Το χαμένο είδωλο της Σλοβακίας

Το χαμένο είδωλο της Σλοβακίας

Η Σλοβακία συνεχίζει στο Εuro 2016, όμως η 23η Ιουνίου είναι μέρα πένθους για το ποδόσφαιρο της χώρας. ο Θάνος Σαρρής γράφει από το Παρίσι για την τραγική περίπτωση του Πίτερ Ντουμπόβσκι, ο οποίος εμπνέει τους συμπατριώτες του.

Ο Μάρεκ Χάμσικ και οι «γνωστοί» μας Μίροσλαβ Στοχ και Ρόμπερτ Μακ έχουν αναδειχθεί στο παρελθόν καλύτεροι παίκτες της χρονιάς στη Σλοβακία. Ειδικά ο μέσος της Νάπολι θεωρείται ο μεγάλος ηγέτης αυτής της φουρνιάς, ο άνθρωπος που συνέδεσε το όνομά του με την παρθενική παρουσία της χώρας σε Μουντιάλ, το 2010, καθώς και με τη φετινή πρόκριση στο Εuro. Ρωτώντας του Σλοβάκους όμως για τον ποδοσφαιριστή που έχουν περισσότερο στη συνείδησή τους ως το μεγαλύτερο ταλέντο που γέννησε η χώρα, θα σου πουν πιθανότατα τον Πίτερ Ντουμπόβσκι. Οι προαναφερθέντες παίκτς, έχουν στο σπίτι τους κάτι για να τους το θυμίζει. Το βραβείο που κέρδισαν έχει το όνομα του αδικοχαμένου συμπατριώτη τους και μια φανέλα της εθνικής με το όνομά του.

Ο «Ντούμπακ» έδειξε από μικρός που μπορεί να φτάσει. Ήδη στα 17 του έπαιζε βασικός στην πρώτη ομάδα της Σλόβαν. Έγινε διεθνής δύο χρόνια αργότερα, στην τότε ομάδα της Τσεχοσλοβακίας. Δεκαράκι με εκπληκτική τεχνική, διορατικότητα και ικανότητα να  κάνει... πλάκα στις αντίπαλες άμυνες. Το 1982, σε ηλικία 20 ετών, σκόραρε 27 φορές για να οδηγήσει τη Σλόβαν στο πρωτάθλημα. Ένα χρόνο αργότερα, στην τελευταία λίγκα πριν τη διάλυση της Τσεχοσλοβακίας, βρήκε δίχτυα 24 φορές και πήρε τον τίτλο του παίκτη της χρονιάς. Ήταν σαφές πια ότι  το ταλέντο του είχε ξεπεράσει τα σύνορα της Ανατολικής Ευρώπης. «Ο Πίτερ ήταν γεννημένος ποδοσφαιριστής. Είχε χάρισμα από τον Θεό. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που έχει βγάλει ποτέ η Σλοβακία», λέει στους Times, οι οποίοι πρόσφατα ασχολήθηκαν με την περίπτωσή του, ο Ντούσαν Γκάλις, πρώην προπονητής του Ντουμπόβσκι στην Σλόβαν.

Ο Φαν Χάαλ τον ξεχώρισε και κινήθηκε για να τον αποκτήσει στον Άγιαξ. Το ίδιο έκανε κα η Ρεάλ Οβιέδο, η οποία τότε έπαιζε στην πρώτη κατηγορία της Ισπανίας. Όμως από τη στιγμή που η Ρεάλ Μαδρίτης μπήκε στο παιχνίδι της απόκτησής του δεν υπήρχε άλλος δρόμος πέραν του Μπερναμπέου. Στη «βασίλισσα» έμεινε από το 1993 μέχρι το 1995, όμως δεν κατάφερε να καθιερωθεί. Την πρώτη του χρονιά έκανε 26 εμφανίσεις, αλλά στη συνέχεια ο Χόρχε Βαλντάνο τον έβαλε στον «πάγο». Τελικά, έστω και με καθυστέρηση δύο ετών, ο Σλοβάκος πήγε στην ομάδα που τον ήθελε περισσότερο από το ξεκίνημα. Τη Ρεάλ Οβιέδο.

Εκεί, έκανε μια γεμάτη πενταετία. Δεν έβρισκε δίχτυα με τη συχνότητα που το έκανε στην πατρίδα του, όμως ξεδίπλωσε το δημιουργικό του χάρισμα και όλοι στην ομάδα τον λάτρεψαν. Του έδωσαν το παρατσούκλι furia. Θυμός, οργή, μανία. Ο Εστέμπαν Αντρές Σουάρες, ο οποίος ακόμα και σήμερα στα 40 του αγωνίζεται στην Οβιέδο, θυμάται το γιατί, μιλώντας στους Άγγλους: «Το ισπανικό ποδόσφαιρο τότε δεν ήταν όπως τώρα. Ήταν γεμάτο επιθετικότητα, μάχες και οργή. Γι' αυτό του δώσαμε αυτό το παρατσούκλι, επειδή ήταν το ακριβώς αντίθετο. Είχε τόσο μεγάλη ποιότητα που μπορούσε να αλλάξει ένα παιχνίδι μόνος του, όποτε ήθελε. Ήταν ο καλύτερος που είχαμε. Η ομάδα περιστρεφόταν γύρω του. Ηταν ένα είδωλο εδώ». 

Ο τότε επιθετικός της Μπέτις, Όλι, είχε τονίσει πως: «Ο Πίτερ και ο Προσινέτσκι είναι οι δύο πιο τεχνικά προικισμένοι ποδοσφαιριστές που έχω γνωρίσει», ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι το ιταλικό περιοδικό Guerin Sportivo τον είχε συμπεριλάβει το 1993 στη λίστα με τους καλύτερους νέους παίκτες στην Ευρώπη, μαζί με τον Ράιαν Γκιγκς, τον Μαρκ Όφερμαρς, τον Ντεμέτριο Αλμπερτίνι και αρκετούς ακόμα που έκαναν τεράστιες καριέρες.

Το 2000 είχε καθιερωθεί και στην εθνική ομάδα της Σλοβακίας, της οποίας ήταν πρώτος σκόρερ μέχρι να του σπάσει το ρεκόρ ο Σζίλαρντ Νέμεθ. Ήταν 28 χρονών και τα πιο ώριμα ποδοσφαιρικά χρόνια του ήταν μπροστά του, αν και την περίοδο εκείνη η άφιξη του Ράντομιρ Άντιτς και η επιθυμία του να πάρει έναν μεσοεπιθετικό (είχε ακουστεί και το όνομα του Τσιάρτα) έκαναν τα σενάρια για το μέλλον του να ποικίλουν. To τελευταίο του γκολ είχε μπει στο Βαγιέκας, κρατώντας την ομάδα του στην κατηγορία.

Το καλοκαίρι εκείνο αποφάσισε να επισκεφτεί ένα προορισμό που για καιρό του είχε τραβήξει το ενδιαφέρον. Την Ταϊλάνδη και τους καταρράκτες του Κο Σαμούι. Η προγραμματισμένη επίσκεψη της Εθνικής στις ΗΠΑ την πρώτη βδομάδα του Ιουλίου τον έκανε να αλλάξει ημερομηνία διακοπών. Ταξίδεψε μαζί με την αρραβωνιαστικιά του, τον αδερφό του και την κοπέλα του. Προσπαθώντας να βγάλει φωτογραφίες από τον καταρράκτη, έπεσε από ύψος 20 μέτρων. Ήταν δύσκολη η γρήγορη μεταφορά του στο νοσοκομείο, ενώ είχε χάσει πολύ αίμα και είχε πολλά κατάγματα. Όπως διαβάζουμε στην El Pais της 24ης Ιουνίου του 2000 καταγεγραμμένη ώρα θανάτου ήταν στις 5.30 το πρωί. Μέχρι εκείνη την ώρα πάλεψε στο νοσοκομείο. Δεν τα κατάφερε όμως. Οι ώρες που είχαν περάσει μέχρι τη διακομιδή έκαναν την ανάνηψη σχεδόν αδύνατη.

H είδηση του θανάτου σκόρπισε οδύνη σε όλο τον κόσμο του ποδοσφαίρου, από την Ισπανία μέχρι την Σλοβακία. Ονειρευόταν να παίξει έναν αγώνα με τη φανέλα της δεύτερης απέναντι στην πρώτη, στο γήπεδο της αγαπημένης του Οβιέδο, στην οποία ακόμα πιστεύουν πως ο υποβιβασμός τους την επόμενη χρονιά είχε να κάνει με το σοκ που ποτέ δεν ξεπεράστηκε. Στη Σλοβακία, οι ιστορίες γύρω από την ικανότητά του από εκείνους που τον είδαν να παίζει διαιωνίζουν το μύθο του και εμπνέουν τους συμπατριώτες του για το ταλέντο που μπορεί να βγάλει το ποδόσφαιρο της χώρας...