Ο ΛΕΞ ΚΑΙ ΤΟ SOUNDTRACK ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

ΜΟΥΣΙΚΗ

Ο ΛΕΞ και το soundtrack των πόλεων

Την Παρασκευή το Θέατρο Πέτρας έμοιαζε με κερκίδα του Maracana και ο Θάνος Σαρρής γράφει για τον τύπο που ορμά ενάντια στη μόδα τους.

Του Θάνου Σαρρή

Δεν θυμάμαι ξανά τόσο κόσμο στο Θέατρο Πέτρας. Ok, δεν ήμουν στους Rage Against the Machine, τα έχουμε πει άλλωστε, δεν ήμουν στους Cypress Hill, αλλά αυτό το πράγμα δεν το 'χω ξαναδεί. Φαινόταν από νωρίς, από τον τρόπο που τα αλάνια κύκλωναν το βουνό με σταθερό βήμα, μια μπύρα στο χέρι και έναν ενθουσιασμό να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Για περίπου 10.000, έλεγαν μετά τη λήξη, όταν η ατμόσφαιρα ήταν ακόμα θολωμένη από τα καπνογόνα και τα mosh pits. Κάποιοι για περισσότερους, άλλοι δεν έπαιρναν το ρίσκο να υπολογίσουν. Η σκηνή μακριά από το αμφιθέατρο, όπως θα δεις στο βίντεο, για να χωρέσουν όλοι.  Το φαινόμενο ΛΕΞ είχε χτυπήσει την πρωτεύουσα.

Αν δεν ταξιδέψεις στις ρίμες του ΛΕΞ ίσως δεν μπορείς να καταλάβεις γιατί είναι φαινόμενο. Του '90 γενιά, αλά ελληνικά. Μεγαλωμένος δηλαδή στα ίδια χρόνια με τη δική μας γενιά, των τωρινών 30+. Με αναφορές που σε στέλνουν απευθείας στην εφηβεία. Από Τρύπες μέχρι Τζουμαρού, από «να τους δω να τρέχουν», μέχρι το φαινόμενο Ρονάλντο Ναζάριο νε Λίμα και το Χέρι του Θεού. Και ψαγμένα. «Σαν μπαλαδόρος από το Μοντεβιδέο».  Ίσως γι' αυτό δεν νιώθεις άσχημα μέσα στην αδρεναλίνη των πιτσιρικάδων που ουρλιάζουν με τα μάτια έξω, ίσως γι' αυτό όσο κινείσαι προς τα πίσω στο live, βρίσκεις μεγαλύτερους που γουστάρουν όσο δεν πάει.

Παράλληλα, όμως ο ΛΕΞ αγγίζει ανατριχιαστικά τους έφηβους στη γενιά της κρίσης. Γνήσιος, απέναντι στη γελοιότητα εκείνων που βγαίνουν στις τηλεοράσεις λέγοντας ότι ραπάρουν, με τους στίχους τους να βρίθουν από σεξισμό και αμερικανιές που δεν έζησαν ποτέ. Με σεβασμό στην τάξη, στις ρίζες, στο underground, στην πατρίδα των των παιδικών του χρόνων. Φτιάχνει μια δυστοπία μέσα στα τσιμέντα και τα διαμερίσματα όπου ακούγονται τα πάντα, τιγκαρισμένη από μικροαστισμό, φτώχεια και αμφίβολο το αύριο, όπου μαθαίνει πιο καλά όποιος μαθαίνει με το άγριο. Αφουγκράζεται ιδανικά τα παιδιά που μεγάλωσαν δύσκολα, πνιγμένα στις μεγαλουπόλεις.

Κι έπειτα, γεννά μια αντίδραση από τις δύσκολες γειτονιές που κάνουν περίεργες προσευχές, από τις πλατείες, από τις εργατικές. Από την ανεργία που οδηγεί στην αφραγκία κι από κει ίσως στην παρανομία. Από μια γενιά που ξέρει πως από το μηδέν έως το ενενήντα όλα είναι σικέ, γι’ αυτό οι αλήτικες μέρες δεν θα περάσουν ποτέ. Ήταν σαν να στεκόταν στην είσοδο, μαζί με τους σεκιούριτι ο Λου Ριντ και να σε καλούσε για μια βόλτα στην άγρια πλευρά.

Πατώντας σε ένα σκοτεινό βρωμόμπιτο, ο ΛΕΞ δημιουργεί το δικό του πέταλο. Καπνογόνα πράσινα και κόκκινα, «βαρελάκια», τραγούδι, ρυθμός και φουλ γηπεδικά συνθήματα. Με τη διαφορά όμως, ότι εδώ δεν υπάρχουν «αντίπαλοι». Ή μάλλον υπάρχουν, αλλά δεν βρίσκονται στο χώρο. Εδώ όλοι τραγουδάνε για το δικό τους τσόγλανο και δεν κουράζονται ποτέ. Πιτσιρικάδες να μπαίνουν στον πυρήνα με όλα, άλλοι να βγαίνουν για μερικές ανάσες. Κορίτσια να ανάβουν καπνογόνα και να ραπάρουν με μια ανάσα ολόκληρα κουπλέ. Και κάπου κάπου σκόρπιοι 30-40άρηδες, να χαμογελούν για τους πιτσιρικάδες που επέλεξαν το γνήσιο, να δίνουν ρίμες και να μπιστάνε στον ρυθμό του «κοντού».

Όταν το live έκλεισε με το φρέσκο «τίποτα στον κόσμο», το οποίο έχει ήδη 4 εκατομμύρια views στο YouTube χωρίς μάρκετινγκ και προωθήσεις, το σκηνικό έμοιαζε με γκολ στο '90. Έκατσα για μερικές στιγμές να εξετάσω πρόσωπα που αποχωρούσαν ευτυχισμένα. Αυτή η γυαλάδα στο μάτι, όταν η έκσταση έχει δώσει τη θέση της στην κατανόηση της λαϊβάρας που μόλις έζησες. Ξέθαψα θαμμένες αναμνήσεις από Τρύπες, Σπαθιά, Κρίνα. Και κατάλαβα ότι κάθε γενιά έχει το δικό της soundtrack. Βγαλμένο από τις πλατείες και τους δρόμους, γεμάτο αντίδραση, αλητεία και αμφισβήτηση. Το δικό μας το συνόδευαν κιθάρες και τύμπανα, διστακτικά και κάποια σκρατς από τους πρώτους του hip hop. Τώρα, τα μπιτς και οι λούπες κυριαρχούν. Δεν μπορώ να πω ότι το προτιμώ, αλλά σε τελική ανάλυση ποιος νοιάζεται; Αρκεί που οι δρόμοι συνεχίζουν να βγάζουν ποιητές και τα αλάνια να βγάζουν γούστα.

Υ.Γ: Αφήστε ρε τα κινητά και ζήστε το.