Μα πριν ξημερώσει μ΄ αρνήθηκεςςςςς! (vids)
Αυτή τη φορά θα ...αυτομαστιγωθώ. Στη χρονική περίοδο που αναφέρονται οι περισσότερες «ρετρό ιστορίες» και φυσικά η νέα στήλη που μας συντροφεύει τις Πέμπτες, τα «ρετρό ακούσματα», δηλαδή κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 και στις αρχές εκείνης του ΄90, ο υπογράφων τούτο το πόνημα είχε το μαχαίρι και το πεπόνι στις μουσικές επιλογές της παρέας μας. Πιο απλά, ήμουν εκείνος που είχε διπλό κασετόφωνο. Τι ήταν αυτό, για να μαθαίνουν οι νεότεροι και να θυμούνται οι παλιότεροι; Ένα «εργαλείο», στο οποίο έβαζες από τη μια πλευρά μια γραμμένη κασέτα κι από την άλλη μια άγραφη, αντιγράφοντας στη δεύτερη κομμάτια από την πρώτη. Κάτι σαν το «Νέρο μπέρνινγκ Ρομ», αλλά καμία σχέση! Για να γράψεις μια 60λεπτη κασέτα χρειαζόσουν περίπου δυο ώρες δουλειάς με τα μπρος-πίσω για να επιλέξεις τα τραγούδια που ήθελες να μεταγράψεις στην κενή. Τώρα, για να γεμίσεις ένα 80λεπτο σιντί, θέλεις 2-3 λεπτά, «βαριά» δέκα με τις επιλογές.
Τη δουλειά αυτή, λοιπόν, στην παρέα μας την είχα αναλάβει εγώ, που είχα το διπλό κασετόφωνο. Και ήρθε η ώρα να ζητήσω συγνώμη για τις επιλογές μου. Γιατί, ναι μεν είχα καλό «αυτί», το έψαχνα πολύ, ανακάλυπτα καινούργια πράγματα και έσπρωχνα σχεδόν όλο μου το χαρτζιλίκι ή το μεροκάματο, πρώτα σε κασέτες και μετά σε δίσκους, ωστόσο είχα και εμμονές. Μια από αυτές θυμήθηκα σήμερα…
Θυμάμαι, λοιπόν, πως όταν χώριζα ή όταν κάποιος έρωτάς μου ήταν ανεκπλήρωτος, ξεκινούσα όλες μα όλες τις κασέτες μου με το ίδιο τραγούδι. Το εξαιρετικό «Είπες πως» των «2002 Τζιάρ». Να βάζεις, δηλαδή, μια κασέτα να παίξει και οι φίλοι σου να ετοιμάζονται να κόψουν φλέβες. Τις δικές σου φυσικά. «Εσύ μου ΄πες πως μ΄ αγαπάς, μας πριν ξημερώσει μ΄ αρνήθηκεςςςςς...» (είχε και έκο). Άμα έχεις και κάτι από το ντύσιμο (κυρίως την μπλούζα και τις μπότες) του Ηλία Ασβεστόπουλου στο βιντεοκλίπ που ακολουθεί, δεν το γλιτώνεις το κόψιμο της φλέβας, ούτε την άρνηση του αντικειμένου του πόθου σου!
Καπάκι στρίμωχνα το «Μην της το πεις» του Κώστα Τουρνά. Και μ΄ αρνήθηκε, δηλαδή, αλλά και να μην της το πούνε, λες και υπήρχε περίπτωση να πάει τρεχάλα ο Πέτρος ο Αρμένης να πει στο εργοστάσιο χυλόπιτας πως «ο Μίλτος σε έχασε μα σε αγαπάει, δεν ξέχασε και για σένα ζει και ελπίζει πως ίσως μια μέρα νιώσεις το λάθος και ΄ρθεις». Μόνο ο Φώτης θα μπορούσε να το κάνει αυτό, πρώτα για να με ξεφτιλίσει και μετά για να διπλαρώσει την γκόμενα...
Η αλήθεια είναι πως από στιχουργικής πλευράς, προτιμούσα να ξεφτιλιστώ μόνος μου. Ναι μεν «Μην της πεις», αλλά εγώ θα ψάχνω «Όλη τη νύχτα» για να τη βρω, όπως έλεγε σε ένα άλλο παλιό κομμάτι ο Κώστας Τουρνάς. «Όλη τη νύχτα, παντού σε γύρευα, όλη τη νύχτα, και σε σκεφτόμουνα, όλη τη νύχτα». Το συγκεκριμένο κομμάτι ήταν πολύ ρυθμικό, όπως μπορείτε να ακούστε, γεγονός που άλλαζε λίγο το κλίμα παρά το στενάχωρο θέμα του. Μάλιστα, έδινε την εντύπωση πως αν συνέχιζα να αλλάζω έτσι το ρυθμό τραγούδι το τραγούδι, στο τέλος της κασέτας θα έγραφα το «Μου παρήγγειλε τ΄ αηδόνι». Δεν το έγραφα...
Και δεν το έγραφα γιατί κάπου εκεί άρχιζαν άλλοι συνειρμοί. Ο Τουρνάς έψαχνε όλη τη νύχτα στην Αθήνα, «απ΄ Αυτοκίνηση ως Μπόρα Μπόρα», δηλαδή στις ντισκοτέκ της εποχής, όμως τότε εμένα στο μυαλό μου ερχόταν συνειρμικά ένα άλλο τραγούδι, η «Νυχτερινή εκπομπή» με το Φολκσβάγκεν της Αφροδίτης Μάνου. Αγαπημένο τραγούδι, αλλά καμία σχέση με τα προηγούμενα. Κάπου εκεί άλλαζε οριστικά η διάθεση και στο εξής μπορούσε ο καθένας να περιμένει οτιδήποτε. Λες και μου πέρναγε ο χωρισμός...
Από την άλλη, όταν κάτι ξεκινούσε ωραία και πριν τελειώσει με πόνο και «Είπες πως», οι «2002 Τζιάρ» είχαν και πάλι την τιμητική τους. Ήμουν ερωτευμένος και τότε κόλλαγε το πολύ καλοκαιρινό -ως άκουσμα- «Δεν είσαι έρωτας εσύ, είσαι γοργόνα, είσαι θάλασσα, είσαι ένας φάρος φωτεινός...». Κι αυτό αγαπημένο, κι αυτό πάντα πρώτο σε ό,τι κασέτα κι αν έγραφα υπό την επήρεια του έρωτα.
Τότε συνήθως ακολουθούσε πάλι Τουρνάς. «Αν ο έρωτας ζει», το μυθικό ντουέτο με την Τυνήσια Μορέιρα. «Έχει μαύρα μαλλιά, έχει μάτια όλο φως και γυναίκας κορμί» κι ευτυχώς συνήθως ερωτευόμουν μελαχρινές. Εκτός από τις περιπτώσεις που προτιμούσα τις ξανθιές...
Όπως το σκέφτομαι, στις «ερωτευμένες» κασέτες το ...έχανα πολύ πιο γρήγορα από τις «χωρισμένες». Ενώ στις «χωρισμένες» έφτανα του-λάστιχον μέχρι το τρίτο τραγούδι θλιμμένος, στις «ερωτευμένες» δεν μπορούσα να διατηρήσω ρυθμό πέρα από το δεύτερο. Ήμουν ερωτευμένος λέμε...
Μέχρι να λύσω το πρόβλημα και να σταματήσω να γράφω τα σιντί μου με τον ίδιο τρόπο χωρίς καμία συνοχή, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...
Υ.Γ.: Για το μυθιστόρημά μου, «Είναι στημένο», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμβιπή (MVPublications) με υπογραφή Χρήστου Ελευθερίου και για ό,τι άλλο επιθυμείτε, θα τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.
