ferenc Puskás Top Goals & skills Hungarian Fox HD