Αρνάκι με προβιά λύκου
Εγώ πάντως ψήφισα, στο νούμερο 1, Μπέρι. Ούτε Μποντίρογκα ούτε Πάσπαλι. Ουόλτερ Μπέρι.
Ο καλύτερος μπασκετμπολίστας που έπαιξε ποτέ στην Ελλάδα ήταν, χωρίς αμφιβολία, ο Ντομινίκ Ουίλκινς.
Τη μεγαλύτερη καριέρα στα ελληνικά γήπεδα την έκανε ο Ντέγιαν Μποντίρογκα.
Την πιο θαυμαστή μετάλλαξη, ως μπασκετμπολίστας, την πέτυχε ο Μάικ Μπατίστ.
Την πιο θεαματική εκτόξευση, σε ατομικό επίπεδο, την πραγματοποίησε ο Πέτζα Στογιάκοβιτς.
Το μεγαλύτερο βάρος το σήκωσε στους ώμους του, με πορεία την κορυφή, ο Ζάρκο Πάσπαλι.
Ο καλύτερος σκόρερ ήταν ο Αλφόνσο Φορντ.
Ο Αϊνστάιν των γηπέδων, ο Σαρούνας Γιασικεβίτσιους.
Εκείνος που νίκησε τις Άρπυιες, ο Ρόι Τάρπλεϊ.
Ο πιο "Ελληνας" ξένος σταρ ήταν ο Μπάνε Πρέλεβιτς.
Αλλά ο Ουόλτερ Μπέρι ήταν όλα αυτά μαζί και πολλά περισσότερα. Στο μυαλό και στο θυμικό κάποιου που έζησε από απόσταση αναπνοής τη χρυσή δεκαετία του '90, ο Μπέρι ήταν το ίδιο το μπάσκετ. Η αλήθεια. The Truth.
Οταν ήρθε στην Ελλάδα, έφερε μαζί του μία βαλίτσα γεμάτη δαίμονες. Αυτό που ψιθυριζόταν μακριά από τα κλειστά μικρόφωνα το έγραψαν πρόσφατα οι Αμερικανοί δημοσιογράφοι, en passant, κρυμμένα κάπου στα ψιλά γράμματα του επιταφίου του Τάρπλεϊ: ο Μπέρι είχε πρόβλημα με τα ναρκωτικά και το αλκοόλ.
Είχε μαθευτεί, επίσης, ότι κάποτε (ως ρούκι στο ΝΒΑ) τράβηξε μαχαίρι και απείλησε να σφάξει έναν συμπαίκτη του, στο τραπέζι του φαγητού. Οχι με καμιά φαλτσέτα, όμως, αλλά με το μαχαίρι που αλείφουν το βούτυρο! Στο Πόρτλαντ τον θυμούνται ως Walter "Butter Knife" Berry.
Εδώ, στην Ελλάδα, έζησε και έπαιξε μπάσκετ 7-8 xρόνια, σε πέντε διαφορετικές ομάδες: Άρη (1991-92 και 1996-97), Ολυμπιακό (1992-93 και 1995-96), ΠΑΟΚ (1993-94 και 1998-99), Ηρακλή (1994-95), Μακεδονικό (2000). Σε τρεις από αυτές ξαναγύρισε για "ανκόρ", πάει να πει δεύτερη θητεία.
Και όμως, δεν δημιούργησε, ποτέ, το παραμικρό πρόβλημα. Αγαπήθηκε παντού και άφησε πίσω του μόνο φίλους. Ο τρομερός λύκος από το Μπρονξ έγινε αρνάκι στη χώρα που λατρεύει τη ντόλτσε βίτα!
Το μόνο που είχαν να του καταλογίσουν οι "μπέιμπι σίτερ" που τον χρεώνονταν (ιδίως τον πρώτο καιρό, όταν τον συνόδευε ακόμα η ετικέτα του άτακτου παιδιού) ήταν η αφηρημάδα και η παροιμιώδης τσιγκουνιά του. Επαιρνε από τα αποδυτήρια το χαρτί υγείας για το σπίτι του και έβαζε στο αυτοκίνητό του ντίζελ, επειδή ήταν φτηνότερο από τη βενζίνη.
Ποτέ κανείς δεν έμαθε τι έκρυβε ο Μπέρι στο θρυλικό τσαντάκι του. Πάντως όχι αυτό που φαντάζεστε. Ποτέ δεν χτύπησαν κόκκινο οι ανιχνευτές των αεροδρομίων...
Ο Μπέρι της Ελλάδας ήταν ήσυχος σε βαθμό παρεξήγησης. Τον έπαιρνε ο ύπνος όπου ακουμπούσε την κεφαλή για πέντε λεπτά. Δεν αντιμιλούσε ποτέ σε κανέναν, ακόμα κι αν ο "κανένας" ήταν διαιτητής - ή ο ασυμβίβαστος Ιωαννίδης.
Δεν σκοτιζόταν για τα μικροπράγματα που γέμιζαν τους άλλους με άγχος. Ουδέποτε ρωτούσε ποιος είναι ο επόμενος αντίπαλος. Ούτε έβγαζε τα μάτια του πάνω από το βίντεο.
"Και τι έγινε που χάσαμε από αυτήν την Ορτέζ; Θα νικήσουμε μεθαύριο τον Εσπερο και όλα καλά, man". Με μια ψιλή φωνούλα, σαν κοριτσίστικη.
Πίσω από την κοριτσίστικη φωνούλα, κρυβόταν ένας παιχταράς που δεν είχε όμοιό του στην Ελλάδα. Ισως και στην Ευρώπη ολόκληρη.
Στο low-post, δεν μπορούσε να τον σταματήσει κανείς. Το αριστερό ραβερσέ του περνούσε τη μπάλα 2-3 πόντους πάνω από τα απλωμένα χέρια των αντιπάλων, ίσα ίσα για να τους στείλει στο ψυχιατρείο.
Στα ριμπάουντ, ένα μαύρο χέρι πεταγόταν ανάμεσα στα υπόλοιπα κι έσπρωχνε τη μπάλα λίγο πιο δω, λίγο πιο κει, την κρατούσε ζωντανή μέχρι να πεταχτεί ξανά και να την αρπάξει. Κανένας άλλος δεν μπορούσε να κάνει τόσα απανωτά άλματα μέσα σε κλάσμα δευτερολέπτου.
Ο Μπέρι δεν ήταν αλτικός, ούτε πολύ ψηλός, ούτε γοργοπόδαρος. "Τεσσάρι" με ύψος 2μ03 και καρφωμένος στο έδαφος. Στην πραγματικότητα, έσερνε τα πόδια του στο παρκέ, σαν χορευτής του σουίνγκ.
Αλλά ήταν ένας δαίμονας της ρακέτας. Οποιος πιστεύει ότι το "πεταχτάρι" είναι ευρεσιτεχνία του Γιώργου Πρίντεζη, απλώς γεννήθηκε αργά και δεν άκουσε ποτέ τη φράση "κάτι σαν σουτ".
Οταν ο Μπέρι σούταρε από μακριά, σπάνια δηλαδή, πετούσε τη μπάλα σαν να ήταν τούβλο. Και όμως, πρόσθεσε στο ρεπερτόριό του το τρίποντο όταν ήταν 30 χρονών. Τα έβαζε και γελούσε με τον εαυτό του.
Είχε καλά ποσοστά και στις βολές και πέτυχε αμέτρητα "τρίποντα σε δόσεις", αφού το καλάθι+φάουλ ήταν μία από τις βασικές σπεσιαλιτέ του. Η άλλη ήταν το φόλοου.
Ο Μπέρι δεν ήταν "ποντικός του γυμναστηρίου". Εκανε τόση προπόνηση, όση του ζητούσαν. Ποτέ παραπάνω. Οι προπονητές τον λάτρευαν, αλλά δεν άντεχαν το μπλαζέ, νυσταλέο ύφος του.
Ηξεραν, όμως, ότι μπορούσαν να ποντάρουν πάνω του. Τον έφερναν Παρασκευή από την Αμερική, "gun for hire", κι εκείνος έφερνε μαζί του 25 πόντους και 12 ριμπάουντ, σουβενίρ για τον αντίπαλο του Σαββάτου. Κι ας μην ήξερε τα ονόματα συμπαικτών και αντιπάλων.
Σχεδόν πάντα, ήταν "λύση ανάγκης" στα μισά της περιόδου. Σπανίως ξεκίνησε μία σεζόν με τρεχαλητό στα βουνά ο αμίμητος Ουόλτερ. Μάλλον το έκανε επίτηδες. Ηξερε ότι δεν κινδύνευε να μείνει στο ράφι.
Ο Μπέρι έμαθε να προσαρμόζει το παιχνίδι του με το πέρασμα των χρόνων και να ξεγελάει με ντρίμπλες τον πανδαμάτορα. Στο μάτι φαινόταν αργός, αλλά ξεγλιστρούσε σαν χέλι και έτρεχε το γήπεδο σαν ελάφι.
Στο κολέγιο Σεντ Τζονς, θυμούνται ακόμη τον ασταμάτητο φόργουορντ που αναδείχθηκε κορυφαίος μπασκετμπολίστας της χρονιάς σε ολόκληρο το NCAA και οδήγησε την ομάδα του στο φάιναλ-φορ του 1985 μαζί με τους Κρις Μάλιν, Μαρκ Τζάκσον.
Τον διάλεξαν οι Μπλέιζερς στο νούμερο 14 του καταραμένου ντραφτ του '86, αλλά ο Μπέρι δεν ήθελε να αφήσει την αγαπημένη του Νέα Υόρκη για το μακρυνό Πόρτλαντ. Φόρεσε μόλις 7 φορές τη φανέλα των Μπλέιζερς. Kαι έπαιξε 19 λεπτά.
Στα 3 χρόνια του στο ΝΒΑ, ο Μπέρι τσακώθηκε με όλους, σχεδόν, τους προπονητές που τον ήθελαν ρολίστα (Λάρι Μπράουν κ.α.), αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να φτιάξει μέσους όρους 14,1 πόντους και 4,7 ριμπάουντ. Ο Μπάιρον Σκοτ τελείωσε την καριέρα του με 14,1 π.μ.ο. O Ρόι Τάρπλεϊ με 10,6. O Eντι Τζόνσον με 16,0. Ο Πέτζα Στογιάκοβιτς με 17,2.
Στην Ευρώπη πρωτοπόνταρε στον Μπέρι η Νάπολι ("μου έκαναν μια προσφορά που δεν μπορούσα να αρνηθώ"), αλλά ήταν η Ελλάδα που εξελίχθηκε σε καταφύγιο δεύτερης ευκαιρίας. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έμαθε και άπταιστα ελληνικά, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήξερε γρυ.
Ο Μπέρι ήταν ο υπολοχαγός του Πάσπαλι τη χρονιά της γραμμής στη Λιμόζ, πρώτο βιολί σε εκείνα τα αλησμόνητα παιχνίδια στο "Μπομπλάν". Αυτό ήταν το δίδυμο που οδήγησε τον Ολυμπιακό στο πρώτο πρωτάθλημα της σύγχρονης εποχής (το 1993), αλλά ο Μπέρι κατέκτησε ένα ακόμη, απέναντι στον ευρωπρωταθλητή Παναθηναϊκό του 1996.
Με τον ΠΑΟΚ του Σούλη Μαρκόπουλου, ο Μπέρι κατέκτησε το Κόρατς του 1994 στην Τεργέστη, καθώς και το Κύπελλο Ελλάδας (με δικό του το MVP) πέντε χρόνια αργότερα.
Τον Ηρακλή, όπου είχε συμπαίκτη τον Γιούρι Ζντοβτς, ο Μπέρι τον έφτασε ως τα ημιτελικά του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου, αλλά και του ελληνικού πρωταθλήματος, όπου αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ με μ.ο. 29,1 πόντους. Σωστά διαβάσατε, τον Ηρακλή!
Τον ´Αρη τον πέτυχε στο ξεκίνημα της παρακμής, αλλά πρόλαβε να αμφισβητήσει την απόλυτη κυριαρχία του Νίκου Γκάλη στο σκοράρισμα, πριν αποχωρήσει απλήρωτος από την Ελλάδα.
Δεν θυμάμαι αν έγραψα πόσο παιχτάρα ήταν...
Σήμερα, ο Μπέρι ζει στην Ατλάντα και ασχολείται με τη στέγαση των φτωχών μαύρων της Τζόρτζια. Πολλοί πιστεύουν ότι πέρασαν και καλύτεροι μπασκετμπολίστες από την Ελλάδα της δεκαετίας του '90, αλλά ο Truth κρύβει στο τσαντάκι του την αλήθεια.
Μολονότι κέρδισε λιγότερους τίτλους από τον Μποντίρογκα, μολονότι απέσπασε λιγότερους προβολείς από τον Πάσπαλι, μολονότι δεν απέκτησε ποτέ τη λάμψη του Ντομινίκ και του Πέτζα, μολονότι δεν θέλησε να στεριώσει πουθενά και προτιμούσε να ψάξει το επόμενο καλό συμβόλαιο, ο Ουόλτερ Μπέρι ήταν ο καλύτερος απ'όλους.
Στο δικό μου το μπλοκάκι, δεν υπήρξε άλλος σαν αυτόν.
Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.
