ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE

Muchas gracias Chicho…

O Tσίτσο Σιμπίλιο τρέχει σαν καθαρόαιμο άτι πάνω στα παρκέ του Παραδείσου και ο Βασίλης Σκουντής τον ευχαριστεί από βάθους καρδίας, διερμηνεύοντας τα αισθήματα ολάκερου του ελληνικού μπάσκετ…

Muchas gracias Chicho…

Κινδυνεύω να γίνω μονότονος και γραφικός, αλλά ίντα να κάμομε εδά, απου λέμε και στην Κρήτη…

Εφυγε από τη ζωή ο Τσίτσο (και όχι Τσίκο, όπως τον λέγαμε και τον γράφαμε εκ παραδρομής) Σιμπίλιο και κατευοδώνοντας τον προς το μεγάλο ταξίδι, που δεν έχει γυρισμό, νιώθω για άλλη μια φορά πως κηδεύω τη νιότη μου…

Όταν τον πρωτοείδα από κοντά, πριν από 38 χρόνια, οφείλω να ομολογήσω πως έπαθα… λαλά!

Οι δείκτες του ρολογιού μένουν σταματημένοι στις 17 Δεκεμβρίου του 1981 στον «Τάφο του Ινδού» όπου ο εκ Δομινικανής Δημοκρατίας ελ (όπως τους αποκαλούσαμε τότε) έμοιαζε με ένα καθαρόαιμο άτι, που χανόταν κιόλας από τα ραντάρ μας…

«Ένα πραγματικό ελάφι, που βρισκόταν πολύ πιο μπροστά από την εποχή του, ένας καλλιτέχνης, ένας ήρωας απ’ αυτούς οι οποίοι μας έκαναν να αγαπήσουμε το μπάσκετ», όπως τον περιέγραψε σε μια ανάρτηση του στο Facebook o πάντοτε μερακλής στις επιλογές και στις προτιμήσεις του και εξόχως καίριος στις παρατηρήσεις και στα σχόλια του, Κώστας Τσαρτσαρής…

Οντως ο Τσίτσο ήταν όλα αυτά και πολλά περισσότερα…

Εχω πολλές παραστάσεις από τον συχωρεμένο, έχω επίσης στο αρχείο μου έναν φάκελο με αποκόμματα από συνεντεύξεις, αλλά δυστυχώς δεν τα κουβαλάω μαζί μου, εδώ όπου βρίσκομαι για να τα αραδιάσω και να μεγαλώσω αυτή την ιστορία…

Ας είναι…

Ο Σιμπίλιο ήταν σκέτος μπελάς για κάθε αντίπαλο της Μπαρτσελόνα και της Εθνικής Ισπανίας και ένα δίδυμο φωτιά μαζί με τον Χουάν Αντόνιο Σαν Επιφάνιο. Δεν ήξερες ποιον, πότε και πώς να τον πρωτομαρκάρεις…

Τον συνάντησα για πρώτη φορά εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ της 17ης Δεκεμβρίου του ’81 στο γήπεδο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου ο Παναθηναϊκός, στο πλαίσιο του ομίλου των 6 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης υποδεχόταν την Μπαρτσελόνα…

Οι Καταλανοί επιβλήθηκαν με 89-79 και ο συχωρεμένος ο Σιμπίλιο είχε βάλει 26 πόντους αλαλιάζοντας όποιον κι αν έστελνε πάνω του για να τον μαρκάρει ο Κώστας Πολίτης. Αλλους 16 πόντους είχε σκοράρει ο Επι, 22 ο (συμπατριώτης του Σιμπίλιο από τη Δομηνικανή Δημοκρατία) Χουάν Ντομίνγκο ντε λα Κρουθ, 8 ο Σολοθάμπαλ, 13 ο Χάνσεν, και 4 ο Φίλιπς, ενώ για λογαριασμό του Παναθηναϊκού τον πρώτο λόγο είχαν ο Κιθ Γούλφοκ με 23, ο Τάκης Κορωναίος με 13 και ο Απόστολος Κόντος με 12.

Τον ξανασυνάντησα μπροστά μου στις 30 Μαΐου του 1983 στο «Beaublanc» της Λιμόζ, στον ακροτελεύτιο αγώνα της πρώτης φάσης του Eurobasket, στον οποίο οι μετέπειτα φιναλίστ της διοργάνωσης Ισπανοί μας έκαναν την… κηδεία με σκορ 100-79 με τον ίδιο να βάζει 10 πόντους.

Δεν έπαιξε λόγω τραυματισμού στο θρίλερ της 7ης Ιουλίου στη Σαραγόσα (Μουντομπάσκετ) όπου η Εθνική ηττήθηκε από την οικοδέσποινα Ισπανία με 87-86, αλλά τον ξαναβρήκαμε μπροστά μας στις 5 Ιουνίου του Εurobasket του 1987 στο Νέο Φάληρο: εκείνο το βράδυ η «Furia Roja» μας λιάνισε με 106-89, αλλά, όπως λέει και το ανέκδοτο, ευτυχώς που δεν πάθαμε και τίποτε!

Τα επόμενα χρόνια ο Σιμπίλιο ήταν διαρκώς στην ατζέντα του ελληνικού μπάσκετ, λόγω των αγώνων με τον Αρη στον όμιλο και στο Final -4 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, οπότε τον χορτάσαμε για τα καλά…

Ο Σιμπίλιο ήταν όντως φοβερός και τρομερός. Ετρεχε στον αιφνιδιασμό, κάρφωνε την μπάλα, τον έβλεπες ξαφνικά μπροστά σου και σκιαζόσουν!

Το ελληνικό μπάσκετ του οφείλει πολλά και πρέπει να τον ευγνωμονούμε διαβίου και να ανάβουμε στη χάση και στη βρέξη ένα κεράκι στη μνήμη του…

Το εννοώ αυτό διότι ο μακαρίτης ήταν ένας από τους λόγους που άλλαξαν τη φυσιογνωμία μας και την ιδέα που είχαμε στο μυαλό μας για τη δομή και στη στελέχωση μιας πεντάδας.

Μέχρι τότε δεν διαθέταμε τα μεγάλα τριάρια και το 1981 στην Κωνσταντινούπολη και εν συνεχεία στην Πράγα και στην Μπρατισλάβα ο Γιάννης Ιωαννίδης έπαιζε με χαμηλό σχήμα τριών γκαρντ, ώστε να χωρέσουν μαζί -και να μη γκρινιάζουν- ο Νίκος Γκάλης, ο Τάκης Κορωναίος και ο Παναγιώτης Γιαννάκης, που αναγκαστικά κάλυπτε τη θέση «3»…

Όταν ανέλαβε την τεχνική ηγεσία ο Πολίτης και ενώ είχε ήδη αποχωρήσει από την Εθνική ο Κορωναίος, συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να ανεβάσει το μπόι της Εθνικής, ώστε να υπάρχει αντίπαλον δέος στους ψηλούς σμολ φόργουορντ των άλλων ομάδων: στον Τσεχοσλοβάκο Στάνισλαβ Κρόπιλακ, στον Ιταλό Μάρκο Μποναμίκο, στον Σοβιετικό Ανατόλι Μίσκιν και βεβαίως στον Ισπανό Αντόνιο Κάντιντο Σιμπίλιο…

Χρειαζόμασταν παραπάνω ύψος στο «3», λοιπόν και αίφνης η Εθνική βρήκε και αξιοποίησε τα τριάρια του μέλλοντος: πρώτα τον Λιβέρη Ανδρίτσο και εν συνεχεία τον Φάνη Χριστοδούλου.

Αυτό, όπως λέει κι ένας φίλος μου κάθε φορά που τελειώνει την παρόλα του!