Ο «φαύλος κύκλος» της πολιτικής του συναισθήματος

Με αφορμή την εμφάνιση του Λευτέρη Μποχωρίδη κόντρα στην Κύμη,ο Γιάννης Ντεντόπουλος αναλύει την πορεία της ελληνοποίησης του Παναθηναϊκού και την αναθεώρηση μιας λογικής που δεν απέδωσε.

Ο «φαύλος κύκλος» της πολιτικής του συναισθήματος

 

Σε ένα από τα τελευταία  μαθήματα  της ΣΤ’  Δημοτικού, ο γυμναστής μας στο σχολείο, η παλιά δόξα του Σπόρτιγκ και της Εθνικής, Παύλος Σταμέλος, μεταξύ άλλων, μας είπε μια κουβέντα που όχι μόνο δεν έχω ξεχάσει, αλλά την ανασύρω και την επικαλούμαι σε αντίστοιχες περιπτώσεις: «να ξέρετε ότι  εσείς που τώρα κάνετε τους καμπόσους επειδή είστε οι μεγαλύτεροι, του χρόνου που θα πάτε στο Γυμνάσιο, αυτόματα θα είστε  οι μικρότεροι».

Έκτοτε , την  φράση αυτή , πολλές φορές τη βρήκα μπροστά μου, όχι μόνο στην προσωπική μου ζωή , αλλά  και στον Αθλητισμό. Είχε να κάνει με την (δική μου)  επίγνωση της πραγματικότητας αλλά και την (δική μου) προετοιμασία για την επόμενη «μάχη». Μια από τις πολλές εκφράσεις της, προφανώς αφορά και στους νεαρούς ταλαντούχους παίκτες που παίρνουν μεταγραφή από μια ομάδα σε μια μεγαλύτερη με αυξημένες  απαιτήσεις.

Λίγο ως  πολύ, αυτή  είναι  και  η ιστορία των επενδύσεων του Παναθηναϊκού σε Έλληνες παίκτες. Από τον Παππά και τον Γιάνκοβιτς που αποκτήθηκαν ως σταρ  του Πανιωνίου, στον  τον  Μποχωρίδη (Άρης) μέχρι τους  «μικρούς», μέσα στους οποίους συμπεριλαμβάνεται οι  Χαραλαμπόπουλος, Λούντζης Κόνιαρης (τώρα στον ΠΑΟΚ ) ,  Παπαγιάννης και σία οι οποίοι ξεχώριζαν στις μικρές Εθνικές;

Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι,  είναι  προφανές ότι  οι «πράσινοι», από το 2012 και μετά ήταν υποχρεωμένοι να κινηθούν σε ένα διαφορετικό περιβάλλον από εκείνο που είχαν συνηθίσει  την λαμπρή  13ετία του Ομπράντοβιτς. Αφενός γιατί  τότε,  η οικογένεια Γιαννακόπουλου, σε συνεργασία με τον «Ζοτς» είχε αγοράσει όλο τον βασικό κορμό της πιο πετυχημένης Εθνικής ομάδας όλων των εποχών (2004-2009) και αφετέρου γιατί δίπλα τους  έπαιζε –τηρουμένων των αναλογιών-  ό,τι καλύτερο κυκλοφορούσε σε ξένους την αντίστοιχη εποχή.

Επιπλέον, είναι κρίσιμο να καταλάβουμε ότι ο Παναθηναϊκός δεν δημιούργησε τον Διαμαντίδη, τον Σπανούλη, τον Τσαρτσαρή, τον Χατζηβρέττα, τον Ντικούδη, τον Λάζαρο Παπαδόπουλο, τον Περπέρογλου, τον Καϊμακόγλου. Τους αξιοποίησε και βοήθησε  τα μέγιστα  στην αγωνιστική ολοκλήρωσή τους.  Όλοι αυτοί,  με τις προηγούμενες ομάδες τους, ειδικά τον Ηρακλή και το Μαρούσι, είχαν κάνει πολλές ζημιές στον μεγάλο  Παναθηναϊκό. Κι αν εξαιρέσουμε τον Φώτση  που αποκτήθηκε σε τρυφερή ηλικία και τον Λάζαρο (ήταν «κλειδί στην Μπολόνια) , όλοι οι υπόλοιποι πρώτα στέφθηκαν πρωταθλητές Ευρώπης με την Εθνική στο Βελιγράδι και μετά με τον Παναθηναϊκό. Ο Σπανούλης είχε φτάσει με το Μαρούσι σε Ευρωπαϊκό τελικό (FEL 2004) και ο Καϊμακόγλου, με την ίδια ομάδα , στο ΤΟΡ 16 της Euroleague(2010)

Υπό αυτή την έννοια, οι επενδύσεις που έγιναν από το 2012 και μετά , είχαν δυο βασικά χάντικαπ σε σχέση με την παλαιότερη ελληνική φουρνιά που εξελίχθηκε στον πιο συμπαγή ελληνικό κορμό που υπήρξε ποτέ στο "τριφύλλι". Το ένα ήταν ότι  είχε φτωχές  ευρωπαϊκές παραστάσεις. Ο Πανιώνιος με σταρ τον Παππά και τον Γιάνκοβιτς, την προηγούμενη χρονιά στον Πανιώνιο (επί Σφαιρόπουλου) είχε κάνει μία νίκη όλη κι όλη στον όμιλο της πρώτης φάσης του Eurocup κι αυτή με σουτ του Βλάντο από την σέντρα. Το άλλο ήταν ότι πια οι ξένοι συμπαίκτες τους δεν ήταν από το πάνω ράφι.

Κάπως έτσι λοιπόν μπορεί σε μεγάλο βαθμό να εξηγηθεί και η αδυναμία του Παναθηναϊκού να φτάσει σε ένα final-4 την τελευταία τετραετία και επίσης να ερμηνευθεί πόσο μικρή ήταν η εξέλιξη των Ελλήνων του , μέσα από αυτή την λογική των αυξημένων  προσδοκιών , που ενδεχομένως να μην ήταν έτοιμοι ή , στο φινάλε, να μην μπορούσαν να σηκώσουν, χωρίς  βοήθεια.

Μέσα από αυτή τη διαδικασία, που εξελίχθηκε σε «φαύλο κύκλο» , το πιο μεγάλο φορτίο έπεσε στις πλάτες του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου. Οι προδιαγραφές του, σε συνδυασμό με δηλώσεις του ίδιου του Δημήτρη Γιαννακόπουλου («θα πάρω την Euroleague με το Χαραλαμπόπουλο») οι οποίες φάνηκε να εξυπηρετούν πρώτα και πάνω απ’ όλα  μια  επικοινωνιακή λογική («πήρα ό,τι καλύτερο υπάρχει στις  μικρές  Εθνικές»), αντί να τον οπλίζουν με αυτοπεποίθηση τον  φόρτωναν με υπερβολική για την ηλικία του,  πίεση. Και τον ίδιο και τον εκάστοτε  προπονητή του.

Είναι αλήθεια επίσης,  ότι ο Αργύρης Πεδουλάκης προσπάθησε πολύ  να ικανοποιήσει και τις δυο απαιτήσεις. Και της ελληνοποίησης αλλά και των  άμεσων  αποτελεσμάτων, που όμως παρέμεναν  το βασικότερο ζητούμενο  και το κριτήριο απομάκρυνσης , τόσο του ίδιου όσο και των  επόμενων που μετά από τρία χρόνια έγιναν …προηγούμενοι (Ιβάνοβιτς, Τζόρτζεβιτς). Τον Βασίλη (Χαραλαμπόπουλο)  τον ξεκίναγε στην πεντάδα, τον χρησιμοποιούσε όταν το ματς ήταν ακόμη «κρύο» , αλλά σπάνια τον έστελνε στο παρκέ  στο  κρίσιμο φινάλε, αν εξαιρέσει κανείς τις περιπτώσεις που εκ των πραγμάτων δεν είχε άλλες λύσεις.

Δεν είναι τυχαίο, ότι  μόλις ανέλαβε ο Πασκουάλ, η διαχείριση του Χαραλαμπόπουλου άλλαξε άρδην και παρότι όλοι οι συνεργάτες του προηγούμενοι τιμ παρέμειναν στις θέσεις τους. Δεν τον ξαναξεκίνησε  στην πεντάδα. Είναι προφανές ότι  ο Καταλανός, δεν δείχνει διατεθειμένος να ζυγίσει και να αποφασίσει με βάση την Εθνικότητα, ούτε να προσπαθήσει να κάνει πολιτική συναισθήματος.

Θα έχει  λοιπόν τεράστιο  ενδιαφέρον το  πώς θα διαχειριστεί ελόγου του  το ελληνικό στοιχείο, το οποίο μας απασχόλησε κατά κόρον ως θέμα   την τελευταία τετραετία. Κι ενδεχομένως να  μας απασχόλησε  σε βαθμό που να αποπροσανατόλισε πολλές φορές την όποια μπασκετική συζήτηση  αφορούσε στον Παναθηναϊκό.

Είμαστε περίεργοι πως θα  αξιολογήσει  την εξαιρετική εμφάνιση του Λευτέρη  Μποχωρίδη κόντρα στην Κύμη. Σύμφωνοι, κόντρα  σε μια  νεοφώτιστη και ελλιπή  (-2 ξένους) ομάδα , αλλά με αυτή του έδωσε χρόνο , με αυτή μπόρεσε να τα κάνει.

Και για να μην τα ρίχνουμε όλα (μόνο) στους προπονητές, είναι ξεκάθαρο ότι  σε αυτού του επιπέδου τις ομάδες, ο χρόνος δεν απονέμεται, αλλά κερδίζεται. Το προφανές λοιπόν είναι ότι στα ματς της Α1 , οι Έλληνες θα πάρουν το χρόνο τους και η απόδοσή τους –σε συνδυασμό με την εικόνα τους στις προπονήσεις- θα είναι το «κλειδί»  που θα ανοίξει την πόρτα της χρησιμοποίησής τους και  στα ματς της Euroleague. Από εκεί και πέρα, στο χέρι τους (πρέπει να)  είναι  το να κάνουν το ένα λεπτό…δυο,  τα δυο ..τρία και ούτω καθεξής. Κι αυτό να είναι ένα θέμα για το οποίο θα αποφασίσει μόνο ο προπονητής. Γιατί αν θυμάστε καλά μετά από μια άνετη νίκη επί της Γαλατασαράι (31/1/2015) ο Ιβάνοβιτς τα είχε ακούσει και από την καλή και από την ανάποδη από το αφεντικό γιατί δεν αξιοποιούσε τους Έλληνες, σε μια δήλωση που ουσιαστικά σηματοδότησε την αρχή του τέλους της συνεργασίας με τον “Hanibal”. Μια λογική που όχι μόνο δεν απέδωσε , αλλά φαίνεται ότι  εγκαταλείφθηκε. Κι  αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό.  

 

Best of internet