Ελένη Κακαμπούκη στο GWomen: «Έλεγαν ''το αγοροκόριτσο που παίζει με εμάς'', έχουμε ζήσει μία ζωή όλες μαζί στην Εθνική»
Όταν μιλάμε για ποδόσφαιρο γυναικών στην Ελλάδα, ένα από τα ονόματα που έρχονται πρώτα στο μυαλό μας είναι αυτό της Ελένης Κακαμπούκη. Μια αθλήτρια-σύμβολο, που έχει διαγράψει μια τεράστια πορεία στα γήπεδα, αφήνοντας σε αυτά ανεξίτηλο το αποτύπωμά της. Με μία γεμάτη καριέρα που περιλαμβάνει τις Λάτσιο, ΠΑΟΚ, Παναθηναϊκό και πλέον ΑΕΚ, η αγωνιστική της παρουσία αποτέλεσε και αποτελεί έμπνευση για τις επόμενες γενιές ποδοσφαιριστριών.
Πέραν των όσων έχει κάνει σε επίπεδο συλλόγων, το μεγαλύτερο παράσημό της είναι η παρουσία της στην Εθνική, που αγγίζει τα 20 χρόνια. Η Ελένη Κακαμπούκη είναι η απόλυτη record-woman, ούσα η πρώτη που «έσπασε» το φράγμα των 100 συμμετοχών με το εθνόσημο και όπως περιγράφει η ίδια στο GWomen, το συναίσθημα του να παίζεις για τη «γαλανόλευκη» είναι το ίδιο όσος καιρός κι αν περάσει.
Η προσφορά της στο άθλημα δεν περιορίζεται στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου. Ως μία από τις πρώτες γυναίκες που έγιναν μέλη στο Δ.Σ. του ΠΣΑΠΠ, συνεχίζει να μάχεται για την ανάπτυξη και τη θεσμική στήριξη του ποδοσφαίρου γυναικών στην Ελλάδα. Μέσα από τις δικές της εισηγήσεις, αλλά και από τις δράσεις της FIFA στις οποίες είναι πρέσβειρα, προσπαθεί να διαμορφώσει ένα καλύτερο μέλλον για τις επόμενες ποδοσφαιρίστριες, στεκόμενη σε όλα αυτά που πρέπει να αλλάξουν άμεσα.
Η εμβληματική αρχηγός της Εθνικής Ελλάδος μίλησε στο GWomen για την τεράστια διαδρομή της στο ποδόσφαιρο, τις προκλήσεις που αντιμετώπισε και το όραμά της για το μέλλον του.
Πώς ήταν τα πρώτα σου χρόνια στο ποδόσφαιρο; Πού ξεκίνησες να παίζεις;
«Έπαιζα από μικρή ποδόσφαιρο αλλά με κανέναν από την οικογένειά μου. Έπαιζα στο σχολείο στα διαλείμματα με τα αγόρια, με κανένα άλλο κορίτσι και μετά το απόγευμα έλεγα στον πατέρα μου να με γυρίσει πίσω στην πόλη επειδή μέναμε λίγα χιλιόμετρα πιο έξω, και του έλεγα ''θα με πας να παίξω στο χωραφάκι''. Με πήγαινε κάθε απόγευμα και έπαιζα εκεί. Ξεκίνησα να κάνω στίβο, βέβαια, επειδή δεν υπήρχε πουθενά το σκεπτικό ότι τα κορίτσια παίζουν ποδόσφαιρο, ούτε στο σχολείο μου».
Πώς σε χαρακτήριζαν οι άλλοι;
«Πολλοί έλεγαν ''κοιτάξτε το αγοροκόριτσο που παίζει με μας'', αλλά ήμουν ένας χαρακτήρας που μπορούσε να επιβληθεί και δε θα μου έκαναν bullying».
Πώς επικεντρώθηκες στο ποδόσφαιρο μετά;
«Δοκίμασα όλα τα αθλήματα, εκτός από στίβο έκανα και μπάσκετ, έκανα τα πάντα γενικά αλλά περισσότερο μου άρεσε το ποδόσφαιρο. Κανένας από την οικογένειά μου δεν είχε σχέση με αυτό και κάποια στιγμή ήρθε ένας προπονητής, ο Διονύσης Τσάμης, παλαίμαχος παίκτης της ΑΕΚ, όσο ακόμα έκανα στίβο και με είδε να κάνω ποδαράκια με την μπάλα. Μου μίλησε και μου είπε ότι έχει ακαδημία με αγόρια και με ρώτησε αν θα ήθελα να πάω. Τότε σταμάτησα αμέσως τον στίβο, ο γυμναστής μου είχε νευριάσει τότε μάλιστα. Εκεί άρχισα να παίζω με τα αγόρια. Ήμουν 15 χρονών τότε».
Ήταν σύνηθες να παίρνουν και κορίτσια στις ακαδημίες τότε;
«Όχι, μάλιστα κοντά στο σπίτι μας είχε ανοίξει μία και είχα ζητήσει από τους γονείς μου να με πάνε να δούμε αν μπορώ να ξεκινήσω εκεί. Πήγαμε και ρωτήσαμε και μου είχαν απαντήσει ότι δεν γίνεται, ότι δεν έχουν κορίτσια στην ακαδημία και ότι ούτε παίρνουν γενικά».
Κι εκεί με τα αγόρια πώς ήταν;
«Έπαιξα έναν χρόνο μαζί με τα αγόρια και μετά ήρθε ένας από μία ομάδα στο Νεοχώρι, λίγο πιο έξω από το Αγρίνιο, ήταν τότε Β’ εθνική και ζήτησε να πάω να παίξω. Πήγαινα κανονικά και στους αγώνες και στην ακαδημία, ανεβήκαμε μετά κατηγορία, έπαιξα άλλη μία χρονιά και μετά ήρθε και η πρώτη μου κλήση για την Εθνική. Αρχικά πήγα στις προεπιλογές και μετά με κάλεσαν στις Νεάνιδες που προλάβαινα μόνο την τελευταία χρονιά επειδή είχα πάει 17. Όταν επέστρεψα από εκείνο το διάλειμμα μού έγινε κατευθείαν η κλήση για τη Γυναικών, ήταν Σεπτέμβρης του 2005».

Ποιος σε στήριξε πολύ σε αυτά τα πρώτα βήματα;
«Με στήριξε πολύ η οικογένειά μου. Έβλεπα άλλους μπαμπάδες που έρχονταν στο γήπεδο και φώναζαν για τα παιδιά τους αλλά εγώ τούς έλεγα ότι δεν θέλω. Προτιμούσα να με αφήνει στην πόρτα και να φεύγει. Από τους γονείς μου βέβαια κανείς δεν θα μιλούσε στους προπονητές, να πει ''βάλε το δικό μου παιδί να παίξει''. Με βοήθησαν πολύ οι γονείς μου, ήταν και είναι η στήριξή μου. Φυσικά και ο τότε προπονητής μου, ο κύριος Διονύσης Τσάμης. Μου έλεγε ότι θα πάω στην Εθνική, πίστευε σε μένα και μετά την πρώτη μου κλήση μού είχε κάνει δώρο φόρμες. Αυτοί ήταν η στήριξή μου».
Στα πρώτα χρόνια πώς ήταν η συνύπαρξη με τα αγόρια; Όταν πήγες ήταν πιο προχωρημένα και έπρεπε εσύ να προπονείσαι περισσότερο για να πάρεις τις ευκαιρίες σου;
«Δεν ένιωθα ότι έπρεπε να προπονηθώ περισσότερο επειδή μέχρι μία ηλικία, εκεί στα 15, τα αγόρια με τα κορίτσια δεν έχουν κάποια τεράστια διαφορά σωματικά ή σε ταχύτητα και δύναμη. Μπορούν να ανταπεξέλθουν. Μετά στις μεγαλύτερες ηλικίες τα αγόρια είναι πιο δύσκολο να τα φτάσεις. Στην ηλικία που ξεκίνησα εγώ είναι πολύ νορμάλ να κάνεις μαζί τους προπόνηση και θεωρώ ότι με βοήθησε πολύ το ότι άρχισα να προπονούμαι με αγόρια. Δεν είχα θέμα να παίζω μαζί τους, είναι βέβαια ο χαρακτήρας μου τέτοιος. Θυμάμαι ο τερματοφύλακας όταν ήξερε ότι θα παίξω εγώ αντίπαλή του έλεγε ότι τον πονάει η κοιλιά του, για να μη φάει γκολ από κορίτσι. Κάποια άλλα αγόρια όταν τους έκανα μία δυνατή ποδιά νευρίαζαν, αλλά πέρα από αυτά ήταν όλα φυσιολογικά και πολύ ωραία».
Θυμάσαι το πρώτο επίσημο παιχνίδι σου;
«Δεν θυμάμαι με ποια ομάδα ήταν, ήταν νομίζω στον Αχελώο Νεοχωρίου στη Β’ εθνική. Και παλιότερα όμως όταν έπαιζαν το ενωσιακό πρωτάθλημα τα αγόρια ρωτούσε ο προπονητής αν μπορεί να βάλει ένα κορίτσι. Εκεί ξεκίνησα να παίρνω τα πρώτα μου παιχνίδια. Μερικοί προπονητές άφηναν να παίζω. Ένας συγκεκριμένα είχε πει ''ναι βάλε το κορίτσι'', αλλά γέλασε το είπε κάπως ειρωνικά. Το σκορ ήταν 0-0 και με έβαλε ο δικός μου προπονητής στο 75’-80’. Έβαλα το μοναδικό γκολ και κερδίσαμε. Στον επόμενο γύρο όταν ήταν να ξαναπαίξουμε, πήγε από μόνος του εκείνος και είπε στο δικό μου προπονητή ''το κορίτσι μην τολμήσεις και το βάλεις'' και δεν με άφησε να παίξω».
Έπαιξες πολλά χρόνια στην Ελλάδα και αποφάσισες να κάνεις το επόμενο βήμα και να πας στο εξωτερικό. Πώς έγινε αυτή η μετάβαση;
«Έπαιξα πολλά χρόνια στην Ελλάδα πριν πάρω την απόφαση αυτή επειδή ήταν τότε διαφορετικές και οι συνθήκες. Δεν υπήρχαν οι μάνατζερ ώστε να μπορείς να κάνεις πιο εύκολα αυτό το βήμα επειδή όπως μπορούμε να δούμε όλα αυτά άρχισαν τα τελευταία χρόνια. Τώρα έχουν ξεκινήσει οι αθλήτριες να φεύγουν στο εξωτερικό. Δεν ήθελα να παίξω με κούραση. Ήμουν ήδη επτά χρόνια στον ΠΑΟΚ και είπα να κάνω κάποια αλλαγή και έφυγα για το Λουγκάνο στα 34 μου. Στην Ελβετία ήταν η πρώτη μου χρονιά στο εξωτερικό και την αμέσως επόμενη πήγα στη Λάτσιο. Στην Ιταλία κατάλαβα τη διαφορά σε σχέση με το δικό μας το πρωτάθλημα. Εκεί υπάρχει έντονο το αίσθημα της εκτίμησης. Πήγα κατευθείαν έξω και ένιωσα ότι είδαν την αξία μου και με εκτίμησαν. Δεν αμφισβητώ ότι δεν γίνεται καθόλου στην Ελλάδα αυτό, αλλά εκεί είναι από όλους το ίδιο είτε από τις άλλες αθλήτριες, είτε από το προπονητικό τιμ, από τη διοίκηση, από όλους. Φυσικά και οι φίλαθλοι το αντιμετωπίζουν διαφορετικά από ότι εδώ».
Άρα είναι θέμα νοοτροπίας;
«Ναι, θέμα νοοτροπίας ξεκάθαρα, αλλά και θέμα οργάνωσης. Αυτό έχει βελτιωθεί κι εδώ σε σχέση με το πώς ήταν τα πράγματα παλιότερα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι η χρονιά μου στη Λάτσιο ήταν η καλύτερή μου, ένιωθα πιο ολοκληρωμένη από ποτέ ως ποδοσφαιρίστρια. Ένιωθα ότι ήμουν στο κορυφαίο επίπεδο αγωνιστικά».
Αν ένιωθες έτσι στη Λάτσιο, γιατί επέστρεψες στην Ελλάδα;
«Γύρισα επειδή ήθελα να κάνω κάτι που δεν μπορούσα να το κάνω στο εξωτερικό. Σίγουρα το μετάνιωσα, δεν ήθελα να φύγω και οι ίδιοι μού έδειξαν ότι με εκτιμούσαν επειδή μόλις τους είπα ότι θα φύγω νόμιζαν ότι το έκανα για τα χρήματα και μου έλεγαν ποσά που ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα. Εγώ δεν είχα μιλήσει καν για τα χρήματα, είχα κάνει και μία χρονιά στην οποία είχα παίξει 35-40 παιχνίδια 90λεπτα με όλες τις προπονήσεις χωρίς κανέναν τραυματισμό και το εκτίμησαν αυτό που είχα να δώσω για την ομάδα. Στεναχωρήθηκα όταν έφυγα, αλλά γύρισα πίσω στην πατρίδα μου και είναι αλλιώς εδώ, σαν την Ελλάδα δεν είναι πουθενά αν και με τους Ιταλούς μοιάζουμε πολύ».
Πλέον στην ΑΕΚ πώς είναι; Μετά από τον Παναθηναϊκό και μισή χρονιά στον ΠΑΟΚ.
«Δεν κατάλαβα διαφορά όταν ήρθα επειδή πολλά παιδιά τα ξέρω ήδη από την Εθνική. Με κάποιες είχαμε παίξει και στο παρελθόν μαζί, με αρκετές βασικά. Ένιωσα άνετα εξ αρχής επειδή τα παιδιά όλα μεταξύ τους είναι σαν οικογένεια κατευθείαν με έβαλαν στο κλίμα και δεν είχα κανένα πρόβλημα».
Άρα το μυστικό της επιτυχίας στη φετινή ΑΕΚ είναι αυτό το οικογενειακό κλίμα;
«Ναι, εννοείται αυτό. Αυτό είναι το παν επειδή, όπως είπα και πριν, στη Λάτσιο ένιωθα το ίδιο, ότι ήταν δηλαδή όλοι ένα. Το ίδιο βλέπω και στην ΑΕΚ και μου θυμίζει το κλίμα που μου άρεσε όταν ήμουν στην Ιταλία».
Ισχύει το ίδιο και για την Εθνική Ελλάδος; Δείχνετε να είστε μία ομάδα πολύ δεμένη.
«Ήμασταν πάντα ενωμένες ως ομάδα, απλά έχουμε αρχίσει να φέρνουμε περισσότερες επιτυχίες πλέον και υπάρχει και περισσότερη προβολή. Ο κόσμος μπορεί να τα δει πιο εύκολα τώρα αυτά που κάνουμε, αλλά γενικά στην Εθνική περνάμε πολύ καλά. Περιμένουμε πώς και πώς για να μαζευτούμε και να δει η μία την άλλη γιατί παίζουμε και σε διαφορετικές ομάδες. Είναι ωραία και αυτό έχει μεγάλη σημασία στο ποδόσφαιρο, αν περνάς ωραία εκεί που είσαι μπορείς να αποδώσεις και στο γήπεδο».
Ο Ομοσπονδιακός προπονητής, ο Αλέξανδρος Κατηκαρίδης, είπε ότι η ομάδα αυτή έχει αρχίσει να αποκτά ταυτότητα, το νιώθεις κι εσύ αυτό;
«Ναι νιώθω κι εγώ ότι είναι έτσι και αυτό βγαίνει μέσα στο γήπεδο. Μπορούμε να το δούμε κι εκεί. Εμείς που παίζουμε φυσικά και το καταλαβαίνουμε αλλά πλέον μπορεί να το δει και ο κόσμος. Βλέπουμε ότι μία ομάδα σαν εμάς, με την καθεμία ξεχωριστά να προσπαθεί και τον προπονητή να βγάζει από κάθε παίκτρια τα καλύτερά της στοιχεία, μπορεί πλέον να κοιτάξει στα μάτια ομάδες με ψηλά κορμιά και πολύ αθλητικές παίκτριες όπως είναι η Νορβηγία».
Σας έχει αγκαλιάσει ο κόσμος στο Ηράκλειο;
«Κι εδώ στην Αθήνα αν γίνουν τα παιχνίδια θα είναι διαφορετικό επειδή άλλαξαν και οι ώρες που παίζουμε. Παλιά παίζαμε μεσημέρι και πρωί και δεν μπορούσε να έρθει ο κόσμος. Μερικοί μπορούν να δουν τα ματς και από το σπίτι πλέον οπότε μπορεί να πουν ότι δεν θα έρθουν γήπεδο. Θεωρώ ότι δεν θα δούμε πάλι δέκα άτομα σε αγώνα Εθνικής. Στο Ηράκλειο επειδή είναι πιο μικρή πόλη σε σχέση με την Αθήνα είναι διαφορετικό. Ο κόσμος είναι δίπλα στο γήπεδο και θα πάει πιο εύκολα».
Θυμάσαι στιγμές από τις πρώτες σου κλήσεις που τότε ούτε καν φανταζόσουν ότι θα γινόσουν κορυφαία σε συμμετοχές με το εθνόσημο;
«Θυμάμαι και τις προεπιλογές που πήγα, που είχα το άγχος για το αν θα με πάρουν στις Νεάνιδες. Για τη Γυναικών δεν το περίμενα καν ότι θα με έπαιρναν. Θυμάμαι ότι είχα χαρεί πάρα πολύ, είχαμε πάει εκεί με τα κορίτσια και ήμουν μόνο 17-18 χρονών. Όταν γύρισα και έλαβα την κλήση για τη Γυναικών, εντάξει, ήταν όνειρο ζωής. Από τότε παραμένει σαν όνειρο το ότι παίζω με την Εθνική».

Πώς είναι να παίζεις με το εθνόσημο; Περιγράφεται αυτό το συναίσθημα;
«Όσα χρόνια και να παίζω στην Εθνική, είναι το ίδιο. Το πώς νιώθω δεν αλλάζει με τίποτα. Από την πρώτη μέρα που πήγα μέχρι και σήμερα είναι ίδιο το συναίσθημα. Ειδικά όταν παίζει ο Εθνικός Ύμνος είναι απλά ανατριχίλα δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς. Σίγουρα είναι τεράστια τιμή για το κάθε παιδί το να κληθεί στην Εθνική Ομάδα και πόσω μάλλον όταν αυτή πάει καλά και είναι σαν οικογένεια».
Η στιγμή που ξεχωρίζεις από την τεράστια πορεία σου με τη «γαλανόλευκη»;
«Δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο παιχνίδι, σίγουρα σε αυτά τα τελευταία που δεν μπορούσα να αγωνιστώ λόγω της κάρτας που είχα από το ματς με το Βέλγιο, το έβλεπα απ’ έξω έπαιζαν τα κορίτσια αλλά ήταν σαν να ήμουν κι εγώ μέσα. Το ότι η ομάδα αγωνίστηκε πρώτη φορά σε play offs μεγάλης διοργάνωσης ήταν πολύ σημαντικό. Η νίκη με ανατροπή που είχαμε κάνει κόντρα στην Ουκρανία, που παίξαμε τώρα τελευταία. Τις νίκες που κάνουμε τελευταία τις ευχαριστιέμαι πιο πολύ. Το να είσαι με την Εθνική είναι κάτι ξεχωριστό ακόμα και στις ήττες παλιότερα».
Είναι μεγάλη και η στήριξη της ΕΠΟ στην Εθνική Γυναικών, φροντίζει και μέσα από τα social media να προβάλλει τις επιτυχίες της και τα ματς της.
«Έχει βοηθήσει πολύ αυτή η προβολή, όντως. Και η αλλαγή καναλιού έπαιξε ρόλο επειδή πλέον από τη Nova έχει πάει στην ΕΡΤ. Σίγουρα βοηθάει και η UEFA με τη FIFA. Προσπαθούν να βρουν τρόπους να το προωθήσουν όπως αντίστοιχα το ποδόσφαιρο ανδρών. Έχουν γίνει βήματα και από την Ομοσπονδία και οικονομικά. Πάντα μας αντιμετώπιζαν ως επαγγελματίες, σε εισαγωγικά βέβαια επειδή στην ουσία είμαστε ερασιτέχνες στα σωματεία μας. Απλά τώρα έχει γίνει πρόοδος. Από τα ξενοδοχεία μας, τον ρουχισμό μας, τα γήπεδά μας, την προβολή. Έχουν γίνει πολλά πράγματα».
Μέσω του ρόλου που έχεις αναλάβει στο Δ.Σ. του ΠΣΑΠΠ, αλλά και από την εμπειρία χρόνων ως παίκτρια, πώς βλέπεις το ποδόσφαιρο γυναικών στην Ελλάδα;
«Μέσω του ΠΣΑΠΠ μοιράζομαι κάποια πράγματα τα οποία έχω βιώσει η ίδια, δεν είναι απλά ότι μιλάω χωρίς να καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Κάποιος που δεν έχει ζήσει την πραγματικότητα δεν καταλαβαίνει με τον ίδιο τρόπο που θα καταλάβω εγώ. Ο ΠΣΑΠΠ έχει βοηθήσει σε πολλά κομμάτια, πολλές αθλήτριες και πολλούς αθλητές, έχει λόγο, μπορεί να μιλήσει με την Ομοσπονδία για θέματα που απασχολούν ποδοσφαιρίστριες και ποδοσφαιριστές κι εγώ από με μεριάς μου θέλω να αναδεικνύω προβλήματα, όπως είναι αυτό της ασφάλειας. Για μένα είναι το πιο σημαντικό, είναι το παν για έναν αθλητή η ασφάλειά του».
Και μέσω των δράσεων της FIFA στη χώρα μας, όπου έχεις ρόλο πρέσβειρας, μπορείς να μιλήσεις για αυτά τα θέματα.
«Ναι, σε αυτήν την πρωτοβουλία που έχει ξεκινήσει τώρα πρόσφατα, που είμαστε μαζί με την συμπαίκτριά μου τη Σοφία Κόγγουλη, βλέπουμε μικρά κοριτσάκια πλέον να τα φέρνουν οι γονείς τους στο γήπεδο ενώ παλιά θα τους έλεγαν ''πού θα πας, να παίξεις ποδόσφαιρο;''. Ήταν πολύ επιτυχημένη δράση. Όσον αφορά τα προβλήματα για τα οποία μιλάμε, πλέον είναι πιο οργανωμένο το πρωτάθλημα σε σχέση με παλιά. Πλέον η κάθε ομάδα προσπαθεί να έχει το δικό της γιατρό, φυσικοθεραπευτή, να βοηθάει οικονομικά όλες τις αθλήτριες, είναι κομμάτια που έχουν αλλάξει».
Πέρα από αυτές τις δράσεις, πώς αλλιώς μπορούμε να ενθαρρύνουμε περισσότερα κορίτσια να παίξουν ποδόσφαιρο;
«Πλέον το ότι μπορούν να το δουν πιο εύκολα είναι σημαντικό. Και στο πρωτάθλημα υπάρχει προβολή πέραν της Εθνικής. Και στα social μπορούν να το δουν, άλλωστε τα social έχουν γίνει η ζωή μας. Έχει φύγει και αυτό το ταμπού ότι δεν μπορείς να παίξεις εαν είσαι γυναίκα».
Ο λόγος που είσαι τόσο ενεργή σε αυτές τις δράσεις, αλλά και στο έργο του ΠΣΑΠΠ, είναι το ότι ως μεγαλύτερη και πιο έμπειρη αισθάνεσαι χρέος να μιλήσεις για όσα έζησες και να προετοιμάσεις το έδαφος για τις επόμενες γενιές;
«Ναι, εννοείται αυτό. Γι’ αυτό θέλω να βοηθήσω και μέσω ΠΣΑΠΠ αλλά και στις ομάδες να μιλήσω και να πω πράγματα που βλέπω και οι μικρότερες δεν μπορούν ή δεν θέλουν να τα πουν γιατί μπορεί να ντρέπονται. Ένα από τα αυτά που με ωθούν για να συνεχίσω να παίζω είναι το ότι βλέπω πως αλλάζουν πολλά πράγματα και αυτό με χαροποιεί και μου δίνει δύναμη».
Τι είναι αυτό που πρέπει να αλλάξει άμεσα όσον αφορά το ποδόσφαιρο γυναικών;
«Να γίνει επαγγελματικό. Από τη στιγμή που θα γίνει επαγγελματικό όλα τα άλλα θα γίνουν αυτόματα, όπως το θέμα της ασφάλειας. Ξέρουμε ότι θα αλλάξουν πράγματα και στις ΠΑΕ αν γίνει αυτό, ήδη μπαίνουν ομάδες, βλέπουμε ότι έχουν δυνατά ονόματα αυτές, θα γίνει και πιο ανταγωνιστικό το πρωτάθλημα με αυτόν τον τρόπο».
Είναι και η είσοδος του Ολυμπιακού στο ποδόσφαιρο γυναικών από τη νέα σεζόν.
«Αυτό θα δώσει πολλά στο άθλημα. Η κάθε ομάδα θα το δει και θα σκεφτεί ότι πρέπει να κάνει κάτι καλύτερο, ακριβώς επειδή θα αυξηθεί ο ανταγωνισμός».
Ως ένα άτομο με τεράστια πορεία στο ποδόσφαιρο, ποιες είναι οι αξίες που εσύ πήρες μέσα από αυτό και που θέλεις να έχουν όσες θα μάθουν από εσένα;
«Οι αξίες που πρέπει να πάρουν από το ποδόσφαιρο δεν έχουν να κάνουν μόνο με όσα βλέπουμε μέσα στο γήπεδο, είναι ο σεβασμός και άλλα κομμάτια που θα σε κάνουν καλό άνθρωπο κι εκτός γηπέδου. Δηλαδή, αυτά που σε αποτρέπουν από διάφορες συμπεριφορές, όπως το να πέσεις στα ναρκωτικά. Ο αθλητισμός γενικότερα απωθεί τέτοιες συμπεριφορές και μπορεί να αποτρέψει τον οποιονδήποτε από το να πάρει τέτοιες αποφάσεις. Είναι πολλές οι αξίες, αλλά ο σεβασμός παραμένει ο πιο βασικός από όλα».
Πώς εσύ αντιμετώπιζες καταστάσεις στις οποίες δεν υπήρχε αυτός ο σεβασμός; Είτε λόγω της ομάδας στην οποία βρισκόσουν είτε λόγω του φύλου σου.
«Δεν μου έχουν τύχει πολλά τέτοια περιστατικά, αλλά ίσως να μην τα θυμάμαι. Δεν θυμάμαι κανένα ίσως επειδή είναι και ο χαρακτήρας μου έτσι. Ακόμα κι αν ακούσω κάτι αντίστοιχο δεν με νοιάζει και δεν με αγγίζει. Μπορώ κατευθείαν να προχωρήσω».

Πώς βλέπεις τη συνεχή σύγκριση με το ανδρικό πρωτάθλημα;
«Συγκρίνονται τα πρωταθλήματα όχι μόνο στο ποδόσφαιρο, αλλά και στα άλλα αθλήματα. Σίγουρα μία γυναίκα δεν μπορεί να είναι όπως ένας άνδρας, άλλες ταχύτητες έχει το ένα και άλλη δύναμη. Σωματικά δεν γίνεται να τα συγκρίνουμε».
Ποιο είναι ένα δείγμα ότι υπάρχει εξέλιξη στο πρωτάθλημα φέτος;
«Η ανταπόκριση είναι διαφορετική πλέον. Εδώ έρχονται στο γήπεδο και μας φωνάζουν συνθήματα σε κάθε αγώνα και μας δίνει κίνητρο να παίξουμε για αυτούς. Χθες για παράδειγμα στην προπόνηση έρχεται ένας φίλαθλος και μας φώναζε μόνος του, είχε καπνογόνο και είχε βγάλει και σύνθημα για την καθεμία ξεχωριστά. Έβλεπες ότι το ζούσε και ότι του άρεσε».
Ποιο είναι το μεγαλύτερο «παράπονο» από τα ΜΜΕ και από το πώς παρουσίαζαν τον γυναικείο αθλητισμό όλα αυτά τα χρόνια; Ίσως το ότι έδιναν έμφαση στο θέμα της εμφάνισης αφήνοντας το αγωνιστικό κομμάτι σε δεύτερη μοίρα;
«Ναι, αυτό δεν το συζητάω. Τα σχόλια που υπήρχαν και υπάρχουν δηλαδή. Τα ΜΜΕ τόσα χρόνια όταν έδειχναν τα αποτελέσματα μιάς αγωνιστικής, κάλλιστα θα μπορούσαν να δείχνουν και τα αποτελέσματα στο πρωτάθλημα γυναικών. Το ίδιο και με τα στιγμιότυπα. Θα μπορούσαν να τα δείχνουν. Είναι αυτό που αναφέραμε και προηγουμένως, το ότι υπήρχε η αντίληψη ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να παίζουν ποδόσφαιρο».
Σε προσωπικό επίπεδο, πώς σκέφτεσαι τον εαυτό σου σε δέκα χρόνια;
«Σκέφτομαι να ασχολούμαι ακόμα με το ποδόσφαιρο. Δεν ξέρω πάνω σε τι, η προπονητική δεν είναι ότι δε μου αρέσει, απλά θα προτιμούσα να κάνω κάτι ως αναλύτρια ή βοηθός. Δεν με τραβάει τόσο η προπονητική, αν και παρακολουθώ πολύ ποδόσφαιρο».
Ποια είναι τα τρία πιο σημαντικά πράγματα που σου έχει δώσει το ποδόσφαιρο;
«Κοινωνικότητα και σεβασμό, όπως είπαμε και προηγουμένως. Αν πέσει μία αντίπαλος μέσα στο γήπεδο θα πάω να τη βοηθήσω να σηκωθεί επειδή έτσι είμαι ως χαρακτήρας. Επίσης, επειδή το ποδόσφαιρο έχει και χαρές και λύπες, αυτό που σου μένει και θυμάσαι είναι πάντα οι χαρές, το ίδιο γίνεται και στη ζωή».
Πώς νιώθεις όταν μιλάς για την καριέρα σου τώρα που υπάρχει μεγαλύτερο κοινό να σε ακούσει;
«Με τις συνεντεύξεις που έχουν αρχίσει να γίνονται και την προβολή, τόσο εγώ όσο και τα άλλα κορίτσια, θεωρούμε ότι πλέον υπάρχει κάποιος που μπορεί να μας ακούσει και να καταλάβει τι έχουμε περάσει αλλά και τι έχουμε κάνει στο ποδόσφαιρο. Θα δώσω ένα δικό μου παράδειγμα. Η καταμέτρηση των συμμετοχών μας στην Εθνική έγινε τώρα τελευταία. Αν και μου είχε πει ο προπονητής μου τότε ''Ελένη, να γράφεις τις συμμετοχές σου'', εγώ το ξεχνούσα, έχασα το μέτρημα και δεν υπήρχαν πουθενά. Νόμιζα θα είναι μέχρι 100 και βγήκαν 113. Είμαι 20 χρόνια στην Εθνική, άλλες είναι 15 χρόνια. Έχουμε ζήσει μία ζωή όλες μαζί στην Εθνική. Με την Χατζηνικολάου ήμασταν μαζί στη Λάτσιο, με την Κόγγουλη ήμασταν αντίπαλες και τώρα είμαστε μαζί εδώ στην ΑΕΚ. Για εμάς η ζωή μας είναι το ποδόσφαιρο και είναι όμορφο όταν κάποιος κάθεται να ακουσει την ιστορία μας ή την προβάλλει για να τη μάθει ο κόσμος».
Ακολούθησε το GWomen στο instagram
Στείλε μας νέα, ιδέες, προτάσεις, απορίες για τον γυναικείο αθλητισμό στο [email protected]