Το ριφιφί Παπαπέτρου ανοίγει την πόρτα και για τον επόμενο Παπαπέτρου

Ο άλλος και ο ...παράλλος

O Nίκος Παπαδογιάννης θεωρεί την απόκτηση του Ιωάννη Παπαπέτρου προσωπικό θρίαμβο του Δημήτρη Γιαννακόπουλου.

Ο άλλος και ο ...παράλλος

Δεν ήταν όπως ακριβώς τις ονειρεύονταν οι καθ’ έξιν πανηγυριστές, οι πρώτες μέρες του Ντέιβιντ Μπλατ στον Ολυμπιακό.

Οι ξένοι που στρατολογούνται είναι άσημοι και πάντως μικρότερα μεγέθη από τους περυσινούς, ενώ ένα βασικό γρανάζι της ομάδας ξεχαρβαλώθηκε από τη μηχανή.

Από τους δύο «Παπ», έμεινε στο ΣΕΦ μόνο ο ένας, ο συγκριτικά μεγαλύτερος σε αξία αλλά και σε ηλικία.

Αν μη τι άλλο, ανανεώθηκε το συμβόλαιο του Σπανούλη, χωρίς μάλιστα να χαθεί πολύτιμος χρόνος. Αλλά υπάρχει και κόσμος στο λιμάνι, που θεωρεί αυτή την εξέλιξη …αρνητική.

Καλύτερα να αφήσουμε στην άκρη τις δοκησίσοφες και αιρετικές απόψεις της καννίβαλης κερκίδας, ειδάλλως θα χρειαστούμε ζουρλομανδύα.

Τίποτε από τα παραπάνω δεν είναι πραγματικό πρόβλημα για τον Ολυμπιακό. Το πρόβλημα είναι ότι ο Ιωάννης Παπαπέτρου πήγε στη «λάθος» ομάδα.

Στον άσπονδο γείτονα Παναθηναϊκό.

Αυτομάτως, βαπτίστηκε προδότης, ρίψασπις, εχθρός του λαού και, παράλληλα, στάσιμος, μέτριος, πέτρινος, ξύλινος.

Για καλή του τύχη, ο ίδιος είναι από εκείνους που κρατάνε τα αυτιά κλειστά, όπως τα κράτησαν πριν από αυτόν ο Μπουρούσης, ο Δ.Παπανικολάου, ο Οικονόμου, ο ίδιος ο Σπανούλης.

Αλλιώς, δεν θα προχωρούσε σε τέτοιο βήμα. Θα καθόταν στον Πειραιά και θα είχε και την ησυχία του.

Ή θα γινόταν λεγεωνάριος στο εξωτερικό. Δεν είναι δα από εκείνους, που θέλουν οπωσδήποτε το παστίτσιο της μαμάς για να χαμογελάσουν.

Αλήθεια, πού θα βρισκόταν τώρα, αν είχε μείνει στο Τέξας; Ήταν σφάλμα ζωής η παλιννόστησή του όπως πιστεύουν πολλοί ή όχι; Ούτε θα το μάθουμε ποτέ ούτε έχει ιδιαίτερη σημασία.

Η φιλοδοξία είναι, κατά τη γνώμη μου, απολύτως ευπρόσδεκτη και απολύτως απαραίτητη.

Ο Κώστας Σλούκας άκουσε τη συμβουλή της και δικαιώνεται μέρα με τη μέρα. Άλλοι κράτησαν τα φτερά κλειστά και δεν έφτασαν ποτέ στις κορυφές που τους περίμεναν.

Ο Παπαπέτρου πιστεύει ότι χρειάζεται ζωτικό χώρο, για να βελτιωθεί ατομικά και να φτάσει ψηλότερα.

Μπορεί να έχει δίκαιο, μπορεί και όχι. Οπωσδήποτε έχει δίκαιο να αισθάνεται ανήσυχος και να ψάχνεται.

Με τη μεταπήδησή του στον Παναθηναϊκό, πιστεύει ότι θα ξεφύγει από τη σκιά των Παπανικολάου, Πρίντεζη.

Δεν είμαι βέβαιος ότι το παιχνίδι των «πρασίνων» του ταιριάζει περισσότερο, αλλά αυτό μένει να αποδειχθεί στην πράξη.

Ο Παναθηναϊκός μπορεί να είναι ανώτερη ομάδα από τον Ολυμπιακό, αλλά ο Ολυμπιακός έχει τον τρόπο να περιχαρακώνει τους Έλληνες παίκτες του και να τους κάνει να φαίνονται καλύτεροι από ό,τι είναι.

Βεβαίως, το προπονητικό πρόγραμμα του Τσάβι Πασκουάλ, τουλάχιστον ισάξιο με το αντίστοιχο του Σφαιρόπουλου ή, δυνητικά, του Μπλατ, αποτελεί εγγύηση για ομαλή ένταξη.

Ο Παπαπέτρου μπορεί να ανεβεί και πιο «ψηλά» σε σχήματα που γεμίζουν το γήπεδο (όπως αυτό με τους τέσσερις δίμετρους που υιοθετούσε σε δύσκολες ώρες ο Ολυμπιακός), αλλά η πραγματική θέση του, στο σύγχρονο μπάσκετ, βρίσκεται μάλλον στο «4» παρά στο «3».

Είναι βέβαια κλασσικός tweener και ως τέτοιος θα χρησιμοποιηθεί. Ναι, και στον Παναθηναϊκό.

Αλλά το αγωνιστικό σκέλος είναι, προς το παρόν, δευτερεύον.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το ριφιφί του Παπαπέτρου ήταν ένας αληθινός θρίαμβος για τον Παναθηναϊκό και μια οδυνηρή ήττα για τον Ολυμπιακό.

Σε όλα τα επίπεδα. Ξεκινώντας από το επικοινωνιακό και καταλήγοντας στο καθαρά μπασκετικό.

Δεν χρειάστηκε καν οικονομική υπέρβαση, για να πειστεί ο παίκτης.

Οι δύο ελληνικές προτάσεις που έπεσαν στο τραπέζι του ήταν περίπου ισοδύναμες και ο Ιωάννης ψήφισε «πράσινο», με την προτροπή, απ’ ό,τι ακούγεται, της οικογένειάς του.

Σε προηγούμενες απόπειρες, ο Δ. Γιαννακόπουλος έσπασε τον κουμπαρά για να δελεάσει τους Σλούκα, Μάντζαρη, αλλά έμεινε με την όρεξη.

Στο απέναντι στρατόπεδο, ένιωσαν προφανώς άτρωτοι στις «πράσινες» επιθέσεις. Μετά το στραπάτσο, θα πρέπει να αναθεωρήσουν τα περί «ηθικού πλεονεκτήματος».

Για δεύτερη φορά μέσα σε μία τριετία, ένας πολύτιμος παίκτης στο άνθος της ηλικίας του (24, μικρότερος και από τον Σλούκα του 2015) γύρισε την πλάτη στους Αγγελόπουλους και έφυγε όχι για άλλες πολιτείες, αλλά για το σπίτι του εχθρού.

Ηλικιακά και μακροσκοπικά, θα ήταν προτιμότερο για τον Ολυμπιακό να έχανε π.χ. τον Πρίντεζη (κλεισμένα 33) ή κάποιον από τους 1990άρηδες Παπανικολάου και Μάντζαρη, παρά τον Παπαπέτρου.

Ο τελευταίος υποτίθεται ότι θα γινόταν ακρογωνιαίος λίθος και κόκκινη σημαία της ομάδας για τα επόμενα 7-8 χρόνια.

Όχι μόνο έφυγε αφήνοντας πίσω του κενό αέρος στον πολυθρύλητο ελληνικό πυρήνα, αλλά ενίσχυσε τον -προβληματικό- αντίστοιχο του αντιπάλου.

Το πλήγμα για τον Ολυμπιακό είναι καίριο, αφού ο επόμενος φυγάς θα βρει τον δρόμο στρωμένο.

Ο Παπαπέτρου προσθέτει στον Παναθηναϊκό (και αφαιρεί από την πρώην ομάδα του) ταλέντο, τσαγανό, πληθωρική παρουσία στο γήπεδο και ελληνικά κύτταρα στο dna του οργανισμού.

Δεν είναι δα πολλοί, οι Έλληνες παίκτες σε παραγωγική ηλικία, που μπορούν να αντέξουν το βάρος της φανέλας των «αιωνίων». Σχεδόν όλοι είναι ρεζερβέ.

Ποιον άλλον εν ενεργεία παίκτη της Εθνικής Ανδρών (του 2017, όπου πάντως ο Παπαπέτρου υστέρησε) θα μπορούσε να πάρει ο Παναθηναϊκός (ή ο Ολυμπιακός) για να ενισχυθεί πραγματικά; Σχεδόν κανέναν.

Ο μεγάλος νικητής του μπρα-ντε-φερ είναι φυσικά ο Δημήτρης Γιαννακόπουλος.

Μπορεί στο γυμνό μάτι να μοιάζει «δύσκολος» εργοδότης, αλλά η ψήφος εμπιστοσύνης που του προσφέρουν ακόμα και πρώην υπάλληλοι των Αγγελόπουλων αποτελεί γαλόνι.

Όταν καθίσει στο τραπέζι του συνομιλητή κάποιος νέος Παπαπέτρου, θα χρειαστούν λιγότερα λόγια και λιγότερα χρήματα για να πειστεί.

Ο ένας (π.χ. Καλάθης) φέρνει τον άλλον και ο άλλος τον παράλλον. Κάτι τέτοιες κερδισμένες ή χαμένες παρτίδες είναι που αλλάζουν τις ισορροπίες.

Το χάντικαπ που κληρονόμησε ο Δημήτρης από τον συγχωρεμένο πατέρα του και τον θείο του το 2012, με τη φυγή του Ομπράντοβιτς και αρκετών σημαντικών παικτών, φαίνεται ότι έχει πια ισοσκελιστεί.