Τον «έφαγε» η ψευδαίσθηση

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος επιμένει ότι ο Παναθηναϊκός, πέρα από τις αγωνιστικές αδυναμίες του, πλήρωσε την παρά φύση εικόνα του πρώτου ματς, γιατί αυτή τον ανάγκασε, υποσυνείδητα, να μην αισθάνεται καλά, όταν κατάλαβε ότι ήταν υποχρεωμένος να παίξει ένα ντέρμπι.

Τον «έφαγε» η ψευδαίσθηση

Οποιοσδήποτε διαθέτει μια στοιχειώδη αντίληψη για την φυσιογνωμία του Αθλητισμού και ειδικότερα της διαδικασίας των playoffs στο μπάσκετ, δεν θα έπεσε κι από τα σύννεφα, από την μορφή, την εξέλιξη, αλλά και το φινάλε τους δεύτερου αγώνα της σειράς του Παναθηναϊκού με την Ρεάλ Μ.. Πόσο μάλλον από την στιγμή που επρόκειτο για μια μονομαχία δυο μεγάλων ομάδων, οι οποίες τερμάτισαν την κανονική περίοδο με το ίδιο ρεκόρ και απλά το πλεονέκτημα κρίθηκε από έναν τρίτο (Ολυμπιακό).

Πολύ περισσότερο (δεν πρέπει να πέφτει από τα σύννεφα), μετά τον τρόπο που είχε κριθεί το πρώτο ματς: δηλαδή με μια μεγαλειώδη εμφάνιση και σαρωτική επικράτηση του Παναθηναϊκού και μια αποκρουστική εμφάνιση και μια ταπεινωτική ήττα για την Ρεάλ Μ. Πάνω κάτω, αναλύσαμε πόσο πιο εύκολο ήταν το έργο του Λάσο να προετοιμάσει την ομάδα του μετά από το κάζο της Τρίτης. Το επιβεβαίωσε και ο ίδιος επαναλαμβάνοντας την φράση που προφανώς είχε μεταφέρει στους παίκτες του για να τους θίξει τον εγωισμό: «μας είπαν ότι παίξαμε σαν κότες».

Να γιατί φροντίσαμε να υπενθυμίσουμε το παράδειγμα του 2011 με αντίστοιχους πρωταγωνιστές τον Ολυμπιακό και την Σιένα.

Ενδεχομένως να πρέπει πλέον από θεώρημα να μετατραπεί σε αξίωμα, ότι μια ομάδα δεν κερδίζει και τόσα πολλά, πέρα από μια εφήμερη ηδονή όταν συντρίβει έναν αντίπαλό ειδικά όταν αυτός δεν υστερεί σε μέγεθος και ποιότητα, σε ένα ματς που δεν μετράνε οι διαφορές.

Η εξήγηση, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με την πνευματική και ψυχολογική προετοιμασία για το επόμενο παιχνίδι είναι πολύ απλή, αλλά καθόλου απλοϊκή και είναι ανεξάρτητη από τις τεχνικές παρεμβάσεις, στις οποίες, ενίοτε, μπορούν να μπουν στην εξίσωση κι άλλες παράμετροι, που έχουν να κάνουν με την αγωνιστική κατάσταση και την υγεία των παικτών.

Είναι μια εξήγηση η οποία βασίζεται στην δύναμη του υποσυνείδητου, για την οποία πολλές φορές έχουμε μιλήσει.

Ποιο λοιπόν ήταν το βασικό πνευματικό και ψυχολογικό πρόβλημα του Παναθηναϊκού την Πέμπτη; Ήταν ότι στο ημίχρονο, ενώ ήταν μπροστά με 40-36, υπήρχε η (ψευδ)αίσθηση ότι … δεν έπαιζε καλά. Και «δεν έπαιζε καλά» γιατί αυτόματα, ενδεχομένως και ακούσια, γίνονταν συγκρίσεις με την εικόνα του πρώτου αγώνα. Αν επρόκειτο όμως για ένα μεμονωμένο ματς που εξεταζόταν ως αυθύπαρκτο τότε η αίσθηση θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Και στους παίκτες και στην εξέδρα. Θα μπορούσε να είναι για παράδειγμα: «αφού χάνουμε τα ριμπάουντ (κάτι φυσιολογικό όταν παίζεις με μια ομάδα που διαθέτει τόσο μέγεθος, εμπειρία και βάθος στην front line), έχουμε βασικά ατού όπως ο Καλάθης, ο Γκιστ και ο Τζέιμς (του πρώτου ημιχρόνου) μακριά από τον καλό τους εαυτό και είμαστε μπροστά με καλύτερους παίκτες τον Πέιν και τον Ντένμον, τότε είμαστε super”. Και η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να συνεχιστεί: «κάποια στιγμή θα ξυπνήσουν και οι βασικοί και τότε τα πράγματα ενδεχομένως να γίνουν ακόμη καλύτερα».

Τουναντίον, υπήρξε διάχυτη στην ατμόσφαιρα μια αρνητική διάθεση λες και είναι φυσιολογικό να προηγείσαι της Ρεαλ Μ. με 20-0, να της παίρνεις τα ριμπάουντ και να βάζεις το ένα lay up μετά το άλλο. Αυτός ο προβληματισμός, όσο πέρναγε η ώρα και η Ρεάλ συνέχιζε να σαρώνει στα ριμπάουντ (43 έναντι 24), οι παλιοσειρές της (Ρέγιες, Κάρολ, Φερνάντεζ) να κάνουν θραύση, ο Τόμκινς να πυροβολεί με πρόσωπο στο καλάθι, η νευρικότητα και το στρες αυξανόταν. Ένας πεπειραμένος αντίπαλος αυτά τα μηνύματα μπορεί να τα αισθανθεί και πέρα από την αντίδραση που βγάζει από εγωισμό να τονώνεται και η αυτοπεποίθησή του.

Φυσικά και ο Λάσο έκανε παρεμβάσεις, γιατί ήταν ο χαμένος και έπρεπε να ψάξει κάτι να αλλάξει. Η βασική του προσέγγιση ήταν να περιορίσει το χρόνο και τον ρόλο του θηριώδους Ταβάρεζ στα 7 λεπτά, κρίνοντας ότι η παρουσία του, δυο μέρες πριν, βοήθησε τον αντίπαλο να ανοίξει το γήπεδο, ποντάροντας στις αργές επιστροφές του.

Κάπως έτσι, το παιχνίδι άρχισε να γίνεται κοντρόλ και όπως αποδείχθηκε αυτός ο ρυθμός βοήθησε την Ρεάλ Μ. να αποκτήσει τον έλεγχο και να αξιοποιήσει την εμπειρία κάποιων παικτών με πολλά χιλιόμετρα στην διοργάνωση. Και παρότι για δεύτερη φορά ο Ντόντσιτς δεν έκανε την διαφορά, απλά κράτησε την μπάλα και έβαλε τις βολές στο τελευταίο τρίλεπτο, η «βασίλισσα» βρήκε δημιουργία από τους ψηλούς της. Ο Αγιόν είχε 5, ο ο Ρούντι 4 και ο Ρέγιες 3 ασίστ.

Κάτω από αυτή τη συνθήκη, ο Παναθηναϊκός άρχισε να χάνει λάδια. Και όσο ο Καλάθης (υπό την πίεση του Τέιλορ) με τον Γκιστ δεν συνέρχονταν, τόσο περισσότερο το παιχνίδι οδηγήθηκε στο ατομικό ταλέντο του Τζέιμς. Μόνο που με αυτό τον τρόπο μπορείς να νικήσεις ένα ματς με μια-δυο φάσεις κι όχι ακολουθώντας τον ως τακτική διαρκείας.

 Από εδώ και πέρα τα δεδομένα είναι προφανή. Κατ’ αρχάς στην Μαδρίτη θα γίνουν σίγουρα δυο ματς, δηλαδή ο Παναθηναϊκός θα έχει δυο ευκαιρίες να πάρει πίσω το «μπρέικ» και στην χειρότερη περίπτωση να φέρει την σειρά σε πέμπτο ματς στο ΟΑΚΑ. Έχει αποδείξει ότι είναι μια πολύ καλή ομάδα. Επίσης, ότι υπάρχει τρόπος να νικήσει την Ρεάλ Μ., αρκεί να θυμηθεί τον καλό εαυτό που έβγαλε εκτός έδρας, στο τέλος της κανονικής περιόδου. Σε ένα γήπεδο, στο οποίο αποδεδειγμένα, φέτος, όποιος έπαιξε καλύτερα νίκησε (Χίμκι, Ερ. Αστέρας, Ολυμπιακός, Φενέρμπαχτσε). Από την άλλη, η Ρεάλ Μ., δεν μετατράπηκε από τη μια μέρα στην από πεκινουά, σε ντόμπερμαν. Με την απουσία του Καμπάτσο, έχει φοβερό πρόβλημα στη θέση του play maker, όσο ο Ντόντσιτς παραμένει τόσο εγκλωβισμένος από ασφυκτικές άμυνες. Παράλληλα, βασίζεται, για να πετύχει κάτι που δεν έχει κάνει ποτέ (να προκριθεί με μειονέκτημα) σε παίκτες με εμπειρία αλλά μεγάλης ηλικίας. Ο Παναθηναϊκός, θεωρητικά είναι πιο πλήρης στην περιφέρεια και πιο φρέσκος σε πόδια. Και μέχρι την ερχόμενη Τετάρτη, έχει μέρες να συνέλθει, αλλά και να βοηθήσει τον Κέι Σι Ρίβερς να ξαναγίνει παράγοντας του παιχνιδιού. Είτε έπαιξε, είτε δεν έπαιξε στο δεύτερο ματς ήταν το ίδιο και το αυτό.

Ως επίλογο, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι όσοι κατάφεραν να πετύχουν τους στόχους τους, ήταν αυτοί που στην διάρκεια της προσπάθειας παρέμειναν σεμνοί. Και πανηγύρισαν στο τέλος, όταν τελείωσαν την δουλειά. Ποτέ πριν.