Η μεθεπόμενη μέρα βρίσκει τον Ολυμπιακό με τον καλύτερο προπονητή που θα μπορούσε να έχει

Μία νίκη, μία ήττα και μία ισοπαλία

Ο Νίκος Παπαδογιάννης σχολιάζει την παλιννόστηση του Γιώργου Μπαρτζώκα, σκαλίζοντας το χτες, το σήμερα και το αύριο.

Μία νίκη, μία ήττα και μία ισοπαλία

Για τον Ολυμπιακό, ειδικά για τον Ολυμπιακό του 2020, η επιστροφή του Γιώργου Μπαρτζώκα ήταν, αναμφίβολα, μία μεγάλη νίκη.

Οι οπαδοί θα διατρανώσουν άυλα μεγέθη όπως το ειδικό βάρος του συλλόγου, την αύρα του πρωταθλητισμού και των τροπαίων, την αγάπη του ίδιου του Μπαρτζώκα προς τα κόκκινα λάβαρα.

Ωστόσο, αυτά δεν έχουν μεγάλη σημασία στην εποχή του κυνισμού και του επαγγελματισμού. Όταν σκαλίσει κάποιος την επιφάνεια, θα ανακαλύψει έναν οργανισμό που νοσεί σε όλα τα επίπεδα.

Αγωνιστικά, βρίσκεται σε σταυροδρόμι, αντιμέτωπος με ένα αβέβαιο μέλλον που θα ξεκινήσει με την –όχι και τόσο μακρινή- αποχώρηση των Σπανούλη, Πρίντεζη και ίσως Μιλουτίνοβ.

Οικονομικά, ζει ένα διαρκές αγκομαχητό, από τη στιγμή που οι επιχειρήσεις Αγγελόπουλων βυθίστηκαν σε κρίση με τη γνωστή οικογενειακή διαμάχη.

Οργανωτικά, η κατάσταση παραμένει χαοτική, αφού το κωμικοτραγικό «μέχρι τέλους» δρομολόγησε περισσότερα προβλήματα -και μάλιστα αναπόδραστα- παρά λύσεις.

Αν θέλουμε να είμαστε τίμιοι και να μελετήσουμε τα δεδομένα από κάποια απόσταση, ο Ολυμπιακός του 2020, με τις συνεχείς αλλαγές στην τεχνική ηγεσία και στο έμψυχο υλικό, δεν αποτελεί ελκυστικό μαγαζί για κανέναν. Ούτε προπονητή ούτε παίκτη.

Ο Μπαρτζώκας είναι ο καλύτερος προπονητής που θα μπορούσαν να αποκτήσουν οι «ερυθρόλευκοι» αυτή τη στιγμή. Μία λύση τύπου Τόμιτς μπορεί να ικανοποιούσε την εξέδρα μέσα στην απέραντη ασχετοσύνη της, αλλά θα έδινε συνέχεια στην εποχή των πειραματισμών και της αβεβαιότητας.

Με τον Μπαρτζώκα στον πάγκο του, ο Ολυμπιακός ρίχνει στο τραπέζι ένα βαρύ χαρτί, υπενθυμίζοντας σε εαυτόν και αλλήλους ότι παραμένει ισχυρός και φιλόδοξος. Παράλληλα, αποκτά τεχνικό καθοδηγητή για τη μεθεπόμενη ημέρα του, αυτήν που αναπόφευκτα πλησιάζει.

Πολλοί είπαν ότι η πρόσληψη Μπαρτζώκα διορθώνει την ανορθογραφία του 2014, αλλά η δική μου άποψη είναι ότι το μεγάλο λάθος έγινε τέσσερα χρόνια αργότερα, όταν απομακρύνθηκε ο Γιάννης Σφαιρόπουλος.

Τότε ήταν που ο Ολυμπιακός έχασε για τα καλά την αναγνωρίσιμη ταυτότητα και τον προσανατολισμό του. Οι Αγγελόπουλοι πίστεψαν –και δικαίως- ότι πέτυχαν κέντα με τον ερχομό του Μπλατ, αλλά ο Αμερικανός τσουρούφλισε τα πάντα και άφησε πίσω του καμένη γη.

Θα είναι άδικο να μην αναγνωριστεί η συμβολή του Κεστούτις Κεμζούρα στον μετριασμό των κλυδωνισμών, το τελευταίο τρίμηνο. Τηρουμένων των αναλογιών, ο Λιθουανός έκανε αρκετά καλή δουλειά.

Όπως έγραψα σχηματικά σε προηγούμενο σημείωμα, ο Κεμζούρα απείχε έναν Μάντζαρη από το διπλό στο ΟΑΚΑ, αυτό που μπορεί να στερέωνε και τη δική του καρέκλα στο λιμάνι.

Για τον ίδιο τον Μπαρτζώκα, η παλιννόστησή του στον Ολυμπιακό ισοδυναμεί με προσωπική ήττα. Σε έναν κόσμο με τζίνι και λυχνάρια, όπου όλα κυλούν κατ’ ευχήν, το σενάριο της επιστροφής του στον Πειραιά θα πλησίαζε τα όρια του αδιανόητου.

Το επεισόδιο του Οκτωβρίου 2014 στο πάρκινγκ του ΣΕΦ ήταν από εκείνα που δεν έχουν γυρισμό. Εάν κρίνω από όσα μου διηγήθηκε ο ίδιος τον περασμένο Ιούλιο, σε μία μεγάλη συνέντευξη για το Documento, τα τραύματά του δεν είναι μόνο αθλητικής απόχρωσης.

Δυστυχώς δεν μπορώ να δημοσιεύσω χαρτί και καλαμάρι όσα μου εκμυστηρεύτηκε off the record ο 54χρονος προπονητής, αλλά όσοι ζουν καταστάσεις και έχουν λίγο νιονιό καταλαβαίνουν.

Μπορεί η απόσταση από το Καραϊσκάκη μέχρι το ΣΕΦ να είναι μεγάλη όσο αυτή που χωρίζει τους Αγγελόπουλους από τον Μαρινάκη, αλλά εκμηδενίζεται όταν προστίθεται στην εξίσωση το «αιώνιο» μίσος.

Και δεν είναι δα μακριά, το επόμενο ντέρμπι Ολυμπιακού-Παναθηναϊκού για την Euroleague. Ευτυχώς, τελικούς ελληνικού πρωταθλήματος ή κυπέλλου δεν προβλέπει το μενού.

Προφανώς οι Αγγελόπουλοι προσέφεραν στον Μπαρτζώκα διαβεβαιώσεις για τη συμπεριφορά της κερκίδας απέναντί του και του υποσχέθηκαν προστασία, αλλά αμφιβάλλω αν έχουν τόση δύναμη όση νομίζουν.

Εάν είναι σε θέση να  ελέγξουν τους φανατικούς και μολαταύτα πέφτουν σε παγίδες ή ολισθήματα όπως το παρατράγουδο του 2014, τόσο το χειρότερο.   

O Mπαρτζώκας αποδέχθηκε την «ήττα» όπως αποδεχόμαστε όλοι μας παρόμοιες ήττες στην Ελλάδα του 2020: εκών άκων.

Μπασκετικά, δεν είχε άλλη επιλογή με εκτόπισμα αντίστοιχο του ονόματός του. Ο Ολυμπιακός έμοιαζε με μονόδρομο.

Μου τα εξήγησε ο ίδιος ένα ένα, εκείνο το μεσημέρι του Ιουλίου, τονίζοντας διαρκώς ότι δεν ήθελε να περιμένει σαν κοράκι την απόλυση κάποιου συναδέλφου.

Στον Παναθηναϊκό είναι απίθανο να δουλέψει για προφανείς λόγους, αν και πλησιάστηκε και μάλιστα πρόσφατα. Η Μπαρτσελόνα, που κάποια στιγμή θα ξεφορτώσει τον Πέσιτς, απέλυσε πρόσφατα τον Μπαρτζώκα και μάλιστα με τρόπο σκαιό. Το ίδιο και η Χίμκι.

Σχεδόν όλοι οι κραταιοί οργανισμοί της Euroleague έχουν προπονητές μακράς πνοής, συχνά Έλληνες: η ΤΣΣΚΑ τον Ιτούδη, η Φενέρμπαχτσε τον Ομπράντοβιτς, η Ρεάλ τον Λάσο, η Μακάμπι τον Σφαιρόπουλο, πλέον η Εφές τον Αταμάν και η Αρμάνι τον Μεσίνα.

Το περισσότερο που θα μπορούσε να περιμένει ένας άνεργος προπονητής είναι ένα πόστο σε ομάδα επιπέδου Μπάγερν, Βασκόνια ή Ερυθρού Αστέρα. Ή Ζαλγκίρις, όταν φύγει ο Σάρας. Ή Βίρτους Μπολόνια, για να κοιτάξουμε λίγο πιο χαμηλά.

Με άλλα λόγια, μακριά από προδιαγραφές πρωταθλητισμού και με στριφνές συνθήκες. Με όρους μπάσκετ και με όρους 2020, ο Ολυμπιακός είναι το καλύτερο δυνατό μαγαζί για τον Μπαρτζώκα. Και πάντως όχι «λύση ανάγκης».

Θα μπορούσε βέβαια να εργαστεί σε κάποια Εθνική ομάδα μέχρι νεωτέρας, αλλά τέτοιες θέσεις εργασίας είναι πλέον μερικής απασχόλησης και συνήθως απαιτούν διαζύγιο με την Εuroleague λόγω «παραθύρων». Ο Μπαρτζώκας είχε πρόταση από την Ομοσπονδία της Λεττονίας, αλλά την αρνήθηκε.

Τονίζω, με την ευκαιρία, ότι στο περιθώριο των καθηκόντων του στον Ολυμπιακό ο Μπαρτζώκας θα κληθεί –όχι από τρίτους αλλά από την ίδια την πραγματικότητα- να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στους δικούς του μπασκετμπολίστες και στην «επίσημη αγαπημένη» (η οποία τον είχε πλησιάσει το 2017).

Η θλιβερή επιστολή των Πρίντεζη, Παπανικολάου, Κόνιαρη εξακολουθεί να αιωρείται σαν γκρίζα κουρτίνα πάνω από την Εθνική ομάδα εν όψει Προολυμπιακού τουρνουά.

Οι τρεις μπασκετμπολίστες, δύο αναντικατάστατοι και ένας πολύτιμος, δεν έχουν καμία όρεξη να περάσουν 6-7 μήνες ανενεργοί ούτε να χάσουν το αεροπλάνο που οδηγεί προς το Τόκυο. Ας πούμε, ότι το σκορ, μέχρι τότε, θα είναι ισόπαλο.

Αλήθεια, θα καταδεχτούν οι τρεις (αν όχι περισσότεροι) να ενισχύσουν την Εθνική ομάδα στη Βοσνία, τη Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου; Μοιάζει και δύσκολο το ματσάκι. 

Άλλες υποχρεώσεις δεν θα έχουν με τον Ολυμπιακό εκείνες τις μέρες, οπότε αν κληθούν (που αμφιβάλλω, ένεκα διπλωματίας) οφείλουν να συμμετάσχουν.

Δεν θα υπάρχει καν η δικαιολογία Πιτίνο. Προπονητής τον Φλεβάρη θα είναι ακόμη ο Θανάσης Σκουρτόπουλος.

Και επειδή εγώ είμαι από τους αιθεροβάμονες, ρίχνω στο τραπέζι ένα σενάριο που υποψιάζομαι ότι θα το ξαναβρούμε μπροστά μας τους επόμενους μήνες: Γιώργος Μπαρτζώκας δίπλα στον Ρικ Πιτίνο στην Εθνική ομάδα. 

Ο Μπαρτζώκας επέστρεψε όχι μόνο στον Ολυμπιακό, αλλά και στο ελληνικό μπάσκετ.