Δώστε στην Ελλάδα πέναλτι...

Από τις βολές του Καμπούρη και του Ζήση στις στραβοκλωτσιές των «ατζούρι»

Δώστε στην Ελλάδα πέναλτι...

Ο Νίκος Παπαδογιάννης έζησε από κοντά το ποδοσφαιρικό δράμα των Ιταλών και αναρωτιέται: είναι καλή στα πέναλτυ η Εθνική μπάσκετ;

Δώστε στην Ελλάδα πέναλτι...

Παρακολουθώντας τους ποδοσφαιριστές της Ιταλίας και της Γερμανίας να λιώνουν ο ένας μετά τον άλλον αντιμέτωποι με την εξοντωτική διαδικασία των πέναλτυ, ανάμεσα σε καμιά 200αριά μελαγχολικούς Τορινέζους στο δροσερό «Πάρκο Βαλεντίνο», σκέφτηκα κάτι που μου έφερε σύγκρυο.

Τι θα γινόταν εάν οι ισόπαλοι αγώνες στο μπάσκετ κρίνονταν από διαγωνισμό ελευθέρων βολών; Τι περισσότερο και τι λιγότερο θα είχαν κερδίσει οι ομάδες μας; Θα νικούσαμε ποτέ κανέναν, εμείς που με το ζόρι ξεπερνάμε το 70-75 τοις εκατό; 

Η εύκολη απάντηση είναι: «Αποκλείεται». Μισό λεπτό, όμως…

Οι επιδόσεις από τη γραμμή του φάουλ είναι παραδοσιακή πληγή των Ελλήνων παικτών, όπως και ο,τιδήποτε άλλο έχει να κάνει με τα βασικά του αθλήματος και με σκληρή δουλειά.

Το σουτ, η ντρίμπλα, η πάσα ακριβείας, ο,τιδήποτε εξαρτάται από εργατοώρες μοναχικής, ανιαρής προπόνησης, με ή χωρίς τη μπάλα, ήταν ανέκαθεν πρόβλημα για το ελληνικό μπάσκετ. Δεν είναι αποκλειστικά ζήτημα ταλέντου το τρίποντο, που τόσο λείπει (και) από τη φετινή Εθνική. 

Ο 6ος καλύτερος σουτέρ της Σερβίας, της Λιθουανίας, της Ισπανίας ή και της Ιταλίας και της Κροατίας είναι ανώτερος από τον κορυφαίο Έλληνα. Για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια, οι περιφερειακοί της «επίσημης αγαπημένης» (Καλάθης, Μάντζαρης, αδελφοί Αντετοκούνμπο) θα είναι η χαρά της άμυνας «under the screener».

Ακόμα και παίκτες-τοτέμ όπως ο Σπανούλης και ο Διαμαντίδης χρειάστηκαν αρκετά χρόνια και ατελείωτη προπόνηση για να γίνουν αποτελεσματικοί σουτέρ μετά από ντρίμπλα ή πίσω από το «σκριν». Ο Παπαλουκάς δεν έφτασε ποτέ σε αυτό το επίπεδο.

Άλλο αν οι τρεις τους (και από κοντά ο Ζήσης) σκόρπιζαν ανέκαθεν τον τρόμο στα τελευταία λεπτά ενός κρίσιμου αγώνα. Σε αυτή την περίπτωση μετρούσε η αυτοσυγκέντρωση, η προσωπικότητα, η ευψυχία, η αυτοπεποίθηση.

Το ίδιο ισχύει και για τις βολές, εδώ που τα λέμε. Ενώ οι περισσότεροι Έλληνες μπασκετμπολίστες υστερούν σε αυτόν τον τομέα, σπανίως θυμάμαι να εκτοξεύονται «τούβλα» από τη γραμμή στα μεγάλα ματς. Τουλάχιστον όχι μετά το 2001 και τις 5 χαμένες βολές του Παπαλουκά στο φινάλε του αγώνα με τους Γερμαναράδες.

Οι 3/3 βολές του Νίκου Ζήση όταν οι Γάλλοι έφτασαν στο +7 στον ημιτελικό του Βελιγραδίου άλλαξαν την ιστορία του ελληνικού μπάσκετ όσο την άλλαξε το τρίποντο του Διαμαντίδη. Στη Σαϊτάμα, απέναντι στους Αμερικανούς, ο Βασίλης Σπανούλης κέρδισε δύο φάουλ στο τρίποντο και έβαλε 6/6. Στο ματς του μεταλλίου, το 2009 στο Κατοβίτσε, ο Σοφοκλής Σχορτσανίτης ευστόχησε σε 9 συνεχόμενες.

Και οι απέναντι; Μία κρύο, μία ζεστό, μία πάλι κρύο. Ο Πάρκερ και ο Ριγκοντό στο Βελιγράδι, ο Ασίκ με τις 1/6 στον προημιτελικό της Πολωνίας, ο Σισκάουσκας το 2012 στην Κωνσταντινούπολη αν θέλετε να πάμε στην Ευρωλίγκα, ο Μπετσίροβιτς το 2002 στη Μπολόνια, εθνικοί ευεργέτες από τους λίγους.

Έχει όμως και πίσω όψη αυτό το νόμισμα. Στον αλήστου μνήμης ημιτελικό του 2007 στη Μαδρίτη, όταν η Εθνική μας πάλευε για την πρωτοκαθεδρία στο ευρωπαϊκό στερέωμα, η ελληνική ομάδα είχε το συμπαθητικό 72% στις βολές (13/18), αλλά οι Ισπανοί έβαλαν 27 στις 28 και νίκησαν με 82-77.

Δύο μέρες αργότερα, στον τελικό με τους Ρώσους, η ίδια Ισπανία σούταρε 15/26 μες στη βιασύνη της να πανηγυρίσει τον τίτλο που δεν κέρδισε ποτέ. Ο Πάου Γκασόλ είχε 9/10 στο ένα παιχνίδι και 5/12 στο άλλο…

Όλα βέβαια ξεκίνησαν με τις δύο εύστοχες βολές που άλλαξαν τις ζωές όλων μας. Ο Αργύρης Καμπούρης μετρούσε 11/20 στους 8 αγώνες του Ευρωμπάσκετ και δεν ήταν δα κάποιος μετρ του επιθετικού ριμπάουντ. Όταν όμως κέρδισε τη μάχη από τον –αείμνηστο- Βαλερί Γκομπόροφ, έπιασε με σταθερό χέρι το πενάκι για να γράψει ιστορία.

Το ήρεμο, σχεδόν πέτρινο πρόσωπο του «τίμιου γίγαντα» την ίδια ώρα που η χώρα έτρεμε σύγκορμη θα μπορούσε να γίνει εξώφυλλο στο χρυσό βιβλίο του ελληνικού μπάσκετ. Ασάλιωτη μέσα η πρώτη, ασάλιωτη μέσα και η δεύτερη, πτύελο στα μούτρα της στατιστικής και της λογικής.

Ποιον άλλον θα επέλεγαν για να κάνουν φάουλ οι Σοβιετικοί από τους 5 Έλληνες που συνέχιζαν, αν ήταν στο χέρι τους; Τον Γκάλη, που θα τις έβαζε και με δεμένα χέρια; Τον Φάνη; Τον Μέμο; Τον Ανδρίτσο, που νωρίτερα έβαλε 2/2 με το εξίσου ευλογημένο χέρι του και έστειλε τον τελικό στην παράταση; Ή μήπως τον Φασούλα που είχε αποβληθεί με 5 φάουλ;

Νιετ. Θα πόνταραν όλα τους τα ρούβλια στην ακατέργαστη τεχνική του Καμπούρη. Μόνο αυτός υπήρχε περίπτωση να τις χάσει και τις δύο. Αλλά ο Ανάργυρος είχε χέρια από χρυσάφι. Το «θέλω» που έγινε «μπορώ» φώτισε την Ελλάδα και έγινε φωτεινός φάρος για να γίνει το μπάσκετ εθνικό μας σπορ.

Τριάντα χρόνια αργότερα, είμαστε ακόμη εδώ διάβολε, στην κορυφογραμμή, χωρίς καλούς σουτέρ, χωρίς καλά ποσοστά στις βολές, αλλά προσηλωμένοι στην αποστολή, εφοδιασμένοι με διακαή επιθυμία διάκρισης και έτοιμοι να σπείρουμε τους σπόρους για ένα αντάξιο μέλλον.

Αν είναι να κριθεί σε δύο ελεύθερες βολές του Μπουρούση ή σε ένα μακρυνό σουτ του Μάντζαρη ή σε μία μακρυνή πάσα του Καλάθη η πρόκριση για το Ρίο, δεν το φοβάμαι καθόλου. 

Best of internet