Για την μπάλα και για τ' άδικο!
Ακόμα ταλαιπωρούσα τα νεύρα μιας νυν βολευτίνας και ενός νυν υπουργού, «δασκάλων» μου σε μια σχολή δημοσιογραφίας, όταν έτυχε να βρεθώ στην Ήπειρο για μια –δυσάρεστη– κοινωνική εκδήλωση.
Όταν η μάνα μου κατάφερε με τα πολλά να εξηγήσει σε μια θεια, τη θεια-Μάκαινα, τι δουλειά θα κάνω... άμα μεγαλώσω (ακόμα να μεγαλώσω, αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία) μεταδίδοντας την κεντρική ιδέα στα ραντάρ της («θα γράφει»), η θεια με πήρε παράμερα και μου είπε: «Για τ’ άδικο να γράφ’ς. Τ’ ακούς;».
Δεν τ’ άκουσα, αλλά τώρα, κοντά 20 χρόνια μετά, είναι σαν να την ακούω στ’ αφτιά μου. «Για τ’ άδικο»!
Εγώ στην αρχή ήθελα να γράφω για... τρίχες. Στην κυριολεξία. Ένα από τα πρώτα μου άρθρα στην Ελευθεροτυπία είχε τίτλο «με μέσον την τρίχα». Μετά ήθελα να γράφω για θάλασσες, μπάνια, ξαπλώστρες απλωμένες, τρένα, καράβια και ποδήλατα. Ψιλοαρμένιζα, για να μη γράψω την άλλη λέξη που αρχίζει από «ψι» και τελειώνει σε «αρμένιζα».
Γρήγορα άρχισα να γράφω και για μια άλλη αγαπημένη ασχολία. Την μπάλα. Την –τότε– ασπρόμαυρη. Όχι την άλλη με τα μπιμπίκια. Έγραφα για θάλασσες και για μπάλα, γι’ αυτό πιθανότατα και η πρώτη αθλητική μου αποστολή ήταν στο Ναύπλιο, για γυναικείο τουρνουά πόλο!
Από αυτή την αποστολή το μόνο που μου έμεινε ήταν δυο ξεγυρισμένα ξενύχτια στο μπουζουκωλάδικο «Ζορμπάς», στο οποίο πριν καταφέρω να εξηγήσω στον μπάρμαν τι ποτό έπινα (Κάπτεν Μόργκαν ζήτησα και ακόμα πρέπει να ματώνει το κεφάλι του από το ξύσιμο για να καταλάβει τι βρισιά ξεστόμισα), βρέθηκα με μια «τραγουδίστρια» ανάμεσα σε μένα και το σκαμπό στο οποίο δοκίμασα να σκαρφαλώσω.
Τότε ήταν που τα μπέρδεψα τελείως. Ήθελα να γράφω για θάλασσα, μπάλα και γυναίκες. Τελικά, ακολουθώντας το ρητό περί αποφυγής «πυρός, γυνής και θάλασσας» κι επειδή δεν είχα κανένα σκοπό να γράψω ρεπορτάζ για πυρκαγιές, έβγαλα από τη λίστα μου τη γυνή και τη θάλασσα, βάστηξα την μπάλα κι άρχισα να γράφω αποκλειστικά γι’ αυτήν.
Μέσω αυτής άρχισα να ασχολούμαι και με την αδικία, χωρίς καν να το καταλάβω. «Πέναλτι ρεεεε», φώναζε η εξέδρα, έγραφα κι εγώ πως «οι φιλοξενούμενοι ζήτησαν πέναλτι», αλλά τη λέξη αδικία δεν την έγραφα, γιατί τάση του Ίντερνετ εκείνης της εποχής ήταν «να βγάζει ο αναγνώστης τα συμπεράσματα μόνος του». Οπότε, οι μεν «ζητούσαν πέναλτι», οι δε «διαμαρτύρονταν για την αποβολή» κι εγώ την αδικία έδειχνα και «αδικία» δεν έγραφα!
Τη ζούσα όμως. Συνυφασμένη πάντα με την μπάλα. Όπως τότε που ήμουνα μικρός και παίζαμε μπάλα στο πλακόστρωτο της εκκλησίας και μέσα γινόταν βάφτιση. Σταματάγαμε την μπάλα λίγο πριν τελειώσει η βάφτιση και μπουκάραμε στο ναό, να πούμε στον κουμπάρο «παντάξιος» (τότε δεν ξέραμε ούτε φανταζόμασταν πως είναι δύο λέξεις, «πάντα άξιος») και στα κορίτσια που μοιράζανε τις μπουμπουνιέρες* «και στα δικά σας» (λες και υπήρχε περίπτωση να τις ξαναβαφτίσουν, αλλά το είχαμε μπερδέψει με τους γάμους), με απώτερο σκοπό να κονομήσουμε παστάκι και κουφέτα από τις μπουμπουνιέρες*.
(χρησιμοποιώ τη λέξη «μπουμπουνιέρες» και όχι το σωστό «μπομπονιέρες», επειδή έτσι τις λέγαμε τότε. Ίσως για να γεμίσει από μόνο του το στόμα μας, αφού συνήθως δεν γέμιζε με παστάκι και κουφέτα, επειδή μας παίρνανε χαμπάρι ότι δεν ήμασταν από το σόι του νεοφώτιστου βλασταριού).
Λοιπόν, βλέποντάς μας ιδρωμένους από την μπάλα, λερούς και συνήθως καταματωμένους από τις βουτιές στις πλάκες, μας έβγαζαν κλοτσηδόν από την εκκλησία κι εμείς συνεχίζαμε το παιχνίδι μας μονολογώντας «ατυχία» που μας είδε ο καντηλανάφτης ο κυρ-Νίκος ο Κολλαμίας και μας κάρφωσε.
Μια άλλη φορά, είχαμε γνωρίσει μεγαλύτερη ατυχία κι ακόμα μεγαλύτερη αδικία. Το δυνατό σουτ του Στάθη του Ασβού (έτσι φωνάζανε τον πατέρα του επειδή μύριζε Ζιβανσί) είχε ξεφύγει... λίγο από την πορεία του και είχε πετύχει με δύναμη (αφήνοντας μια μεγάλη καφέ στάμπα) το κάτασπρο πουκάμισο του Πέτρου της Κουφής, που έβγαινε από την πόρτα της εκκλησιάς ως... παντάξιος. Ο Πέτρος της Κουφής έβγαλε τότε έναν σουγιά από το ραφ πανταλόνι του εισπράκτορα και τεμάχισε την μπάλα μας στα δύο, σαν τα δύο ημισφαίρια της Γης, σαν τα κομμάτια της καρδιάς μου, σαν τα μπολ που βάζανε οι γυναίκες τότε τα κέικ.
Αλλά χωρίς κέικ...
Μεγάλη αδικία και μεγάλη απορία: καλά, τι τον ήθελε ο παντάξιος τον σουγιά στην εκκλησία; Θα έκοβε τα νύχια του νεοφώτιστου;
Δεν τα έκοψε, ούτε κι εγώ έκοψα ποτέ τη συνήθεια του συνδυασμού μπάλας και αδικίας. Έστω κι αν δεν το ’γραφα...
Πιστά τα λόγια της θεια-Μάκαινας άρχισα να τα ακολουθώ εδώ και καμιά δεκαετία (και κάτι), από τότε δηλαδή που ξεκίνησα τη στήλη. Έγραψα μια φορά για αδικία, έγραψα δυο, ευχαριστιόταν το... φίλαθλο κοινό, το οποίο ασχολείται με το ποδόσφαιρο (και το μπάσκετ), όχι τόσο επειδή του αρέσει το ποδόσφαιρο (και το μπάσκετ), αλλά επειδή δεν αντέχει χωρίς την αδικία και την ψυχανάλυση που αυτή προσφέρει μέσω της εξαγωγής των απωθημένων του.
Έτσι, εν τέλει, δικαιώθηκε και η θεια-Μάκαινα...
Οπότε, η θεια-Μάκαινα σας ευχαριστεί! Στο μεταξύ, καλοκαιριάζει και αρχίζουν πάλι να γαργαλάνε τα ακροδάχτυλα των χεριών μου οι λέξεις «θάλασσα» και «γυνή». Και «πυρ», γιατί όχι; Λιγότερο θα μας κάψει η φωτιά απ’ όσα μας καίνε τα μυαλά.
Μέχρι να ξεχάσω το κλάμα που έριξα όταν μου ’σφαξε την μπάλα ο Πέτρος της Κουφής και τη χαρά που ένιωσα όταν ύστερα από λίγες μέρες μου ’φερε μια καινούργια, τσίλικη, για να με καλοπιάσει που δεν του μιλούσα, εγώ ο Μίλτος να ’μαι καλά...
Υ.Γ. Ο Μίλτος θα απουσιάσει τις επόμενες μέρες για… τεχνικούς λόγους. Η στήλη θα επιστρέψει στις επάλξεις στο τέλος της επόμενης εβδομάδας. Μέχρι τότε, να είστε όλοι καλά…
Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.