Πίσω από τον μαντρότοιχο

«Ο παίκτης προκαλούσε προβλήματα και ήταν απρόβλεπτος».

Πίσω από τον μαντρότοιχο

O Nίκος Παπαδογιάννης ψηλαφίζει το ταμπού της διπολικής διαταραχής και αναρωτιέται ποιος είναι ο ιδανικός τρόπος για να χειριστεί κανείς έναν ασθενή αθλητή.

Πίσω από τον μαντρότοιχο

Στο προηγούμενο κείμενό μου, χρησιμοποίησα χάριν αστεϊσμού το παρακάτω σχήμα λόγου: «Η Εθνική μας θα πρέπει να τρέξει με γνώμονα τη λογική και όχι σαν τους τρελούς, που τρέχουν στο τρελοκομείο». Ήταν δάνειο από μία παλιά αποστροφή του Γιάννη Ιωαννίδη, ο οποίος απαντούσε με αυτόν τον τρόπο όταν τον ρωτούσαν για ποιο λόγο αποστρέφεται το γρήγορο μπάσκετ.

«Να τρέχουμε, αλλά να ξέρουμε και πού πάμε. Μοναχά οι τρελοί τρέχουν χωρίς μπάλα στο τρελάδικο». Αλλά ο «ξανθός» δεν υπήρξε ποτέ πρωταθλητής της πολιτικής ορθότητας. Οποιοσδήποτε χρησιμοποιεί τα τσιτάτα του οφείλει να είναι προσεκτικός.

Λίγα λεπτά αργότερα, έφτασε στο γραμματοκιβώτιό μου μία ευγενέστατη και εμπεριστατωμένη επιστολή διαμαρτυρίας, από επιστήμονα αναγνώστη με ιδιαίτερες ευαισθησίες.

«Ακόμα και αν θέλουν οι τρελοί να τρέξουν στο νοσοκομείο, δεν μπορούν, αφού υποβάλλονται σε υπνοθεραπεία», μου έγραψε, μεταξύ πολλών άλλων, διαφωτιστικών.

«Ελπίζω να μη με περάσετε για κούφιο ιδεολόγο», κατέληξε. «Οι αντιλήψεις μας διαμορφώνονται από αυτά που διαβάζουμε και λέμε».

Έχει απόλυτο δίκαιο ο φίλος. Η «τρέλα» δεν είναι χωρατό για να γελάμε και για να κάνουμε λογοπαίγνια. Οι ασθένειες του εγκεφάλου δεν αστειεύονται και δεν χαρίζονται σε κανέναν. Ούτε φυσικά στους αθλητές.

Απολογούμαι και ζητώ επιείκια. Ως κάτοικος περιοχής που γειτνιάζει με δύο ψυχιατρεία, έχω δει πολλά με τα ίδια μου τα μάτια, από την εποχή του σχολείου ακόμη. Και όχι μόνο πίσω από τον μαντρότοιχο...

Ένας μπασκετμπολίστας που κατέκτησε ευρωπαϊκό τίτλο με ελληνικό σύλλογο την τελευταία πενταετία διαγνώστηκε εν Ελλάδι με διπολική διαταραχή. Όταν εξοστρακίστηκε από την ομάδα, οι καλοθελητές άφησαν να διαρρεύσει ότι ο παίκτης «προκαλούσε προβλήματα και ήταν απρόβλεπτος».

Αποχώρησε, έτσι, με στίγμα, μολονότι ασθενής. Μήπως θα ήταν πιο τίμιο να ειπωθεί η αλήθεια; Ίσως βέβαια να μη το ήθελε ο ίδιος ο αθλητής. Καλώς ή κακώς, ο «προβληματικός χαρακτήρας» βρίσκει πιο εύκολα δουλειά από τον κλινικά διπολικό, έστω και αν ο τελευταίος ελέγχει την πάθησή του με φαρμακευτική αγωγή.

Τον Αύγουστο του 1998, το αμερικανικό περιοδικό «SLAM» ξάφνιασε τους αναγνώστες του. Μία κοπέλα, το κορίτσι-θαύμα του ΝCAA Chamique Holdsclaw πόζαρε στο εξώφυλλο με φανέλα όχι κάποιας ομάδας του WNBA, αλλά των Νιου Γιορκ Νικς, με το νούμερο 23 μάλιστα: «Είναι το ΝΒΑ έτοιμο για τη Σαμίκ Χόλντσκλο;»

Όχι, δεν ήταν. Ωστόσο η όμορφη «Μικ» έπαιξε σπουδαίο μπάσκετ στο WNBA, κατέκτησε χρυσά μετάλλια με τις ΗΠΑ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σίντνεϊ και στο Μουντομπάσκετ του 1998, ενώ γκρέμισε κάμποσα ταμπού όταν ομολόγησε ανοιχτά την ομοφυλοφιλία της.

Ώσπου τα παράτησε, εντελώς ξαφνικά, στην τρυφερή ηλικία των 30 ετών. Χωρίς να προσφέρει την παραμικρή πειστική εξήγηση.

Στην αυτοβιογραφία που κυκλοφόρησε πολύ αργότερα, το 2012, η Σαμίκ Χόλντσκλο αποκάλυψε ότι την εποχή που έπαιζε μπάσκετ διέπραξε μία τουλάχιστον απόπειρα αυτοκτονίας. «Εκεί με οδήγησε η κατάθλιψη», έγραψε.

Όπως εκείνον τον σπουδαίο ξένο μπασκετμπολίστα, που έπαιξε σε τρεις ελληνικές ομάδες στη δεκαετία του ’90 και δεν χαμογελούσε ποτέ…

Τον Δεκέμβριο της ίδια χρονιάς, η κοπέλα με την ταραγμένη ψυχή συνελήφθη από την αστυνομία της Ατλάντα επειδή επιτέθηκε με μπαστούνι του μπέιζμπολ στο αυτοκίνητο της πρώην συντρόφου της (της άλλοτε παίκτριας του WNBA Τζένιφερ Λέισι), και μάλιστα πυροβόλησε με όπλο μέσα από το κλειστό παράθυρο χωρίς να τραυματίσει κανέναν.

Η Χόλντσκλο ομολόγησε την ενοχή της, οπότε καταδικάστηκε σε 120 ώρες κοινωφελούς εργασίας, πρόστιμο 3.000 δολαρίων και τριετή επιτήρηση. Δεν ήταν όμως μία «απλή» εγκληματική πράξη σαν τις πολλές της αμερικάνικης ζούγκλας.

«Στην πραγματικότητα, ήθελα να στρέψω το πιστόλι στον κρόταφό μου», είπε η Χόλντσκλο όταν βγήκε από το δικαστήριο. «Μετά έπαθα μπλακ-άουτ και δεν θυμάμαι τίποτε». Οι γιατροί μίλησαν για διπολισμό.

Το κορίτσι-εικόνισμα του γυναικείου μπάσκετ παλεύει με τους δαίμονες από τότε που ήταν μικρό παιδί. «Μόνο με το μπάσκετ ένιωθα ήρεμη. Μόλις έφευγα από το γυμναστήριο, με έπιανε τρέλα. Ήταν σαν να ζούσα δύο διαφορετικές ζωές».

Ο θάνατος της γιαγιάς της, το 2002, πυροδότησε ανεξέλεγκτες εξελίξεις στο μυαλό της 25χρονης Σαμίκ: «Ένιωθα σαν να με πήγαν σε κάποιο σκοτεινό μέρος. Κλεινόμουν ερμητικά στον εαυτό μου, ενώ η μνήμη μου δεν λειτουργούσε».

Το 2004, η Χόλντσκλο ανακοίνωσε ότι έπασχε από κατάθλιψη, αλλά συνέχισε να ψάχνει τη γιατρειά της στο μπάσκετ. Μέχρι που αποφάσισε να κρεμάσει τα παπούτσια, τρία χρόνια αργότερα. Επέστρεψε για λίγο το 2009, αλλά το μυαλό της ήταν αλλού. Κυριολεκτικά.

Σήμερα, η Σαμίκ Χόλντσκλο δίνει τον αγώνα της ενημέρωσης για τις ασθένειες του εγκεφάλου (μαζί με τον παιδικό της φίλο Ρον Αρτέστ που αντιμετωπίζει παρόμοια προβλήματα), ώστε να βοηθήσει όσο γίνεται περισσότερους ανθρώπους.

Η εμβληματική προπονήτρια Πατ Σάμιτ (φωτ.), που έπασχε από πρόωρο Αλτσχάιμερ και πέθανε πριν από λίγες ώρες στα 64 της, ήταν το μεγάλο της στήριγμα. Για την ακρίβεια, η μία στήριζε την άλλη...

Ακόμα και σήμερα, η «Μικ» δυσκολεύεται να σηκωθεί το πρωί από το κρεβάτι. «Όταν όμως έμαθα να ανοίγομαι στους ανθρώπους, άρχισε η πορεία προς την ίαση». Μακάρι να ήταν τόσο απλό.

Το ντοκυμαντέρ «ΜIND/GAME, The Unquiet Story of Chamique Holdsclaw» εξιστορεί τον αγώνα της και τη θαρραλέα στάση της απέναντι στην αδυσώπητη διπολική διαταραχή.

Η Χόλντσκλο περνάει τις μέρες της κάνοντας γιόγκα και μιλώντας σε σχολεία ή κολέγια για τις ιδιαιτερότητες της ασθένειας. Πότε πότε, παίζει και λίγο μπάσκετ, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. 

«Στα δεκαπέντε δευτερόλεπτα που κρατούσα εκείνο το όπλο, άλλαξε η ζωή μου», ομολογεί. «Ευτυχώς, όχι ανεπανόρθωτα και όχι προς το χειρότερο. Τότε ήταν που αποφάσισα να ζητήσω βοήθεια».

Best of internet