Το ασημένιο μετάλλιο που πανηγυρίστηκε λιγότερο από ποτέ!

Πες τα ρε Σπύρο!

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος (ξανα)ταξιδεύει  από την Σαϊτάμα  στην Αθήνα, με το «τσάρτερ των στεναγμών» και κάνει μια  στάση στο Ρίο για να βρει, δέκα χρόνια μετά,  την απάντηση που έψαχνε εκείνη τη νύχτα.

Πες τα ρε Σπύρο!

Επιστρέφοντας από το Μουντομπάσκετ του 2006, απέκτησα μια ανεξήγητη εμμονή, που φτάνει τα όρια της διαστροφής, αφού  έχουν περάσει ήδη δέκα χρόνια και ακόμη δεν με έχει εγκαταλείψει. Μόλις ολοκληρώνεται κάθε μεγάλη διοργάνωση καρφώνω τα μάτια μου στο βάθρο, την ώρα της απονομής. Παραδόξως, το βλέμμα μου αναζητά και περιεργάζεται, όχι τους χρυσούς, αλλά τους ασημένιους και τους χάλκινους. Κι αν δεν είμαι εκεί, όπως καλή ώρα στους φετινούς Ολυμπιακούς του Ρίο, αναζητώ επίμονα στα  πρακτορεία τις (αναμνηστικές)  φωτογραφίες. Πάλι των δεύτερων και των τρίτων.

Δεν ξέρω εσείς τι λέτε, πάντως μέχρι τώρα, δεν έχω συναντήσει πιο θλιμμένους δευτεραθλητές κόσμου από τους δικούς μας, όπως τους είδα και τους έζησα στη Σαϊτάμα, δυο μέρες μετά από τον αξέχαστο θρίαμβο επί των ΗΠΑ και μισή ώρα μετά τον τελικό –που ουσιαστικά  δεν… παίξαμε- με τους Ισπανούς. Ούτε οι ίδιοι οι Αμερικανοί που υποχρέωσαν τους διοργανωτές να κάνουν τον μικρό τελικό-για πρώτη και τελευταία φορά στα χρονικά- μια μέρα πριν για να φύγουν από την Ιαπωνία σαν …βρεγμένες γάτες, έκαναν έτσι. Ακόμη και  ανάμεσα στους   Ισπανούς, που την επόμενη χρονιά έχασαν το χρυσό στο Ευρωμπάσκετ της Μαδρίτης μέσα από τα χέρια τους, από τους Ρώσους, με το καλάθι του Χόλντεν στην εκπνοή, έβρισκες πέντε-έξι χαμόγελα,  έξι-οκτώ χέρια να κινούνται ζωηρά και να χαιρετάνε την εξέδρα , που είχε γεμίσει με ανθρώπους που είχαν πάει στο γήπεδο έτοιμοι για πάρτι και όχι για μάχη.

Αν δεν ήξερες τι είχε συμβεί στην Σαϊτάμα, θα πίστευες ότι επρόκειτο για ένα γαλανόλευκο άγημα σε κηδεία και όχι για την ήδη  πρωταθλήτρια Ευρώπης η οποία συνεχίζοντας τους άθλους της, ανέβηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της στο βάθρο ενός Παγκόσμιου Πρωταθλήματος έχοντας πετύχει την νίκη της διοργάνωσης αν όχι την μεγαλύτερη  νίκη που έχει πετύχει ποτέ ελληνική ομάδα.

Παρεμπιπτόντως, θυμάμαι (άρα το υπόβαθρο, της διαστροφής που λέγαμε, προϋπήρχε) ότι ένα χρόνο πριν, στο Βελιγράδι, οι Γάλλοι, έκαναν σα μικρά παιδιά που κρέμασαν στο στήθος τους το χάλκινο, παρότι ο τρόπος που έχασαν μέσα από τα χέρια τους τον ημιτελικό από την Ελλάδα (βλέπε τρίποντο Διαμαντίδη), στη δική μας λογική θα αποτελούσε αφορμή για «κάθειρξη» και «εξορία».

Σύμφωνοι, υπήρχε εξήγηση και ήταν προφανής.  Από τη μία  είναι  η αίσθηση πως όταν κατασπαράζεις, στα ίσια, το θηρίο,  θεωρείς ότι η μεγάλη ευκαιρία να κατακτήσεις τον κόσμο είναι πλέον  στα δικά σου χέρια. Κι από την άλλη είναι ότι αυτή την μεγάλη ευκαιρία την έχασες , όχι μετά από  μάχη,  αλλά μέσα από μια 40λεπτη διαδικασία (αγώνα δεν τη λες)  στην οποία το σώμα σου μεν ήταν εκεί, αλλά το πνεύμα σου απουσίαζε. Κι όπως λένε, στο στόμα μένει η τελευταία γεύση.

Τη δεύτερη πράξη του ….δράματος τη ζήσαμε στο τσάρτερ που ναυλώθηκε για να φέρει πίσω την ελληνική αποστολή. Μπήκαμε όλοι  μέσα. Εκεί να δείτε πλερέζες. Πρώτη φορά αισθάνθηκα πως σε αυτή την ομάδα μόνο τιμές άξιζαν και όχι κριτική. Και όχι γιατί είμαι κατά της κριτικής, κάθε άλλο. Απλά φανταζόμουν πως  αν ο απλός κόσμος ήξερε πόσο αυτομαστίγωμα έπεσε εκείνο το βράδυ μέσα  στο αεροπλάνο των στεναγμών, θα ένιωθε την ανάγκη να αντιδράσει αντιρροπιστικά.

« Χαμογελάστε λιγάκι, μη μας μαυρίζετε την καρδιά» εκλιπαρούσαμε  τον Μιχάλη, τον Θοδωρή, τον Δημήτρη, τον Λάζαρο, τον Νίκο, τον Νίκο, τον Δήμο, το Σοφοκλή, τον Βασίλη, τον Αντώνη, τον Κώστα, τον Παναγιώτη. Η ιδέα να περιφέρουμε τα bulletingτης διοργάνωσης (ένα από αυτά  το είδατε με τα μάτια σας στην «Μπασκετοπαρέα») και να ζητάμε απ’ όλους να υπογράψουν ήταν για να τους πείσουμε ότι αυτό που κατάφεραν ήταν σπουδαίο και θα το θυμόμαστε για πάντα.  Τίποτα…

Σε τέτοιες περιστάσεις, μόνο ένας δυνατός φόβος μπορεί να σε κάνει να ξεφύγεις λιγάκι. Στην περίπτωσή μας , ήταν ο πολυθρύλητος φόβος του Παπαλουκά για τα αεροπλάνα. Γνωρίζαμε ότι από ένα σημείο και μετά είχε θέσει όρο στην ΤΣΣΚΑ να μην συμμετέχει  στα μακρινά ταξίδια του Ρωσικού πρωταθλήματος, αλλά δεν φανταζόμασταν ότι μπορούσε να φτάσει σε τέτοιο σημείο.  Δεν ταίριαζε ούτε  με την φύση της δουλειάς του που απαιτεί συνεχή ταξίδια, ούτε  με μια  καριέρα του που είχε φτάσει στο peak της, σε  συνδυασμό με την  κατάκτηση της Ευρωλίγκας,  που είχε προηγηθεί. 

Ο Θοδωρής λοιπόν, είχε ξαπλώσει το κάθισμα, είχε σκεπαστεί με μια κουβέρτα και έδιωχνε όποιον έκανε να του μιλήσει. Κάποια στιγμή, είχαν μαζευτεί από πάνω του καμιά δεκαριά άτομα και προσπαθούσαν να τον κάνουν να ξεχαστεί. Αρνιόταν πεισματικά. Μέχρι που ήρθε ο κυβερνήτης. «Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς, εδώ είμαστε όλοι» τον διαβεβαίωσε. Κι εκείνος σαν τον ετοιμοθάνατο Εβραίο του ανεκδότου, έβγαλε για πρώτη φορά το κεφάλι του από την κουβέρτα και θορυβημένος, του απάντησε: «…και καλά στο τιμόνι ποιος είναι;».

Προηγουμένως, δεν ανέφερα και τόσο αυθόρμητα  το «Ρίο που δεν έζησα». Προχθές έτυχε να ξανακούσω μια συγκλονιστική απάντηση που έδωσε ο υπεραθλητής Σπύρος Γιαννιώτης στους Έλληνες δημοσιογράφους  και συνειδητοποίησα ότι μας έδωσε-δέκα χρόνια μετά-  την απάντηση που ψάχναμε εκείνη τη νύχτα.

Η ερώτηση γεμάτη  «συμπόνια» ήταν: Πόσο στενοχωρημένος είσαι που έχασες με αυτόν τον τρόπο το χρυσό  μετάλλιο;  

Και η απάντηση: Μα τι λέτε; Δεν είμαι  καθόλου στενοχωρημένος, ευτυχισμένος είμαι. Δεν έχασα το χρυσό, κατέκτησα το ασημένιο…

Το ακούσατε  αυτό Μιχάλη, Θοδωρή, Δημήτρη, Λάζαρε,  Νίκο(Χατζηβρέττα),  Νίκο (Ζήση) , Δήμο, Σοφοκλή,  Βασίλη,  Αντώνη, Κώστα και  Παναγιώτη;

Best of internet