Μια αγάπη που χάθηκε στο Κόπα Σουνταμερικάνα...
Το διήγημα που ακολουθεί, το έγραψα πριν αρκετά χρόνια, ξεκινώντας ουσιαστικά κάπως έτσι τις «ρετρό ιστορίες» μου. Αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας, τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Λέμε τώρα… Θα ολοκληρωθεί σε δύο μέρη και θα αντικαταστήσει τη ρετρό ιστορία αυτής της Τρίτης. Το πρώτο μέρος δημοσιεύεται σήμερα Δευτέρα (8/7), ενώ το δεύτερο θα ακολουθήσει αύριο Τρίτη (9/7). Καλή ανάγνωση…
Η εντελώς ακατάλληλη για το καλοκαίρι, τσουρουφλιστή χυλόπιτα, ήρθε με μια συνηθισμένη έκφραση και ένα ασυνήθιστο επιχείρημα: «Θέλω να μείνω για λίγο μόνη μου να σκεφτώ. Εσύ και οι κολλητοί σου, δεν παρουσιάζετε πια καμία πρωτοτυπία». Τάδε έφη, όχι κάποια Έφη, αλλά η καθ΄ όλα πρωτότυπη -εκ φύσεως και κυρίως εξ ονόματος- Μαρία Παπαδοπούλου! Η επίσημη σχέση μου το τελευταίο εξάμηνο, η οποία -εδώ που τα λέμε- είχε τα δίκια της να θέλει να με σουτάρει...
Το Σαββατόβραδο την έκλεισα μέσα, επειδή ήθελα να δω τον τελικό του Κόπα Καμπάνα Σουνταμερικάνα με τα άλλα δύο ρεμάλια, τον Φώτη και τον Δεμπασκαλά. Της υποσχέθηκα, όμως, πως την Κυριακή το πρωί «θα πάμε για μπανάκι. Κατά τις 10 θα περάσω να σε πάρω...».
Δεν πέρασα...
Τελικά ...πέρασε εκείνη, όχι για να με πάρει η ίδια, αλλά για να με πάρει ο διάβολος. Αιτία; Η παράταση του τελικού του Κόπα Καμπάνα Σουνταμερικάνα, η οποία μας ...υποχρέωσε να πιούμε σχεδόν ένα καφάσι μπίρες μέχρι τις έξι το πρωί, με αποτέλεσμα οι πιθανότητες να σηκωθώ πριν τις 10 για να πάω το Μαράκι για μπάνιο, να είναι αντίστοιχες με τις πιθανότητες να συγχωρήσει το Μαράκι τη νέα γαϊδουριά μου.
Δεν τη συγχώρησε...
Μπούκαρε στο σπίτι μου λίγο πριν τις 11. Της άνοιξε ο ελεεινός ο Φώτης, που είχε κοιμηθεί στο πρώτο ημίχρονο, δεν ντράπηκε να μην δει ολόκληρο το Κόπα Καμπάνα Σουνταμερικάνα και ξύπνησε φρεσκαδούρας στις 10 και μισή. Δεν του μίλησε, χίμηξε κατευθείαν στο δωμάτιό μου, με στόλισε για τα καμώματά μου, έγινε πύραυλος όταν διαπίστωσε πως ψιλοροχάλιζα κατά τη διάρκεια του κηρύγματος και κατέληξε με τη φράση - κλειδί: «Θέλω να μείνω για λίγο μόνη μου να σκεφτώ. Εσύ και οι κολλητοί σου, δεν παρουσιάζετε πια καμία πρωτοτυπία».
Καλά εγώ, αλλά ...τι δουλειά είχαν οι κολλητοί μου με τη σχέση μας, πέρα από μερικές βραδιές Τσάμπιονς Λιγκ, κάμποσες Γιούρο Λιγκ, αρκετές Σούπερ Λιγκ, μετρημένες στα δάχτυλα χεριών και ποδιών Πρέμιερ Λιγκ και έναν τελικό Κόπα Καμπάνα Σουνταμερικάνα; Ούτε 150 βράδια δεν την άφησα μόνη της το τελευταίο εξάμηνο, κατά το οποίο ήμουν βέβαιος πως και πάλι είχα ερωτευτεί «για πάντα».
Τέλος πάντων, η Μαρία μού την έριξε την μπόμπα πρωί Κυριακής και, όπως διαπίστωσα όταν ξενέρωσα λίγες ώρες αργότερα, η χυλόπιτα ήρθε την πιο ακατάλληλη στιγμή. Την προσεχή Παρασκευή άρχιζε η άδειά μου και για το Σάββατο είχαμε προγραμματίσει την αναχώρησή μας (εγώ και το Μαράκι μου) για τη Σαντορίνη και την ξενοδοχειάρα μας, με την πισινάρα της και την αιρ-κοντισιονάρα της, στο Καμάρι.
Εγώ, όμως, το καμάρι της μάνας μου, φρόντισα να βάλω πολλά ερωτηματικά γύρω από τις διακοπές μας, καθότι πλέον έπρεπε να ελπίζω σε επανασύνδεση μέσα στο επόμενο πενθήμερο, ενώ αισθανόμουν σχεδόν βέβαιος ότι και η επόμενη ατάκα της Μαρίας θα παρουσίαζε τόση πρωτοτυπία, όσο και το ονοματεπώνυμό της: «Το σκέφτηκα και νομίζω πως είναι καλύτερα να μείνουμε φίλοι». Προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί της, να την αποτρέψω από μια τέτοια φράση, να της εξηγήσω ότι δεν ήμασταν ποτέ φίλοι για να «μείνουμε φίλοι», όπως θεωρούσα βέβαιο ότι θα μού έλεγε. Ωστόσο, το κινητό της ήταν μονίμως κλειστό, στο σταθερό της απαντούσε τηλεφωνητής και με το Μαράκι άφαντο, την Παρασκευή το πρωί αναγκάστηκα να ακυρώσω (με το ανάλογο κόστος) την κράτησή μας στο ξενοδοχείο στο Καμάρι.
Έμεινα με τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια στα χέρια και παράλληλα με τα χέρια άδεια. Παρασκευή απόγευμα μάζεψα τον Φώτη και τον Δεμπασκαλά στο σπίτι για να τους πω τον πόνο μου και να κάνουμε μνημόσυνο στις αδικοχαμένες διακοπές μου στη μαγευτική Σαντορίνη, πίνοντας μπίρες και ό,τι άλλο είχε περισσέψει στο σπίτι από την τελευταία τους επίσκεψη, το καταστροφικό βράδυ του περασμένου Σαββάτου. Και τότε ο Φώτης έριξε τη μεγάλη ιδέα: «Κολλητέ, μην ξεχνάς πως κι έχω κι εγώ άδεια. Ο Δεμπασκαλάς θα κάτσει να ψηθεί μαζί με τους καφέδες στον καφενέ του Μπάφα κι εμείς οι δύο θα έχουμε ξαπλώστρα απλωμένη στη Σαντορίνη και θα ψηνόμαστε στον καυτό ήλιο, χαζεύοντας τις θεές της μέρας και της νύχτας. Τα εισιτήρια τα έχουμε, κρουαζιέρα θα σε πάω...». Ωχ... «Μύκονο και Σαντορίνη, σαν ερωτευμένοι ...μπαμπουϊνοι», σκέφτηκα, αλλά χωρίς τη Μύκονο από το παλιό σουξέ του Βαγγέλη Γερμανού.
Ο Φώτης ήταν ο ωραίος και, παράλληλα, ο …ανισόρροπος της παρέας. Κυνηγούσε την τύχη του, έκανε ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι, δεν στέριωνε σε δουλειά ή σε αρραβώνα, σκάρωνε κομπίνες, χρώσταγε παντού, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μπει σε μπελάδες και να μας χώσει κι εμάς. Ο Δεμπασκαλάς δούλευε από παιδί στου Μπάφα και τώρα περίμενε να κλείσει ο καφενές στα μέσα Αυγούστου, για να πάει κι αυτός τις διακοπές του.
Το πλοίο σάλπαρε Σάββατο πρωί. Ο Φώτης είχε προλάβει να ετοιμαστεί μέσα σε λίγες ώρες από τη στιγμή που πήρε την απόφαση να χρησιμοποιήσει το εισιτήριο της Μαρίας και να πάμε μαζί στη Σαντορίνη. Αν βουλιάζαμε, οι κοκοβιοί θα τον έτρωγαν ως «Μαρία Παπαδοπούλου». Μέχρι να γεμίσει μια μικρή βαλίτσα με 5-6 σώβρακα, 3-4 μακό μπλουζάκια, μια βερμούδα και ένα ...κιβώτιο προφυλακτικά διαφόρων χρωμάτων και γεύσεων (ναι, αυτή ήταν όλη η προετοιμασία του), εγώ είχα προθυμοποιηθεί να πάρω τηλέφωνα προκειμένου να κλείσω άλλο δωμάτιο, αυτή τη φορά στα Φηρά, ώστε να μην ταλαιπωρούμαστε στις μετακινήσεις από και προς την πρωτεύουσα της Σαντορίνης, όπου γινόταν όλο το παιχνίδι τη νύχτα. Άσε που εκεί ήταν και πιο φτηνά...
Έκλεισα δωμάτιο στη «Ρούσα» και μετά πήγα ένα γενναίο σούπερ μάρκετ, παίρνοντας όλα τα απαραίτητα εκτός από προφυλακτικά, καθώς ήμουν σίγουρος για την στοχοπροσήλωση του Φώτη. Εκείνος, πάντως, θεωρεί πως ακόμα κι αν είχα πάρει μαζί μου όσα έριξε ο ίδιος στη βαλίτσα του, θα ξεκινούσαμε με καλυμμένες όλες μας τις ανάγκες (ασχέτως αν από την πρώτη στιγμή άρχισε να ζητάει σαμπουάν, οδοντόκρεμες, «κανένα μπισκοτάκι», «καφέ δεν πήρες, ρε μ@λάκα;» και άλλα τέτοια). Μόλις φτάσαμε στο λιμάνι του Αθηνιού και μπήκαμε στο λεωφορείο για τη Χώρα, προσπαθήσαμε να θυμηθούμε πώς λέγανε την πανσιόν που είχαμε κλείσει δωμάτιο. «Ρούσα», αναφώνησα κι από εκείνη τη στιγμή μέχρι και την είσοδό μας στη ρεσεψιόν, τραγουδούσαμε ως άλλες Δόμνες Σαμίου, «άιντε Ρούσα παπαδιά και το ποτάμι ήταν θολό». Το τραγούδι μάς κόπηκε όταν εμφανίστηκε μπροστά μας η ...Ρούσα (που σίγουρα δεν τη λέγανε έτσι), η ιδιοκτήτρια του μικρού συγκροτήματος. Σαραντάρα, καλοδιατηρημένη, με καστανόξανθα, μακριά μαλλιά κομμωτηρίου, μαυρισμένη από τα μπάνια και ...όλο υποσχέσεις!
Μόνο που υπήρχε ένα πρόβλημα: το δωμάτιο ήταν ...υπόγειο! Διαμαρτυρήθηκα εντόνως. «Μα στο τηλέφωνο δεν μου είπατε πως επρόκειτο για υπόγειο» και άλλες τέτοιες ανοησίες, λες κι αν διαμαρτυρόμουν λίγο ακόμα το δωμάτιο θα έβγαζε ποδάρια, θα ανέβαινε τα σκαλοπάτια και θα γινόταν ισόγειο. «Δεν πειράζει. Σάμπως εδώ θα μένουμε; Να μην στεναχωρούμε και την ωραία κυρία», προσπάθησε να με ηρεμήσει ο Φώτης, απλώνοντας παράλληλα τα πλοκάμια του στο πρώτο υποψήφιο θύμα του στο νησί. Ενοχλήθηκα και τον παράτησα εκεί, στη ρεσεψιόν, με τις δύο βαλίτσες. Βγήκα έξω, να πάρω λίγο αέρα, να σκεφτώ αν θα τραβήξω το σκοινί ή αν θα υποστώ την υπόγα, ως άλλος «γερακίνας γιος».
Περπατώντας, έφτασα στο Φηροστεφάνι. Χάζευα για σχεδόν δύο ώρες. Άρχισε κόσμος να μαζεύεται για το ηλιοβασίλεμα. Χτύπησε το κινητό: «Πού ΄σαι, ρε κολλητέ; Ωραίο το δωματιάκι. Ευρύχωρο. Όπως θά ΄ρχεσαι, πάρε καμιά εξάδα νερά και καμιά μπίρα, γιατί κοράκιασα. Και κάτι να τσιμπήσουμε. Μην αργήσεις ε...».
Δεν άργησα…
Μπήκα στης Ρούσας φορτωμένος σαν γαϊδούρι. «Καλησπέρα», είπα μόλις την είδα στη ρεσεψιόν και «συγνώμη για πριν». Κατέβηκα τα σκαλοπάτια. Όντως, ευρύχωρο ήταν το δωμάτιο. Είχε και «αρκούδα», την οποία είχε φουντώσει ήδη ο Φώτης, δημιουργώντας παγωμένη, σχεδόν πολική ατμόσφαιρα. «Ωραία γυναίκα η Ρούσα», είπα. «Και θερμή», μου απάντησε. Έτρεξα στην τουαλέτα και άνοιξα το καπάκι από το καλαθάκι, για να διαπιστώσω αν είχε ήδη αρχίσει την …απόσβεση των αγορών του. «Πότε πρόλαβες, ρε ρεμάλι;», αναρωτήθηκα κι ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που με εντυπωσίαζε με την αποτελεσματικότητά του με το γυναικείο φύλο...
Μέχρι να διαβάσετε τη συνέχεια και το τέλος του διηγήματος, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά…
Υ.Γ.: Τους πρωταγωνιστές της ιστορίας, μπορείτε να τους γνωρίσετε καλύτερα στο μυθιστόρημά μου, «Είναι στημένο», το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εμβιπή (MVPublications) με υπογραφή Χρήστου Ελευθερίου. Για αυτό και ό,τι άλλο επιθυμείτε, θα τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.
