Ο Τσόρτσιλ και το... κωλομπαριλίκι!

Ο Ολυμπιακός που γιορτάζει σήμερα τα 91α γενέθλια του δοκιμάζεται στη Βαμβέργη και ο Βασίλης Σκουντής φιλοτεχνεί το προφίλ του ανθρώπου που μολονότι το ποθούσε σφόδρα, δεν στέριωσε κοντά μας... 

Ο Τσόρτσιλ και το... κωλομπαριλίκι!

Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται, απλώς τα αναφέρω για να φτιάξω ατμόσφαιρα, που λένε, ενόψει της αποψινής αναμέτρησης...

Πρώτα απ' όλα σήμερα ο Ολυμπιακός (ως σύλλογος και όχι ως ομάδα μπάσκετ) συμπληρώνει 91 χρόνια ζωής και ασφαλώς θα ήθελε αυτή η τούρτα γενεθλίων να είναι γλυκιά και όχι πικρή...

Είναι γνωστό τοις πάσι ότι μετά τις τρεις απανωτές και τις πέντε μαζεμένες σε έξι ματς, ήττες του, έχει επιδοθεί πλέον σε ένα ντεμαράζ για να καλύψει το χαμένο έδαφος και ο αποψινός αγώνας αποτελεί τον δεύτερο από τους έξι “τελικούς” προς αυτή την κατεύθυνση...

Της Μπάμπεργκ ο Ολυμπιακός της τα έχει μαζεμένα, διότι οι πληγές που του προκάλεσε στις 15 Ιανουαρίου έχουν ακόμη νωπό το αίμα πάνω τους, άλλωστε εκείνη η ήττα που από τους -24 πόντους έκλεισε στο -5 (72-77) υπήρξε η απαρχή των δεινών του...

Συν τοις άλλοις, όσο κι αν φαίνεται περίεργο η γερμανική ομάδα, που έχει έντονο ελληνικό χρώμα λόγω της παρουσίας του Νίκου Ζήση, του Αντρέα Τρινκιέρι και του συνεργάτη του, Ηλία Κατζούρη, αποτελεί εδώ και δώδεκα χρόνια που διασταυρώθηκαν για πρώτη φορά οι δρόμοι μας, έναν κακό δαίμονα για τους εκάστοτε πρεσβευτές μας στα διάφορα Κύπελλα Ευρώπης!

Ναι, ακούγεται όντως παράξενο, αλλά αρχής γενομένης από τη σεζόν 2004-05 και σε σύνολο 15 αγώνων με τον Παναθηναϊκό (1-3), την ΑΕΚ (3-1), τον Ολυμπιακό (2-1), τον Μακεδονικό (1-1) και τον Πανελλήνιο (1-1) οι Βαυαροί έχουν να επιδείξουν οκτώ νίκες και επτά ήττες. Η μόνη από τις τέσσερις ελληνικές ομάδες που δεν έχει φύγει με την ουρά στα σκέλια από την πόλη που (όπως και η Ρώμη) βρίσκεται κτισμένη πάνω σε επτά λόφους, είναι ο Μακεδονικός, ο οποίος όμως ηττήθηκε στο ματς της Κοζάνης.

Αμ το άλλο; Σαν να μην έφτανε το αρνητικό σκορ με την Μπάμπεργκ, η εφετινή σεζόν εξελίσσεται και σε μια γενικότερη δαιμονοποίηση των Γερμανών, οι οποίοι σε τέσσερις αγώνες, μας πήραν παραμάζωμα σημειώνοντας τρεις νίκες και γνωρίζοντας μόνο μία ήττα: 1-0 η Μπρόζε Μπάσκετς με τον Ολυμπιακό, 2-0 η Ολντενμπουργκ με τον ΠΑΟΚ και 1-1 η Αλμπα Βερολίνου με τον Αρη.

Η Μεγάλη Εβδομάδα μπορεί να αργεί ακόμη (άλλωστε δεν μπήκαμε καν στη Σαρακοστή), ωστόσο απόψε στην “Brose Arena” ο Ολυμπιακός εκών άκων θα ψάλει το τροπάριο του Νυμφίου, που έρχεται εν μέσω της νυκτός και τον λένε Τρινκιέρι!

Πριν από δυόμισι χρόνια ελπίζαμε να γίνει πραγματικότητα στην μπασκετική εκδοχή του, το Πασοκικό σύνθημα του “Εμπρός Αντρέα για μια Ελλάδα νέα”, αλλά δυστυχώς το όνειρο εξελίχθηκε σε εφιάλτη στο Κόπερ και στη Λιουμπλιάνα, όπου παρεμπιπτόντως ο Τρινκιέρι είχε στη διάθεση του τέσσερις παίκτες, οι οποίοι δίνουν “παρών” στον αποψινό αγώνα: στην πλευρά του τον Ζήση και στην αντίπερα όχθη τον Σπανούλη, τον Πρίντεζη και τον Παπανικολάου.

Ο γεννημένος στις 6 Αυγούστου του 1968, προπονητής δηλώνεται βεβαίως ως Ιταλός, αλλά ένας Θεός ξέρει εάν είναι κιόλας τέτοιος! Το γενεαλογικό δένδρο του αποτελεί ένα πραγματικό σταυροδρόμι των λαών, εξ ου και ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας του: ο παππούς του είχε γεννηθεί στον Παναμά και διετέλεσε πρόξενος της Ιταλίας στη Βοστώνη, ο πατέρας του, ονόματι Πολ είναι Αμερικανός υπήκοος, ενώ η σκούφια της μητέρας του, Ταμάρα βαστάει από τη Ριέκα της Κροατίας!

Οι γονείς του συναντήθηκαν και ερωτεύτηκαν ο ένας τον άλλον στο Λονδίνο και εγκαταστάθηκαν στο Μιλάνο, όπου μεγαλώνοντας ο Αντρέα δοκίμασε διάφορα σπορ: έπαιξε τένις και γουότερ πόλο, ασχολήθηκε για λίγο με την ξιφασκία και το χειμερινό σκι, “ενώ το πέρασμα μου από τα γήπεδα του μπάσκετ ήταν σκέτο ανέκδοτο” αυτοσαρκάζεται, αναγνωρίζοντας “πόσο ατάλαντος και ανεπίδεκτος μαθήσεως ήμουν”!

Ως παίκτης υπήρξε όντως μια άσχημη καρικατούρα και γι' αυτό σε ηλικία 19 ετών κι αφού έκρινε πως κάθε προσπάθεια του να σταδιοδρομήσει εντός των τεσσάρων γραμμών θα κατέληγε σε φιάσκο, αποφάσισε να περάσει έξω από τις τέσσερις γραμμές και να διδάσκει αυτό που οι ίδιος δεν έμαθε ποτέ! Η απόφαση του ήταν εύκολη γι' αυτόν, αλλά πολύ δύσκολη για την οικογένεια του. “Όταν είπα στους γονείς μου πως θα γίνω προπονητής του μπάσκετ, έπαθαν σοκ. Ο πατέρας μου με προόριζε για ακαδημαϊκή καριέρα, μάλιστα επρόκειτο να σπουδάσω Ιστορία και ξένες γλώσσες στο φημισμένο πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, αλλά εγώ ήδη είχα προσβληθεί από το μικρόβιο του μπάσκετ και στύλωσα τα ποδάρια μου, λέγοντας στους εμβρόντητους γονείς μου “'ή με αφήνετε να γίνω προπονητής μπάσκετ με το καλό ή ξεχάστε με”!

Το βέτο έπιασε και στο προπονητικό πρωτόλειο του ο Αντρέα ανέλαβε να καθοδηγήσει μια ακαδημία στο Μιλάνο. “Με τον πρώτο μισθό μου πήγα σε μια βιοτεχνία ρούχων για να φτιάξω είκοσι μπλουζάκια που τα μοίρασα στους παίκτες μου γράφοντας πάνω μια φράση που ήθελα να την εντυπώσουν στο μυαλό τους ως στάση ζωής: “Εάν δεν δίνετε το 100% σε κάθε προσπάθεια σας, θα το κάνει κάποιος άλλος και θα βλέπετε συνεχώς τις πλάτες του”!

Με αυτό το σύνθημα, σε μια μεταμοντέρνα εκδοχή, ο Τρινκιέρι τριβελίζει επί καθημερινής βάσεως το μυαλό των παικτών όλων των ομάδων του, όπου κι αν τους προπονεί. Στα τέλη Αυγούστου του 2013, όταν η Εθνική ανέβηκε στο Καρπενήσι για το πρώτο στάδιο της προετοιμασίας της ενόψει του Ευρωμπάσκετ, ο Τρινκιέρι ξύπνησε αξημέρωτα, ρέμβαζε στις πλαγιές του Τυμφρηστού και σκέφτηκε πως από εκεί άρχιζε η θέα προς το όνειρο, μάλιστα επικαλούνταν συχνά την ατάκα “a view to a dream” που είχε λανσάρει ο συχωρεμένος Τζίμι Βαλβάνο στο Νορθ Καρολάινα Στέιτ.

Οταν η αποστολή γύρισε στην Αθήνα, ο αγλαός Αντρέα ζήτησε από τη διεύθυνση του ξενοδοχείου “Divani Caravel” να του αλλάξουν δωμάτιο και να του δώσουν ένα που να βλέπει στην Ακρόπολη. “Μου έκαναν το χατίρι και βλέποντας αυτό το πολιτιστικό μνημείο της Ελλάδας εμπνεόμουν κάθε στιγμή και περισσότερο” είχε εξομολογηθεί τότε, αλλά και η θέα, και το όνειρο και η έμπνευση πήγαν περίπατο όταν βγήκαν ραντεβού με τον Κοπόνεν, τον Μπελινέλι, τον Ντράγκιτς και τον Μπογκντάνοβιτς!

“Η πρώτη λέξη που έμαθα ερχόμενος στην Ελλάδα ήταν η άμυνα, γιατί θα μας χρειαστεί παρά πολύ στο παιχνίδι μας. Αλλά επειδή δεν θέλω να μιλώ στα αγγλικά, κάθε μέρα εμπλουτίζω το λεξιλόγιο μου και μολονότι βρίσκομαι εδώ μόλις ενάμιση μήνα, μπορώ να συνεννοούμαι για τα βασικά με τους συνεργάτες και τους παίκτες μου” εξηγεί ο Τρινκιέρι, ο οποίος στην τρίτη εβδομάδα του κατάφερε να κλίνει κιόλας τα ρήματα: Εγώ καταλαβαίνω, εσύ καταλαβαίνεις, αυτός καταλαβαίνει και πάει λέγοντας...

Έμαθε βεβαίως από την πρώτη στιγμή και τις... κακές ή τις περίεργες ελληνικές λέξεις και μάλιστα δεν διστάζει να πει ότι “μισώ το κωλομπαριλίκι που κάνουν κάποιοι περνώντας τους άλλους για καράβλαχους ”!

Ο Τρινκιέρι δεν συμφωνεί απολύτως με την κρατούσα άποψη πως Ελληνες και Ιταλοί είμαστε una faccia, una razza. “Εχουμε πολλές ομοιότητες στον χαρακτήρα και στη συμπεριφορά, μας ενώνει το μεσογειακό ταμπεραμέντο, αλλά υπάρχουν και αρκετές διαφορές” επισημαίνει. Ο ίδιος, γεννημένος άλλωστε ανήμερα της θλιβερής επετείου από τη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, είναι ζωσμένος με τα δικά του εκρηκτικά, αλλά τα καμουφλάρει. “Δεν εκρήγνυμαι συχνά και εύκολα, αλλά επειδή είμαι ευαίσθητος ως χαρακτήρας, όταν νιώθω ότι απειλούμαι ή με προσβάλλουν ή με συκοφαντούν, τότε γίνομαι σκέτη ατομική βόμβα! Η ευαισθησία μου άλλοτε με έχει ωφελήσει κι άλλοτε με βλάπτει, αλλά στ' αλήθεια κανείς δεν θέλει να με δει σε φάσεις που με πειράζει ή προσπαθεί να με εκμεταλλευθεί κάποιος, κυρίως όταν του έχω δείξει εμπιστοσύνη”

Εκτός από ευαίσθητος και κατά περίσταση εκρηκτικός, ο Τρινκιέρι αυτοσυστήνεται επίσης ως “τίμιος, ντόμπρος και ξεκάθαρος”. Η αρχή την οποία δεν διαπραγματεύεται και την υπερασπίζεται μέχρι τελικής πτώσεως είναι η αφοσίωση του σε έναν στόχο, ενώ θεωρεί την απαιτητικότητα του ως προσόν, αλλά και ως ελάττωμα. Ανησυχεί καθημερινά για την οικογένεια του και κυρίως για να μην πάθουν κακό τα δυο παιδιά του ο Λεονάρντο και ο Αλεσάντρο, αλλά “γενικώς δεν είμαι άνθρωπος που φοβάται και αποφεύγει τα ρίσκα” επισημαίνει. “Βασικά δεν φοβάμαι να... φοβηθώ και γι' αυτό ανταποκρίνομαι σε κάθε ευκαιρία και σε κάθε πρόκληση όπως για παράδειγμα να αφήσω το σπίτι μου και να αναλάβω τη σπουδαία Εθνική Ελλάδας”.

Για τον Τρινκιέρι ο πάγκος της εθνικής ομάδας μπάσκετ της Ελλάδας υπήρξε όντως μια τεράστια πρόκληση. “Δεν είναι μικρό πράγμα να καλείται ένας προπονητής να κοουτσάρει μια εθνική ομάδα ξένης χώρας και μάλιστα της Ελλάδας που αποτελεί μια παγκόσμια δύναμη του μπάσκετ. Θεωρώ μεγίστη τιμή και υψίστη υπερηφάνεια την επιλογή μου και είμαι διατεθειμένος να δώσω όχι απλώς τον καλύτερο εαυτό μου, αλλά και την τελευταία ρανίδα του αίματος μου γι' αυτή την ομάδα και γι αυτή τη χώρα”.

Όταν ο “Τρίνκα” ακούει τη λέξη “Ελλάδα”, στο μυαλό του έρχονται πολλά και διάφορα: “Ο Σωκράτης, ο Αριστοτέλης, ο Λεωνίδας, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Καβάφης, ακόμη και ο (ΣΣ: τότε) πρωθυπουργός, ο Σαμαράς, που τον βλέπω συνεχώς στην τηλεόραση και στις εφημερίδες. Σκέπτομαι επίσης με το πρώτο άκουσμα της Ελλάδας, την Ακρόπολη, την Ιστορία, τη σοφία, τον πολιτισμό, τη θάλασσα, το καλό φαγητό και κυρίως τον... μουσακά, που θα ήθελα να μάθω να τον μαγειρεύω”!

Εδώ χρειάζεται να ανοίξει ένα άλλο κεφάλαιο, διότι πράγματι ο Τρινκιέρι είναι θιασώτης του μινιμαλισμού, της νεωτερικότητας, της γαστρονομίας και ένας αληθινός bon viveur. Κινούμενος πολύ συχνά ανάμεσα στο Μιλάνο και στη Νέα Υόρκη προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις δυο κουλτούρες, ενώ το 2013 έβαλε στο κάδρο του την Αθήνα, και στη συνέχεια το Καζάν, όπου είχε παίκτες τον Νίκο Ζήση, τον Κώστα Καϊμακόγλου και τον Ιαν Βουγιούκα.

Το 2007 ο Τρινκιέρι αγόρασε ένα διαμέρισμα 200 τετραγωνικών μέτρων που βρίσκεται σε μια πολυκατοικία εκατό ετών στο κέντρο του Μιλάνου και δαπάνησε ένα σωρό χρήματα για να το μεταμορφώσει σε υπερπολυτελές loft, το οποίο μάλιστα παρουσιάστηκε στο ένθετο “Great Homes” των “New York Times”! Στο καινούργιο σπίτι του, συν τοις άλλοις, εγκατέστησε και μια οινοθήκη, που περιλαμβάνει πάνω από 450 μπουκάλια κρασί, εκ των οποίων κάποια είναι πανάκριβες ετικέτες!

“Δεν είμαι πότης και μάλιστα μπορώ να μεθύσω μετά από τρία ποτήρια, αλλά μου αρέσει πολύ το κρασί” ομολογεί και σπεύδει να δώσει τις τρεις καλύτερες επιλογές του. “Θα πρότεινα ανεπιφύλακτα το κόκκινο ιταλικό “Amarone”, το “Gewurztraminer” από την Αλσατία και ένα πολύ όμορφο ελληνικό λευκό, που το δοκίμασα πριν από λίγες μέρες , τη “Μαλαγουζιά” του Γεροβασιλείου”!

Βεβαίως το κρασί δεν πίνεται ξεροσφύρι, αλλά με τον άριστα προπονημένο ουρανίσκο και τη γευσιγνωσία που τον διακρίνει, ο Τρινκιέρι πρώτα απ' όλα παραδέχεται γελώντας ότι “μου αρέσουν όλες οι κουζίνες, εκτός από τη βρετανική, που άλλωστε δεν υπάρχει” και αμέσως προτείνει ένα συναρπαστικό μενού: “Στην αρχή ζεστό ζεστό ψωμί με φουά γκρα, ύστερα γαρίδες με σος από πορτοκάλι, στη συνέχεια (μια κλασική ιταλική συνταγή σπαγκέτι), Buccatini a la matriciana και για κυρίως πιάτο ένα μοσχαρίσιο φιλέτο που το ψήνω δυο φορές, πρώτα στη σχάρα και ύστερα στο φούρνο. Μετά απ' όλα αυτά λογικά τελειώνουμε με ένα γλυκό, αλλά εγώ προτιμώ μια σούπα Τοσκάνα”!

Πέρα από το φαγητό και το κρασί, ο Τρινκιέρι έχει και μια σταθερή και αδιαπραγμάτευτη μπασκετική πρόταση: “Θαυμάζω και ζηλεύω τον Ζέλικο Ομπράντοβιτς για τους τίτλους που έχει κατακτήσει, για το προπονητικό ένστικτο, για τη διαχρονική αξία και για την ανεξίτηλη λάμψη του. Εάν ήταν δυνατόν να του κλέψω κάτι, αυτό θα ήταν το μαγικό άγγιγμα που διαθέτει”.

Ο Τρινκιέρι έχει βουτήξει για τα καλά στα βαθιά νερά μιας θάλασσας που ανέκαθεν τον σαγηνεύει. “Εάν δεν είχα μπλέξει από νωρίς με το μπάσκετ, θα ήθελα πολύ να γίνω ωκεανογράφος και εξερευνητής των θαλασσών. Μικρός είχα μαγευθεί από τον Ζακ Ιβ Κουστό και όλος ο αυτός ο μυστηριώδης και ανεξερεύνητος κόσμος πάντα με συναρπάζει”.

Τον προπονητή της Μπάμπεργκ τον συναρπάζουν επίσης κάποια επιφανή πρόσωπα και κάποια συγκλονιστικά γεγονότα της Ιστορίας: “Θα ήθελα να ζω στην εποχή της Ιταλικής Αναγέννησης και να βλέπω από κοντά πώς δημιούργησαν τα αριστουργήματα τους ο Μιχάλη Αγγελος και ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Θα ήθελα επίσης να βρίσκομαι μέσα στη Βουλή των Κοινοτήτων της Αγγλίας τον Μάιο του 1940 όταν ο Γουίνστον Τσόρτσιλ έβγαλε εκείνο τον περίφημο λόγο με τον οποίο ανακοίνωσε την είσοδο της πατρίδας του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Θεωρώ ότι η ειλικρίνεια που διατύπωσε με κυνικό τρόπο στη φράση “I have nothing to offer but blood, toil, tears and sweat” (ΣΣ: δεν έχω τίποτε άλλο να σας προσφέρω παρά αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα” ), αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης στην Ιστορία της ανθρωπότητας! Αν ήμουν στρατιώτης και τον άκουγα θα έπαιρνα αμέσως το όπλο μου και θα πήγαινα να σκοτωθώ στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Τόσο πολύ με έχει σημαδέψει αυτός ο λόγος, ώστε πολύ συχνά τον ακούω για να παίρνω θάρρος, να τονώνω την αυτοπεποίθηση μου και να ετοιμάζομαι να πολεμήσω”!

Στην προηγούμενη ζωή μου ήμουν αγριόγατα!

Ο Αντρέα Τρινκιέρι σκιαγραφεί τον εαυτό του εν συντομία:

Ιταλία: Το σπίτι μου, η οικογένεια μου

Ελλάδα: Πάθος

Μπάσκετ: Ζωή

Ζωή: Μπάσκετ

Οικογένεια: Προτεραιότητα

Χρήματα: Δεν είναι προτεραιότητα, αλλά...

Νίκη: Αυτό που μετράει

Ήττα: Καταστροφή

Τύχη: Απαραίτητο γρανάζι στο σύστημα

Η πιο συνηθισμένη έκφραση μου: Mamma mia

Η μεγαλύτερη ενοχή μου: Είμαι τόσο παθιασμένος και αφοσιωμένος στο μπάσκετ που θυσιάζω χρόνο από την οικογένεια μου

Η πιο ανεκτίμητη περιουσία μου: Έκανα το πάθος μου επάγγελμα

Η στάση ζωής ζωής μου: Δεν έχει αξία να κάθεσαι σε ένα τραπέζι που είναι στρωμένο και γεμάτο, αλλά πρέπει να έχεις την περιέργεια και την αγωνία για το τι θα γευθείς

Το μότο της ζωής μου: Μην τα παρατάς ποτέ και πουθενά

Η πρώτη κουβέντα μου μέσα στα αποδυτήρια: Μη ζητάτε τον σεβασμό από τους άλλους, κερδίστε και επιβάλετε τον μόνοι σας

Το πρότυπο μου: Ο Γουίνστον Τσόρτσιλ για την ευστροφία και επειδή η σκέψη του πήγαινε πενήντα χρόνια μπροστά

Αγαπημένο χρώμα: Άσπρο

Αγαπημένο ντύσιμο: Πουκάμισο έξω από το παντελόνι

Αγαπημένος μπασκετμπολίστας: Ντράζεν Πέτροβιτς

Αγαπημένη ποδοσφαιρική ομάδα: Μίλαν

Αγαπημένος ποδοσφαιριστής: Μάρκο Φαν Μπάστεν

Αγαπημένο ζώο: Η αγριόγατα, μάλιστα νομίζω ότι αυτό ήμουν στην προηγούμενη ζωή μου

Η μεγαλύτερη αθλητική έκπληξη που έχω νιώσει: Το 2004, όταν η Ελλάδα βγήκε πρωταθλήτρια Ευρώπης στο ποδόσφαιρο

Στάση ζωής: Όπως λέει κι ο Ελληνας ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης, το ταξίδι μετράει κι όχι ο προορισμός

Αγαπημένο τραγούδι: Το “My Way” του Φρανκ Σινάτρα

Αγαπημένος τραγουδιστής: Μπρους Σπρίνγκστιν

Αγαπημένες ταινίες: “Οnce upon a time in America”, “Βlade Runner”, “Animal House” και “Godfather”

Aγαπημένος ηθοποιός: Ο Μάρλον Μπράντο στο “Νονό” και ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο στο “Κάποτε στην Αμερική” είναι αξεπέραστοι

Αγαπημένα τηλεοπτικά προγράμματα: Αστυνομικές σειρές και όλες οι αθλητικές μεταδόσεις και εκπομπές, εκτός από το κέρλινγκ!

Αγαπημένη “φάση”: Μόνος σ' ένα ελληνικό νησί

Το τατουάζ που θα έκανα: Ένα συναισθηματικό σύμβολο, αλλά δεν ξέρω ποιο θα ήταν αυτό

Η μεγαλύτερη τρέλα της ζωής μου: Η επόμενη

Ο μεγαλύτερος εθισμός μου: Το καλό φαγητό

Το χόμπι μου: Να ανακαλύπτω κάθε μέρα μια καινούργια ωραία ταβέρνα

  • ΥΓ: Οι εξομολογήσεις του Τρινκιέρι αναδημοσιεύονται από ένα άρθρο που είχα γράψει στο περιοδικό “People”, τον Σεπτέμβριο του 2013. 

Τελευταία Νέα