Τα ποτάμια της χολής

Προπονητής και παίκτες της Εθνικής στο στόχαστρο της άδικης αμφισβήτησης

Τα ποτάμια της χολής

Ο Νίκος Παπαδογιάννης πιστεύει ότι ουδέποτε αντιμετώπισε τέτοιο κύμα κακεντρέχειας η Εθνική μπάσκετ. Και περιμένει την απάντησή της, μέσα στο γήπεδο.

Τα ποτάμια της χολής

Στις μάλλον λακωνικές και τετραγωνισμένες δηλώσεις που μας χάρισε 24 ώρες πριν το τζάμπολ του Προολυμπιακού τουρνουά, ο Στράτος Περπέρογλου φρόντισε να συμπεριλάβει μία φράση κλειδί: «Ξέρουμε ότι οι περισσότεροι δεν μας πιστεύουν, αλλά θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να τους διαψεύσουμε».

Εάν στη θέση του βρισκόταν κάποιος διεθνής υψηλών τόνων, ο ασυγκράτητος Γιάννης Μπουρούσης για παράδειγμα, θα διατύπωνε την ίδια θέση με τρόπο λιγότερο διπλωματικό.

«Ξέρουμε ότι μας θεωρείτε χαμένους από χέρι, αλλά θα προσπαθήσουμε να σας δείξουμε τα καρύδια μας», θα έλεγε. Ίσως και με κάπως διαφορετική διατύπωση…

Είναι τεράστιο κίνητρο η αμφισβήτηση για μία ομάδα. Και γίνεται ακόμα μεγαλύτερο, όταν είναι άδικη ή εδράζεται σε θολά κριτήρια. Η Εθνική μπάσκετ σπανίως έδωσε επιχειρήματα στους αμφισβητίες.

Ακόμα και στις δυσκολότερες στιγμές της, όπως μετά την (φτου, κακά) ήττα από τη Νιγηρία στο προηγούμενο Προολυμπιακό τουρνουά, παρέμεινε συσπειρωμένη και ύψωσε συρματοπλέγματα αυτοπροστασίας γύρω από τα ραγισμένα της τείχη.

Αγωνιστικά, βρίσκει τρόπους να αναπληρώνει τα κομμένα της πλοκάμια με καινούρια, ώστε να κολυμπάει ξένοιαστη στην επιφάνεια και να καβαλάει το κύμα όποτε βρίσκει την ευκαιρία.

Τριάντα χρόνια τώρα, η ομάδα που οι περισσότεροι (Ελληνες και ξένοι) πίστευαν ότι δεν θα άντεχε ούτε τριάντα μέρες καμαρώνει υπερήφανη στην παγκόσμια κορυφογραμμή, σταθερά και αδιαπραγμάτευτα.

Κακόμαθε το κοινό της σε τέτοιο βαθμό, ώστε να θεωρείται «αποτυχημένη» όταν μένει έξω από κάποιο βάθρο. Η Εθνική ομάδα της χρεωκοπημένης Ελλάδας, των 10 εκατομμυρίων κατοίκων που πασχίζουν όχι για τη διάκριση αλλά για την επιβίωση.

Σε ποιον άλλον τομέα είμαστε πέμπτοι στην Ευρώπη και δέκατοι στον κόσμο; Πέμπτοι, όχι πεντηκοστοί. Δέκατοι, όχι εκατοστοί. Μετρώντας από πάνω προς τα κάτω και όχι ανάποδα από κάτω προς τα πάνω.

Σε ποια άλλη δραστηριότητα της δημόσιας ζωής είκοσι μαλάκες –με το συμπάθιο- πασχίζουν όλο το καλοκαίρι αφιλοκερδώς για να μοιράσουν χαμόγελα στους αλαλιασμένους συμπολίτες, σε βάρος της επαγγελματικής τους ευημερίας και με κίνδυνο της ίδιας της υγείας τους;

Πριν από 3 χρόνια, σύσσωμη η κοινότητα του ελληνικού μπάσκετ εκλιπαρούσε τον Βασιλακόπουλο να αφήσει στην άκρη ξενόφερτα πειράματα τύπου Τρινκιέρι και να αναθέσει την Εθνική σε κορυφαίο Έλληνα προπονητή.

«Ξύπνα γέρο και πάρε τον Κατσικάρη», απαιτούσαν εν χορώ σχετικοί και άσχετοι, δίκαιοι και άδικοι.

Η κίνηση έγινε και ο Φώτης, σαν βλάκας με περικεφαλαία που είναι, δέχθηκε να ακουμπήσει το κεφάλι του στο ντορβά.

 Έκανε όμως ένα κεφαλαιώδες λάθος. Διάλεξε για την ομάδα του τους παίκτες που ταίριαζαν στη φιλοσοφία του και είχαν την Εθνική κορώνα στο κεφάλι τους, χωρίς να νοιάζεται αν τον χειμώνα φοράνε κόκκινο ή πράσινο πανί.

Τι το ήθελε, ο καψερός; Οι οπαδικές εφημερίδες του κρέμασαν κουδούνια και οι βαμμένοι οπαδοί, αυτοί που ανακαλύπτουν την Εθνική μόνο 5-6 μέρες τον χρόνο ντε, τον επικήρυξαν προφίλ και ανφάς.

Παλαιότερα είχαμε τους απέναντι να βλαστημάνε «την Εθνική του Βασιλακόπουλου», τώρα έχουμε τους από δω να βρίζουν «τον άσχετο που δεν παίρνει τον Παππά, τον Βλάντο και τον Φώτση».

Για κακή τύχη των υβριστών και σε πείσμα της αχαλίνωτης κακοήθειας, ο Κατσικάρης πέτυχε στη θητεία του ένα μικρό θαύμα. «Μεγάλο» έπρεπε να γράψω, αλλά θα μου πουν πάλι ότι είμαι ο προσωπικός του αγιογράφος.

Συσπείρωσε την ομάδα ακόμα περισσότερο, έπεισε τους ουκ οίγους απρόθυμους να χαλαλίσουν αγόγγυστα τα καλοκαίρια τους, έβαλε την εκσυγχρονιστική προπονητική του σφραγίδα σε μια ομάδα που είχε μάθει αλλιώς και οδήγησε την Εθνική σε ένα σερί από μεγάλες νίκες, στο Μουντομπάσκετ του 2014 και ξανά στο Ευρωμπάσκετ του 2015.

Τόσο στη Μαδρίτη όσο και στη Λιλ, ηττήθηκε μόνο μία φορά, από την κορυφαία στην τελική βαθμολογία ομάδα της Ευρώπης (Σερβία και Ισπανία αντίστοιχα).

Και τι μ’αυτό; Είναι «επικίνδυνος» και «ακατάλληλος» επειδή δεν κάλεσε τον Γιάνκοβιτς. Και τον Παππά. Και τον Φώτση. Και τον Μαυροκεφαλίδη. Και τον Καϊμακόγλου.

Πρόπερσι ήταν άσχετος διότι πόνταρε στον Βασιλειάδη, φέτος είναι ακόμα πιο άσχετος διότι ξέχασε τον Βασιλειάδη και άφησε την ομάδα χωρίς σουτέρ. Ο Τρινκιέρι σταυρώθηκε επειδή πήρε τον Φώτση και τον ταλαιπώρησε άσκοπα, ο Κατσικάρης επειδή τον αγνόησε.

Και οι παίκτες; Αυτοί κι αν μετράνε στα ταλαίπωρα αυτιά τους τις γενεές δεκατέσσερις. Οι απόντες είναι πάντοτε οι αγαπημένοι της κοινής γνώμης, οι παρόντες σχεδόν άχρηστοι.

Ο Αγραβάνης; «Δεν πρέπει να περνάει ούτε απ’έξω από την Εθνική». Ο Καλάθης; «Δεν ξανακούστηκε, πλέι-μέικερ να μη ξέρει να σουτάρει». Ο Θανάσης, που έφτασε μέχρι το ΝΒΑ; «Τον πήρανε στην Εθνική για να μη γκρινιάζει ο αδελφός του».

Ο Αθηναίου; «Ούτε για να δένει τα παπούτσια του Παππά». Ο Μάντζαρης; «Στάσιμος και ξεπερασμένος». Ο Περπέρογλου; «Πιο αργός κι από το ριπλέι».

Ο Κουφός; «Δεν έπρεπε να ξανακληθεί, αν δεν μας θέλει μία δεν τον θέλουμε δέκα». Ο Αντετοκούνμπο; «Επρεπε να μείνει στην Αμερική να δουλέψει το σουτ, άσε που είναι Νιγηριανός».

Ο Παπανικολάου; «Έκανε τον τραυματία γιατί ο Κατσικάρης του έκανε γυμνάσια». Ο Σλούκας; «Να μας πει τι έκανε στο ξενοδοχείο με τον Ομπράντοβιτς πέρυσι το καλοκαίρι».

Ο Σπανούλης; «Φραγκοφονούλης». Ο Διαμαντίδης; «Αγκωνίδης». Ο Γκάλης; «Ρομπότ, έπαιζε για τα λεφτά».

Και δώσ’του να ξεσπαθώνουν στον κυβερνοχώρο και δώσ’του να απαιτούν την κεφαλή προπονητή και παικτών επί πίνακι και δώσ’του να προσεύχονται για αποτυχία της Εθνικής ώστε να δηλώσουν δικαιωμένοι.

Και πού να μπορούσατε να διαβάσετε και τα «κομμένα» σχόλια, εδώ στη Gazzetta. Θα χάνατε πάσα ιδέα για το ανθρώπινο είδος...

«Στα τσακίδια Κατσικάρη και να μη μας γράφεις». «Κι εσύ Μπουρούση άδειασέ μας τη γωνιά, για να παίξει κανένας νεώτερος». Αρκεί να είναι δικός μας, ε; Όχι να μείνουν πίσω τα δικά μας παιδιά για να κάνει τα μανατζεριλίκια του ο Φωτάκος. 

Αλλά τι κάθομαι και κουράζομαι αντί να βγω για ντόλτσε βίτα στη ζεστή νύχτα του Τουρίνου; Εδώ υπάρχουν φίλαθλοι που πιστεύουν ακόμη ότι ο Ζήσης έπαιζε 17 χρόνια στις εθνικές ομάδες επειδή ήταν καλός στις δημόσιες σχέσεις…

Η αποδεκατισμένη και όμως αισιόδοξη Εθνική θα δώσει και φέτος τον τίμιο αγώνα της, αβοήθητη εδώ στο Τορίνο μπροστά σε 14.000 Ιταλούς, σχεδόν ανάδελφη στο παρακμιακό παλκοσένικο του ελληνικού αθλητισμού.

Εάν προκριθεί στο Ρίο, θα αφιερώσει το κατόρθωμα στον εαυτό της και στους ελάχιστους ρομαντικούς που την ακολουθούν παντού κόντρα στο ρεύμα της απαξίωσης – σε κανέναν άλλον.

Εάν πάλι αποκλειστεί, θα επιστρέψει την επόμενη χρονιά, ανανεωμένη, αλλά με πίστη στο όραμά της και με αυτοτροφοδοτούμενο πείσμα.

Όσο αμφισβητείται, τόσο θα επιμένει. Όσο πέφτει, τόσο θα σηκώνεται. Όσο παρουσιάζεται ξεγραμμένη, τόσο θα γράφει σελίδες υπερηφάνειας. Και όσο προσφέρεται βορά στα νύχια των κακεντρεχών, τόσο θα ενισχύει τις ωτασπίδες με τις οποίες συνεχίζει τον δρόμο της.

«Βγάλτε όλη τη χολή σας τώρα, διότι δεν θα σας ξαναδοθεί τέτοια ευκαιρία», είπε κάποτε ένας προφήτης με φανέλα και σορτσάκι. Δύο χρόνια αργότερα, οι πολυμήχανοι Έλληνες επέστρεφαν στην κορυφή του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Κολυμπώντας μέσα σε ποτάμια χολής, για να μη ξεχνιόμαστε. Άδικης, όσο και η σημερινή.

Εάν λοιπόν σας διατάξει κάποιος να σιωπήσετε, μη κοιτάτε αλλού, σε εσάς το λέω, μη το κάνετε. Φωνάξτε και βλαστημήστε με όλη σας τη δύναμη. Συνηθισμένα άλλωστε τα βουνά στα χιόνια.

Τα επιφωνήματα της αδικαιολόγητης περιφρόνησης είναι το ιδανικό καύσιμο για τους παίκτες και τους προπονητές αυτής της ομάδας.   

Best of internet