Ίβκοβιτς: «Είχα καλές σχέσεις με τον Γκάλη»

Ο Ντούσαν Ίβκοβιτς εξιστόρησε την ιστορία του και αναφέρθηκε στα χρόνια που βρισκόταν στον Άρη και στον Νίκο Γκάλη.

Ίβκοβιτς: «Είχα καλές σχέσεις με τον Γκάλη»

Η εκπομπή της ΕΡΤ «Sports Doc» πρεμιέρα και ο Ντούσαν Ίβκοβιτς μίλησε για όλα:

Στο πρώτο μέρος της συνέντευξης αναφέρθηκε στα παιδικά του χρόνια: «Ήταν δύσκολα. Ήμουν παιδί του πολέμου, γεννήθηκα σε μια καλή οικογένεια. Είμαι παιδί... πολέμου. Πιστεύω από εκεί είχα στα γονίδια μου το να είμαι πολεμιστής».

Για τα πρώτα βήματά του στο μπάσκετ: «Είμαι γεννημένος σε μια περιοχή του Βελιγραδίου. Είχαμε ένα μεγάλο θέατρο και μια εκκλησία. Ήμασταν "κλειστοί" άνθρωποι. Αυτή η περιοχή έδωσε αθλητές, ηθοποιούς, επιστήμονες. Δεν είναι τυχαίο ότι από εκεί ήταν κι άλλοι κορυφαίοι. Έπαιξα για δέκα χρόνια μπάσκετ. Μπορούσα να αναβάλω τον στρατό μέχρι τα 27. Σταμάτησα τότε το μπάσκετ. Δεν ήταν επαγγελματικό τότε. Σήμερα λέμε ότι κάνουμε ειδική προπόνηση και προετοιμασία, οι παίκτες παίζουν μέχρι τα 40. Όπως ο Τζινόμπιλι, ο Ντάνκαν. Είναι κορυφαίες περιπτώσεις. Εγώ δεν είχα φιλοδοξίες να είμαι προπονητής. Συνέχισα μετά τον αδελφό μου, που ήταν μεγάλος προπονητής. Το ξέρει η Ευρώπη και το Βελιγράδι. Ο αδελφός μου ήταν μεγάλο ταλέντο, είχε προσφέρει πολλά στο σερβικό μπάσκετ, ήταν πρωταθλητής. Μου είπαν κάποια στιγμή αν θέλω να οργανώσω μαζί τους την ακαδημία της Ραντνίτσκι. Δεν θέλω να μιλήσω για τον εαυτό μου. Βρήκα τον σωστό δρόμο ως προπονητής. Βήμα - βήμα, από τις μικρές κατηγορίες. Θυμάμαι πάρα πολύ καλά και τον Παναγιώτη Γιαννάκη από το πρωτάθλημα Παίδων» και συνέχισε για τη συνεργασία του με τον Ζεράβιτσα:

«Πιστεύω πως στην προπονητική πρέπει να έχει κάποιος μια ειδικότητα. Εγώ δεν ήμουν μεγάλος παίκτης. Λάτρευα το μπάσκετ. Είναι η ζωή μου. Με κάλεσε ο Ράτκο Ζεράβιτσα. Ήταν μια σημαντική στιγμή να είμαι βοηθός του. Ξεκίνησε μια σημαντική τριετία. Στο τέλος της δεκαετίας του '70 είχαμε το πιο δυνατό πρωτάθλημα σε όλη την Ευρώπη. Πήρε το Πανευρωπαϊκό η Τσιμπόνα. Ήμουν νέος προπονητής το 1978-1979. Είχα δύο καλούς παίκτες, το καλύτερο δίδυμο σε όλο τον κόσμο. Είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στους παίκτες. Ήθελαν να δείξουν πώς μπορεί να παίξει η ομάδα με τον έναν ή τον άλλον. Πήραμε τρεις τίτλους. Αν τους είχα μαζί και τους δύο, η Παρτιζάν θα ήταν η καλύτερη ομάδα στην Ευρώπη».

«Ήταν μια καλή ομάδα. Είχα συνηθίσει να παίζω με υψηλή πεντάδα από τότε. Ο Σλάβιτς και ο Ντελίμπασιτς έπαιζαν στη θέση "1". Είχαμε φοβερούς παίκτες. Από τότε είχα ένα μις ματς μέσα στο παιχνίδι. Και ο Γιάννης Αντετοκούνμπο είναι all around παίκτης, θέλει λίγο χρόνο. Αν σταματούν παίκτες όπως ο Σπανούλης και ο Διαμαντίδης, εκείνος θέλει χρόνο να ρολάρει στην ομάδα», είπε για το τριπλ κράουν με την Παρτιζάν και συνέχισε για τον Άρη:

«Δεν ήμουν έτοιμος να φύγω έξω από την πατρίδα. Στην αρχή απέρριψα την πρόταση, είχα προετοιμασία με την Εθνική για το Βαλκανικό πρωτάθλημα. Ο γιος μου ήταν άρρωστος, μου είπαν οι γιατροί πως η θάλασσα θα του έκανε καλό. Τα βρήκαμε, συμφωνήσαμε, ξεκίνησα να έρθω στον Άρη. Ήξερα από τότε ότι η Ελλάδα έχει μεγάλα ταλέντα στα παιδικά. Ξέραμε ότι υπάρχει ταλέντο. Όταν ήρθα μετά στον ΠΑΟΚ ερχόντουσαν οι παίκτες για προπόνηση με τα ποδήλατα. Λέω "τι γίνεται εδώ;". Βήμα - βήμα, ήξερα ότι ο Άρης είχε πάρει το πρωτάθλημα. Αμέσως μετά οι καλύτεροι παίκτες σταμάτησαν. Είχαν κάποια προβλήματα με τη διοίκηση. Όπως ο Αλεξανδρής και ο Παπαγεωργίου. Ο Κώστας Δήμου μου λέει "φίλε, πού ήρθες εδώ; Όλη η ομάδα είναι κατεστραμμένη". Όχι μόνο μείναμε στην τριάδα... Το πρώτο παιχνίδι που παίξαμε στην έδρα μας με τον Ολυμπιακό... Με τις γνώσεις που είχα τότε από το ευρωπαϊκό μπάσκετ, μια ομάδα με τον Καστρινάκη, τον Γιατζόγλου και άλλους, ο Ολυμπιακός, είχε ευρωπαϊκό επίπεδο. Είπα τότε στον καθηγητή Νίκολιτς "πρόσεξε, αυτοί μπορούν να παίξουν καλά στην Ευρώπη". Εγώ είχα στον Άρη τον πιο νέο παίκτη στην ιστορία της ελληνικής λίγκας, τον Μιχάλη Ρωμανίδη. Σε ηλικία 15 ετών τον έβαλα εναντίον του Καστρινάκη. Μου είπε ο έφορος αν κέρδιζα το ματς θα είχα ένα δώρο από εκείνον. Κερδίσαμε το παιχνίδι. Ο Γκάλης ήταν τρομερός. Ήταν το κάτι άλλο. Όπως ήταν ο Στηβ Γιατζόγλου, ο Τάκης Κορωναίος και άλλοι. Ο Γκάλης τους έκανε να τελειώνουν άποντοι. Ήταν ένας φοβερός αρχηγός. Δεν θέλω να ανοίξω το θέμα τι έγινε την επόμενη μέρα. Μου έστειλαν μια πολυθρόνα μπαμπού. Την έχω ακόμα, ενθύμιο, ύστερα από τόσα χρόνια» και για τη σχέση που είχε με τον Νίκο Γκάλη:

«Ήταν πολύ καλές οι σχέσεις μας. Πιστεύω δεν θα γίνει θόρυβος με αυτό που θα πω. Οι άνθρωποι του Άρη αποφάσισαν ότι η ομάδα δεν πρέπει να πάρει το πρωτάθλημα, αυτοί ξέρουν, τη σεζόν 1981-1982. Δεν ήταν θέμα του Ίβκοβιτς και των παικτών. Γιατί ο Άρης δεν πήρε το πρωτάθλημα; Ξέρεις; Είναι απορία πολλών; Η σχέση μου και τότε ήταν ιδανική με εκείνον. Ο Γκάλης μου είχε πει "κόουτς, εσύ είπες για εμένα αυτά". Είχε δημιουργηθεί θέμα. Τώρα λένε οι παίκτες πως αν έπαιρνε ο Άρης αυτό το πρωτάθλημα θα είχε εμείνει η ίδια διοίκηση. Είχε τελειώσει το συμβόλαιό μου. Έκανα ό,τι μπορούσα στον Άρη. Προώθησα κάποια νέα παιδιά. Δεν ήξερα για τα προβλήματα που υπήρχαν. Άκουσα τους ανθρώπους που είχαν φτιάξει αυτό το κλίμα. Ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται από πίσω. Και με τον Άρη και με τον Γκάλη χωρίσαμε σαν φίλοι. Δεν είχα πρόβλημα. Αν κάποιος θέλει να πει ότι είχα πρόβλημα με τον Γκάλη, αυτό δεν είναι αλήθεια. Μου είπαν πιο πολύ εδώ στην Ελλάδα ότι δεν τα πάω καλά με τις βεντέτες. Τα πάω πολύ καλά. Από τον καλύτερο παίκτη, όχι επειδή είναι ο πιο ακριβοπληρωμένος, ζητάω να δίνει τα περισσότερα. Χωρίς "είμαι κουρασμένος". Μπορεί να υπάρχει κάποια κόντρα μέσα στη σεζόν, στο τέλος όμως είμαστε όλοι κερδισμένοι».

Για τον Ντράζεν Πέτροβιτς: «Με πολύ λίγα λόγια, ήταν μια οικογένεια και ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Αλεξάντερ, ήταν πολύ μεγάλος παίκτης. Αυτός πρώτος έφυγε. Η πόλη αυτή έδωσε πολλά ταλέντα. Ο Ντράζεν ήταν ένα μεγάλο ταλέντο. Είχε φοβερή αίσθηση για το μπάσκετ. Φοβερός σουτέρ. Αγαπούσε την μπάλα πολύ. Ο Μότσαρτ ήταν άλλο, συμφωνίες. Ο Ντράζεν ήταν φοβερός δουλευτεράς. Αυτό που ξέρω προσωπικά είναι όταν ξεκίνησε μικρός, αν το σχολείο άρχιζε στις 8, αυτός πήγαινε στο γήπεδο 6.30-7.30. Ήθελε να συνεχίζει την δουλειά. Τότε διάβασα στη Ρωσία που παίξαμε με την Αγία Πετρόπουλος... Οι Ρώσοι στο φτιάξιμο παικτών είχαν πάντα μοντέλα. Όταν έφτιαξαν τον Σαμπόνις είχαν μοντέλο τον Τσόσιτς. Ο Ντράζεν ήταν ένα φοβερό ταλέντο. Είχε και ταλέντο στη δουλειά. Δεν αρκεί μόνο το πρώτο. Δεν ξέρω αν ήταν ο κορυφαίος όλων. Δεν μπορώ να το πω. Είχα τόσους "χρυσούς" παίκτες. Δεν μπορώ να διαλέξω έναν. Είναι όλοι παιδιά μου. Δυστυχώς δεν μπορώ να πω».

Όσο για την την εθνική Γιουγκοσλαβίας: «Ήμουν πανέτοιμος. Εγώ πιστεύω πως λίγοι θα ξεκινούσαν έτσι. Θα πω μία ιστορία. Όταν αποφάσισε η ομοσπονδία να είμαι προπονητής της Εθνικής, μετά το Παγκόσμιο του 1986, η ομάδα της Γιουγκοσλαβίας δεν έγινε αποδεκτή από τον κόσμο. Υπήρχαν φωνές εναντίον όλων. Σε ένα χριστουγεννιάτικο τουρνουά, ο κόσμος μας αποδοκίμαζε πάρα πολύ. Πολύ εχθρική ατμόσφαιρα. Υπήρχαν κάποια στημένα παραμύθια από το 1986 για τα αδέρφια Πέτροβιτς. Ήταν όλα ψέματα. Εγώ έπρεπε να βρω πώς θα συνεχίσω με αυτή την ομάδα. Αποφάσισα πρώτον να μην πάρω τον Αλεξάνταρ Πέτροβιτς στη λίστα για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1988. Το δεύτερο είχε να κάνει με τον Γκρμπόβιτς. Ήξερα πως έχω πολλά ταλέντα πίσω του. Ο Νόβοσελ μού είπε πως ο Πέτροβιτς θα έπρεπε να είναι σίγουρη επιλογή από τον πάγκο και ο Γκρμπόβιτς είναι το καλύτερο 3άρι σε όλη την Ευρώπη. Εγώ τους είπα ότι επιμένω. Περίμενα 2-3 μέρες τη δημοσίευση τη λίστα και πήρα τον πρόεδρο να ρωτήσω τι συμβαίνει. Τούς είπα πως θα γίνει μία ομάδα που θα μείνει για χρόνια ως κορμός. Ο Ντράζεν δεν με ρώτησε ποτέ για τον αδερφό του και γιατί δεν τον πήρε. Η ομάδα ξεκινάει και ήταν αγαπητή σε όλο τον κόσμο. Έπαιξε πιο σύγχρονο, πιο μοντέρνο μπάσκετ. Είναι δύσκολο μετά τον πόλεμο να είσαι στρατηγός. Εγώ ήμουν σίγουρος πως αν αυτή η ομάδα παρέμενε και έπαιζε με την Dream Team το 1992, θα κέρδιζε. Έτσι αισθάνομαι εγώ. Μία χρονιά ξεκίνησαμε από εδώ την προετοιμασία μας, από τη Θεσσαλονίκη. Μετά κατεβήκαμε στην Αθήνα, το 1992 πριν από την Ολυμπιάδα, να παίξουμε κάποια φιλικά. Δοκιμάζαμε κάποια σχήματα. Επιστρέφουμε στο ξενοδοχείο «Πανόραμα» και έπρεπε να βγάλω τη 12άδα, αλλά ένιωσα έναν κόμπο. Αυτή ήταν η πιο δύσκολη στιγμή της προπονητικής μου καριέρας».

Best of internet