Stop, χάσαμε τον Μπόμπαν μας!

Stop, χάσαμε τον Μπόμπαν μας!

Δέκα χρόνια από την ημέρα που έφυγε για την «γειτονιά των αγγέλων», ο Αντώνης Καλκαβούρας θυμάται τον μορφωμένο «χορευτή» των γηπέδων, που με μία μοιραία κίνηση μπήκε αυτόματα στις καρδιές όλων των Ελλήνων φιλάθλων. 

Stop, χάσαμε τον Μπόμπαν μας!

Το καλοκαίρι του 1992, όταν ο Πανιώνιος ανακοίνωνε την απόκτησή του, στον κανονισμό του ελληνικό πρωταθλήματος ίσχυσε για πρώτη φορά η διάταξη του 2ου ξένου. Θυμάμαι ότι τότε ήμουν 17 χρονών και έχοντας περάσει όλα τα μαθητικά μου χρόνια στη Νέα Σμύρνη, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι η διοίκηση των «κυανέρυθρων», που τόσο πολύ φημιζόταν για τις πετυχημένες επιλογές στους ξένους, θα κάλυπτε τη θέση του 1ου ξένου με έναν άσημο Γιουγκοσλάβο φόργουορντ, που δεν είχε παίξει ποτέ στην πανίσχυρη Εθνική ομάδα των «πλάβι». Εκείνη την εποχή, βλέπετε, δεν υπήρχε internet και δεν μπορούσες – ανά πάσα στιγμή – να μάθεις τι ψάρια πιάνει ο κάθε μπασκετμπολίστας. Οπότε ακόμη και οι «μυημένοι» μπασκετικοί δεν μπορούσαμε να γνωρίζουμε τι παιχτάρα ήταν ο τρελούτσικος αυτός αξύριστος και μποέμ τύπος, που ερχόταν από τον Ερυθρό Αστέρα και δεν έβαζε απλά την μπάλα στο καλάθι με όποιον τρόπο ήθελε... Ήταν κι ένας πολύ μορφωμένος και διαβασμένος αθλητής, με τον οποίο μπορούσες να συζητάς με τις ώρες και μετά από κάθε κουβέντα μαζί του, να αισθάνεσαι ότι έγινες σοφότερος.

Πριν την αποφράδα βραδιά της 28ης Απριλίου του 1993, ο Σλόμπονταν – για τους φίλους Μπόμπαν – Γιάνκοβιτς είχε βάλει την σφραγίδα του στην εξαιρετική χρονιά του Πανιωνίου, στον οποίο τότε έπαιζαν, εκτός του Φάνη και του Χρήστου Χριστοδούλου, ο P.J. Μπράουν, ο Γιώργος Μποσγανάς, ο Βαγγέλης Αγγέλου, ο Κρις Χουγκάζ, ο Βασίλης Κικίλιας κ.α. Την ίδια χρονιά, το «καμάρι της πλατείας» είχε φτάσει μέχρι τα προημιτελικά του Κυπέλλου Κόρατς (αποκλείστηκε από την Αντέκο Μιλάνο) και ο 29χρονος, τότε, Σέρβος φόργουορντ είχε ολοκληρώσει την διοργάνωση με μ.ο. 20,8 πόντους, 5,2 ριμπάουντ και 3,8 ασίστ! Ο Μπόμπαν πέρα από άνθρωπος έξω καρδιά, ήθελε να κερδίζει παντού! Το επιθετικό του ταλέντο ήταν σπάνιο και ο λόγος για τον οποίο δεν κλήθηκε ποτέ στην Εθνική ομάδα της χώρας του, είχε να κάνει με την έλλειψη αθλητικών προσόντων και διάθεσης για δουλειά στην προπόνηση.

Η δίψα του για τη νίκη, όμως, ήταν τόσο μεγάλη, που σε κάθε ματς, άφηνε τα... κόκαλά του στο παρκέ για να την κατακτήσει. Αυτή η ευδιάκριτη επιθυμία του να είναι πάντα νικητής, χάλασε για λίγα δευτερόλεπτα το μυαλό του και η διαφωνία του με ένα επιθετικό φάουλ (στον Αλβέρτη) που σφυρίχτηκε εναντίον του, έμελλε να του αλλάξει μία για πάντα τη ζωή. Η κουτουλιά του στην μπάσκέτα, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την απόφαση του Στέλιου Κουκουλεκίδη, τον άφησε εφεξής καθηλωμένο σε ανάπηρικό καρότσι κι έμεινε στην ιστορία, ως ο πιο τραγικός αυτοτραυματισμός του ελληνικού αθλητισμού. Έκτοτε, ο Μπόμπαν κέρδισε την συμπάθεια σύσσωμου του φίλαθλου κόσμου της χώρας μας. Έγινε ο Μπόμπαν όλων μας! Πολλοί ήταν αυτοί που έφυγαν από δίπλα του και τον εγκατέλειψαν, όχι όμως το ελληνικό μπάσκετ και ο αγαπημένος του Πανιώνιος!

Γι' αυτό και ο ίδιος, εκποίησε την διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία του στο Βελιγράδι (η οικογένειά του είχε μεγάλο εκδοτικό οίκο), ταξίδεψε πολλές φορές στο εξωτερικό για να εξεταστεί και να χειρουργηθεί από ειδικευμένους γιατρούς και όταν εξάντλησε όλες τις πιθανότητες που είχε για να ξαναπερπατήσει, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, για να είναι κοντά στη μεγάλη του αγάπη και να απασχολείται στο ΠΡΟΠΟ, που του παραχώρησε η Πολιτεία. Σ' εκείνο το διαμέρισμα της νεότευκτης πολυκατοικίας στην Άνω Νέα Σμύρνη, τον Απρίλιο του 1997, πρωτογνώρισα τον Μπόμπαν. Ως σχετικά νεοσύλλεκτος στο επάγγελμα τότε, θυμάμαι να φεύγω από το σπίτι του στην Σεβαστείας 32, μετά από μία συνέντευξη-εξομολόγηση που με είχε ανατριχιάσει!

Έκτοτε, είχα την χαρά και την τιμή να θεωρώ τον Μπόμπαν, φίλο μου! Τουλάχιστον εκείνος έτσι μ' αποκαλούσε, οπότε συναντιόμαστε, είτε στο μαγαζί του, είτε στο γήπεδο, είτε στην πλατεία, είτε σε κάποια άλλη μπασκετική εκδήλωση. Αισθανόμουν πολύ περήφανος γι' αυτό και πραγματικά χαιρόμουν να συγχρωτίζομαι μαζί του. Έβλεπε με καμάρι τον μονάκριβο γιο του, Βλάντο να μεγαλώνει και να μακραίνει κι ονειρευόταν να τον δει κάποτε να μεγαλουργεί στα παρκέ με τη φανέλα του Πανιωνίου και της Εθνικής ομάδας. Ο Γιάνκοβιτς, βλέπετε, είχε γίνει κανονικός Έλληνας. Θυμάμαι σαν χθες, τις καθημερινές μπασκετικές μας αναλύσεις στο πρωινό του ξενοδοχείου “Intercontinental” στο Βελιγράδι (παρέα με τον 15χρονο τότε κανακάρη του), κατά τη διάρκεια του Eurobasket του 2005. Το απόλυτο φαβορί για το χρυσό μετάλλιο και διοργανώτρια Σερβία, είχε αποκλειστεί από τη Γαλλία και η αδύναμη πλην όμως ζεστή καρδιά του Μπόμπαν, χτύπαγε δυνατά για την «επίσημη αγαπημένη». Το πίστευε κι αυτός, το πιστέψαμε όλοι μας και το βράδυ της «στέψης» είδα για τελευταία φορά τόσο διάπλατο το χαμόγελό του!

Λίγους μήνες αργότερα, με το ημερολόγιο να δείχνει και πάλι το καταραμένο νούμερο 28 (Ιουνίου), η μεγάλη καρδιά του Μπόμπαν, δεν άντεξε! Εν πλω προς τη Ρόδο (όπου πήγαινε για ολιγοήμερες διακοπές), λίγο έξω από τη Σύρο, η καρδιά του «φτερούγισε» για τελευταία φορά. Λίγες ώρες νωρίτερα, ο γιος του Βλάντο, πετύχαινε 28 (!) πόντους στο πανελλήνιο πρωτάθλημα παίδων με την «κυανέρυθρη» φανέλα και κατέθετε τα πρώτα διαπιστευτήρια της μετέπειτα επαγγελματικής ενασχόλησής του με το μπάσκετ. Κάπου εκεί ψηλά ο Μπόμπαν, θα είναι σίγουρα περήφανος. Να 'σαι καλά ρε brate, όπου και να 'σαι...

Best of internet