Λίγος ή λίγοι;

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος αναρωτιέται που είναι το περίφημο «βάθος» πάνω στο οποίο θα βασιζόταν ο φετινός Παναθηναϊκός, επικαλούμενος τα δυο πρώτα σοβαρά εκτός έδρας ντέρμπι που είχαν διαφορετική κατάληξη αλλά κοινό παρονομαστή.

Είναι πρόωρο να βγάζει κανείς κατηγορηματικά συμπεράσματα από την πρώτη κιόλας αγωνιστική ενός τέτοιου «μαραθωνίου», ειδικά με από όσα είδαν τα μάτια μας κατά την περσινή, παρθενική εφαρμογή ετούτου του επίπονου format.

Πανιώνιος – Ολυμπιακός με επιστροφή στοιχήματος*, αν ο Οτζίτζα ανοίξει το σκορ. *Ισχύουν Οροι και Προϋποθέσεις (21+).

 Για όλους θα υπάρξουν βραδιές που όλα πάνε στραβά και άλλες που όλα πάνε πρίμα. Το θέμα είναι να γεμίζει το σακούλι και τα κουκιά να φτάσουν πρώτα για την είσοδο στην οκτάδα, που είναι ο minimum στόχος των περισσότερων ομάδων εκτός της ΤΣΣΚΑ και της Φενέρμπαχτσε, που αν δεν φτάσουν μέχρι το final4 θα είναι αποτυχία και μετά να συζητήσουμε για πλεονεκτήματα έδρας και τα ρέστα.

Άλλωστε ο ίδιος ο Παναθηναϊκός ήταν η μοναδική ομάδα που πέρυσι πήγε στα play off με αβαντάζ και τελικά αποκλείστηκε, ενώ η Φενέρ ήταν η μοναδική ομάδα που ξεκίνησε με ντεζαβαντάζ και τελικά κάθισε στο θρόνο.

Υπό αυτή την έννοια, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που η αξιολόγηση μπορεί να γίνει με βάση την επίδοση και όταν πια φτάσουμε σε ένα επαρκές δείγμα επιμέρους επιδόσεων, μπορούμε με μεγαλύτερη ασφάλεια να αξιολογήσουμε τις δυνατότητες.

Ο Παναθηναϊκός έζησε στην Βαρκελώνη έναν εφιάλτη. Ειδικά το τελευταίο δεκάλεπτο ήταν πραγματικό Βατερλό.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να επικαλεστούμε τον παραπάνω κανόνα της αξιολόγησης, να του βάζαμε ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό, να υπενθυμίζαμε κι ως καταπραϋντικό την Κυριακάτική νίκη μέσα στο ΣΕΦ και να περιμέναμε τα επόμενα παιχνίδια.

 Δυστυχώς όμως τα συμπτώματα και οι αδυναμίες που εντοπίστηκαν κόντρα στους ανανεωμένους και σφριγηλούς πια Καταλανούς, αλλά και στο διάστημα της προετοιμασίας που προηγήθηκε παρουσιάζονται συνεχώς και επαναλαμβανόμενα. Παρουσιάστηκαν και στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό, αλλά δεν στοίχισαν.

Κάθε μέρα που ανακοινωνόταν μια νέα μεταγραφή του καλοκαιριού, το επιμύθιο ήταν ότι ο φετινός Παναθηναϊκός, που «χτίζεται» πάνω στις ιδέες του Τσάβι Πασκουάλ, αν μη τι άλλο θα έχει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα με τον περσινό, όπως τον παρέλαβε από τον Πεδουλάκη: το μεγαλύτερο βάθος.

Αυτό, αν δεν κάνω λάθος, μεταφράζεται ότι ο κόουτς θα έχει στην διάθεσή του περισσότερους παίκτες που μπορεί να εμπιστεύεται και περισσότερες εναλλακτικές λύσεις όταν τα πράγματα δεν πάνε καλά. Αφήνοντας έξω το ματς κυπέλλου με τον Κολοσσό το οποίο φροντίσαμε, από τον τίτλο μάλιστα, να χαρακτηρίσουμε ως «αναξιόπιστο δείγμα», το ερώτημα που προσπαθούμε να απαντήσουμε μετά τα δυο πρώτα σοβαρά ματς της σεζόν που δόθηκαν εκτός έδρας (με Ολυμπιακό και Μπαρτσελόνα) συν κάποια φιλικά με ποιοτικές ομάδες, αφορά τον αριθμό. Αν είναι ενικός και ο Παναθηναϊκός αυτή τη στιγμή φαίνεται «λίγος» ή είναι πληθυντικός και αυτή τη στιγμή οι υπολογίσιμοι παίκτες του Παναθηναϊκού είναι «λίγοι».

Υπενθυμίζοντας ότι το ντέρμπι το πήραν οι περσινοί (Καλάθης, Ρίβερς, Γκιστ, Σίνγκλετον) με βοήθειες από τον Θανάση Αντετοκούνμπο και τον Λοτζέσκι, ψάχνουμε την στατιστική του ματς στο «Παλάου» και βλέπουμε ότι οι ίδιοι παίκτες που υστέρησαν και τότε, ήταν άφαντοι και απέναντι στην Μπαρτσελόνα: Ντένμον, Ογκουστ, Βουγιούκας. Και σε μια βραδιά που ο ακρογωνιαίος λίθος που ονομάζεται Κρις Σίνγκλετον και ακόμη απέχει μακριά από τον καλό του εαυτό, βρίσκεται αναγκαστικά στο παρκέ για 32+ λεπτά, για ποιο βάθος μιλάμε;. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι ο προπονητής του τον εμπιστεύεται, αλλά σημαίνει ότι δεν εμπιστεύεται τους υπόλοιπους που υπολογίζονται στην front line και δεν έπιασαν καν διψήφιο χρόνο συμμετοχής, μηδέ του Γκάμπριελ εξαιρουμένου, ο οποίος ήταν στο όριο (11’ και 23’’). Κι όλα αυτά σε ένα ματς που ο Κέβιν Σεραφέν αλώνιζε την ρακέτα θυμίζοντας ένα κράμα «Ολάζουον, Ντάνκαν και Μπαρκλεϊ». Σε ένα ματς που ευστόχησε 9 στα 12 σουτ, λες και απέναντί του είχε κουνούπια. Η μόνη περίοδος που «αναχαιτίστηκε» ήταν όταν ο Σίτο Αλόνσο τον τράβηξε τον πάγκο για να βάλει τον παρωχημένο Τόμιτς, για να του δώσει δυο ανάσες. Δεν υπήρξε κάποιος που να μπει και να του κάνει έστω δυο φάουλ της προκοπής για να τον εμποδίσει να αισθάνεται μέσα στο πράσινο ζωγραφιστό σαν τον Νουρέγιεφ στην «Λίμνη των κύκνων». Και το κακό για τον Παναθηναϊκό είναι ότι πολλοί προπονητές σε επίπεδο Euroleague το έχουν πάρει το μήνυμα και έχουν πάψει πια να βασίζονται σε ψηλούς στυλ Τόμιτς, Ραντούλιτσα ή ακόμη και Μπουρούση, που δεν έχουν ταχύτητα, δύναμη και αθλητικότητα και προσφέρουν εύκολο στόχο στην αντίπαλη επίθεση.

Είναι λοιπόν προτεραιότητα για τον Παναθηναϊκό, για τον Πασκουάλ, αν προτιμάτε, αφού συμφωνήσαμε ότι αυτός έφτιαξε την φετινή ομάδα με βάση τα δικά του «θέλω» να βρει τρόπο να σταματάει τους κάθε λογής Σεραφέν, γιατί αν δεν τα καταφέρει, η ομάδα του θα τα βρίσκει μπαστούνια ακόμη και στις μέρες που ο Σίνγκλετον με τον Γκιστ, θα είναι στα καλά τους.

Οι 27 πόντοι στο κεφάλι, δεν είναι πολλοί επειδή η ιστορία την κατέταξε ως την δεύτερη βαρύτερη ήττα στης Euroleague. μπορεί να έπεσε και στην περίπτωση. Υπάρχουν περιπτώσεις που δεν θέλει πολύ οι 15 να γίνουν 30 μέσα σε ένα δεκάλεπτο. Είναι πολλοί γιατί ψάχνει να καταλάβει κανείς τι ήθελε να πετύχει η ομάδα του στο συγκεκριμένο ματς. Και βιαστικά πήγε στην επίθεση με αποτέλεσμα να έχει κακή αμυντική ισορροπία και να προσφέρει στην Μπαρτσελόνα ένα ξεκούραστο επιθετικό transition των 24 ασίστ (έναντι μόλις 9) και στην άμυνα έμπαζε από παντού. Και σκεφτείτε ότι όλα αυτά με, όλα κι όλα, 10 λάθη. Πόσα λιγότερα θα μπορούσε να κάνει σε μια τέτοια έδρα;

Η αντίσταση του Παππά και η πρώτη εμφάνιση του Λεκαβίτσιους από τον οποίο κανείς δεν μπορούσε να έχει περισσότερες απαιτήσεις, μπορούν να μείνουν ως «κρατούμενα», για να επανεκτιμηθούν στην πορεία. Γιατί μπορεί να ακολουθεί ένα θεωρητικά εύκολο ματς με την Μπάμπεργκ στο ΟΑΚΑ, αλλά η ευρωπαϊκή συνέχεια (ΤΣΣΚΑ έξω, Φενέρμπαχτσε μέσα, Μπασκόνια έξω, Ολυμπιακός έξω) μοιάζει Γολγοθάς και το παν είναι σε μια τέτοια επίπονη διαδρομή να μην σε πάρει από κάτω.