Η Ηριάννα, η Δικαιοσύνη και η Πολιτική

Ο Μιχάλης Κριθαρίδης αναρωτιέται στο insider.gr για το ποια είναι η σωστή σειρά: Η Ηριάννα, η Δικαιοσύνη και η Πολιτική ή μήπως πρώτα η Πολιτική και μετά η Δικαιοσύνη;

Απορρίφθηκε η δεύτερη αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ποινής της Ηριάννας και του Περικλή από το Πενταμελές Εφετείο Αναστολών. Το γεγονός αυτό παρατείνει την κράτηση της Ηριάννας και του Περικλή μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης τους από το Εφετείο, ή μέχρι την εκ νέου υποβολή αίτησης αναστολής εκτέλεσης της πρωτοδίκως επιβληθείσας ποινής τους.

Η αντίδραση του κόσμου, ακόμα και μέσα στην αίθουσα της εκδίκασης ήταν έντονη. Φίλοι, καθηγητές, συνήγοροι και ακτιβιστές, άνθρωποι διαφόρων πολιτικών χώρων, κατέκλυσαν την αίθουσα του Εφετείου με αγωνία για την τύχη μιας νέας κοπέλας που βρίσκεται άδικα στη φυλακή.

Η αντίδραση του πολιτικού κόσμου, ακόμα και της Κυβέρνησης, ήταν εξίσου έντονη, επικρίνοντας την δικαστική απόφαση και το δικαστήριο που την εξέδωσε.

Είναι όμως τα πράγματα τόσο απλά;

Τα πράγματα δεν είναι καθόλου απλά από τη στιγμή που μια νέα κοπέλα, μια νέα ακαδημαϊκός, καταδικάστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με ανύπαρκτα, κατασκευασμένα και σε κάθε περίπτωση ανεπαρκή στοιχεία.

Τα πράγματα δε, γίνονται ακόμα πιο περίπλοκα όταν το ίδιο δικαστήριο που προβαίνει στην όποια κρίση, περί αθωότητας ή ενοχής της Ηριάννας, δεν της χορηγεί το ανασταλτικό της Έφεσης.

Πάγια τακτική των δικαστηρίων σε αντίστοιχες περιπτώσεις, με ανθρώπους που κατηγορούνται αλλά δεν κρατούνται ήδη από την ανάκριση, ακόμα και με καταδίκες σε ποινές πολυετούς καθείρξεως, είναι να χορηγείται το ανασταλτικό της Εφέσεως. Όμως εδώ δεν έγινε. Είναι ζήτημα πολιτικής δίωξης; Είναι ζήτημα ποινικοποίησης κοινωνικών σχέσεων; Πιθανόν. Μπορεί και να είναι ζήτημα αυστηρότητας του συγκεκριμένου δικαστηρίου. Μπορεί να είναι και είναι πράγματι αυτή η κρίση και η πεποίθηση των δικαστικών λειτουργών. Όποια όμως περίπτωση και αν συντρέχει, τι γίνεται σε ένα κατά τα άλλα «κράτος δικαίου»;

Κατ’ αρχάς, σε ένα κράτος δικαίου και στο δικό μας νομικό σύστημα και πολιτισμό, ο κανόνας είναι, ή τουλάχιστον πρέπει να είναι κατά το γράμμα και πνεύμα της διάταξης του άρθρου 497 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η χορήγηση ανασταλτικού αποτελέσματος στην έφεση, ως επιμέρους έκφανση του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου και ως γεγονός που υποδηλώνει την εγγενή δικονομική συνύπαρξη της έφεσης με το ανασταλτικό αποτέλεσμα. Ο κανόνας αυτός πρέπει να κάμπτεται μόνο εξαιρετικά και εφόσον κρίνεται αιτιολογημένα ότι οι περιοριστικοί όροι δεν αρκούν και ότι ο κατηγορούμενος είναι ύποπτος φυγής ή υποτροπής. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, στις περιπτώσεις όπου ο κατηγορούμενος έχει αφεθεί ελεύθερος από τον ανακριτή και άρα έχει κριθεί ότι αρκούν οι περιοριστικοί όροι, δεν είναι ύποπτος φυγή ή υποτροπής και έχει διαμονή γνωστή στις αρχές, το ανασταλτικό αποτέλεσμα της έφεσης κατά κανόνα χορηγείται.

Ενώ ακόμα, η έκφραση του νόμου «τότε μόνο δεν χορηγείται ανασταλτικό αποτέλεσμα…» αποτυπώνει προδήλως τη βούληση του νομοθέτη για κατ’ αρχήν χορήγηση του ανασταλτικού αποτελέσματος.

Τι κάνει λοιπόν τους δικαστές εν προκειμένω να μην χορηγούν αυτό το εκ νόμου δικαίωμα του κατηγορουμένου;

Τα όσα αναφέρει η απόφαση του δικαστηρίου που απέρριψε την αναστολή είναι χαρακτηριστικά. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται «υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη» από την παραμονή των κατηγορουμένων στην φυλακή, ούτε στους ίδιους ούτε και στις οικογένειες τους και ότι τα «ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των πράξεων» «είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσουν τους κατηγορουμένους στην διάπραξη ομοειδών εγκλημάτων». Αυτή η κρίση του δικαστηρίου, έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι η Ηριάννα ήταν ελεύθερη με περιοριστικούς όρους από την ανάκριση, ακριβώς επειδή θεωρήθηκε ότι οι όροι αρκούν για να μην διαπράξει ομοειδή. Επιπλέον ποια είναι αυτά τα «ιδιαίτερα χαρακτηριστικά»;

Το δικαστήριο διαρκούσης της δίκης ρώτησε την Ηριάννα αν «έχει σχέση με τέτοιους χώρους;» ενώ επιπλέον σχολίασε την παρουσία του κόσμου που είχε κατακλύσει την αίθουσα ως «βλέπουμε έχετε πολλούς φίλους». Τα σχόλια και οι ερωτήσεις αυτές, καταδεικνύουν ένα δικαστήριο που λαμβάνει υπόψη του πράγματα που δεν θα έπρεπε, για να κρίνει την οποιαδήποτε υπόθεση. Είναι παντελώς αδιάφορο αν ο οποιοσδήποτε έχει σχέση με τον οποιοδήποτε πολιτικό χώρο, όπως επίσης αδιάφορο είναι αν έχει πολλούς φίλους  και ομοϊδεάτες. Η δικαιοσύνη ωστόσο δυστυχώς, δεν έχει απαγκιστρωθεί από λογικές του «αφού έχεις φίλους αναρχικούς, είσαι τρομοκράτης».

Επιπλέον, ο ίδιος ο νόμος και η συγκεκριμένη διάταξη, έχει τροποποιηθεί στην κατεύθυνση του να μην εξαιρεί, όπως εξαιρούσε στο παρελθόν συγκεκριμένα βαρύτατα εγκλήματα, οπότε η εξακολούθηση της διατύπωσης «ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης», είναι ανεδαφική και κακώς συνεχίζει να υφίσταται.

Οι δικαστές όμως πράγματι, καλοί - κακοί, συντηρητικοί και μεροληπτικοί, ή όχι, έχουν ένα συγκεκριμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται. Ένα πλαίσιο μιας «αστικής θεσμικής δικαιοσύνης». Οπότε πριν φτάσει η κριτική σε αυτούς, πρέπει πρώτα να περάσει από το πλαίσιο που έχουν και από αυτούς που το διαμορφώνουν.

Πάμε, λοιπόν, στην Πολιτική, το νομοθετικό όργανο δηλαδή που δίνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι δικαστές λειτουργούν «ανεξάρτητα»(;) και την Κυβέρνηση που το κατευθύνει. Το πλαίσιο αυτό πράγματι δίνει στους δικαστές μια διάταξη (το 497 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) για την αναστολή εκτέλεσης που τους αφήνει την ευχέρεια να κρίνουν αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και υπάρχει ή όχι υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη του κατηγορουμένου ή της οικογένειας τους, εντός της φυλακής. Εν προκειμένω το δικαστήριο θεώρησε πως μια ακαδημαϊκός 29 ετών και ένας νέος με προβλήματα υγείας, δεν απειλούνται με υπέρμετρη και ανεπανόρθωτη βλάβη εντός της φυλακής, λάθος κρίση κατ’ εμέ φυσικά, όμως αυτό έκριναν και είχαν το πλαίσιο για να το κάνουν.

Πέρα όμως από αυτό, υπάρχει και ένα άλλο πλαίσιο που η Πολιτική παρέχει στη Δικαιοσύνη, το άρθρο 187 Α του Ποινικού μας Κώδικα, ή άλλως ο λεγόμενος «τρομονόμος», η διάταξη δηλαδή που καθιερώνει επιβαρυντικές περιπτώσεις διάπραξης ποινικών αδικημάτων, δημιουργώντας ένα πλαίσιο στη Δικαιοσύνη με τη δυνατότητα να ποινικοποιεί ακόμα και κοινωνικές σχέσεις ή και κοινωνικού αγώνες! Αφού ακόμα και αυτός που παρέχει πληροφορίες, είναι εν δυνάμει κατηγορούμενος για βαρύτατα αδικήματα. Αυτό το πλαίσιο λοιπόν, που δημιουργήθηκε με όρους υποχώρησης της ελευθερίας έναντι της «ασφάλειας», δεν θεσμοθετήθηκε από τη Δικαιοσύνη, αλλά από την Πολιτική, η οποία τώρα, δεν μπορεί να νίπτει τας χείρας της και να στρέφεται εναντίον της Δικαιοσύνης που εφαρμόζει της επιταγές της πρώτης.

Τέλος, οι άνθρωποι και το κίνημα αλληλεγγύης που έχει ενεργοποιηθεί για να συμπαρασταθεί στην αδικία που υφίσταται η Ηριάννα, συνιστά θετικά και αισιόδοξη εξέλιξη για όσους παλεύουν για τα δικαιώματα της κάθε Ηριάννας και του καθενός από μας. Η πολιτική όμως πίεση, ειδικά της Κυβέρνησης και με τον τρόπο που γίνεται, μπορεί να βοηθάει στο αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα. Η Κυβέρνηση φυσικά μπορεί να κάνει την πολιτική κριτική της, η δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη, δεν πρέπει η Κυβέρνηση να παρεμβαίνει στο έργο της, όμως ούτε «αγία» είναι, ούτε υπεράνω κριτικής, ούτε αλάνθαστη. Όταν όμως η κριτική γίνεται με τέτοιο έντονο τρόπο και τέτοιους όρους, αυτό μπορεί να οδηγήσει, κακώς βέβαια πάλι, τους δικαστές σε μια κρίση, η οποία μπορεί να είναι άδικη, και η οποία ωστόσο δεν θα δίνει το δικαίωμα σε κάποιον να πει ότι η Δικαιοσύνη υπάκουσε στις επιταγές της Πολιτικής.

Χρειάζεται λοιπόν αγώνας, διεκδίκηση και απαίτηση του δικαίου της Ηριάννας και του Περικλή, του δίκιου δηλαδή του καθενός και της καθεμιάς μας, η κριτική όμως και ο τρόπος πρέπει να είναι προσεχτικός και εύστοχος για να μην έχουμε αντίθετα αποτελέσματα, από τα προσδοκώμενα. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ποιών η Δικαιοσύνη, ποιας Πολιτικής, ποιού Συστήματος, το δίκιο αυτό δικάζει… 

Πηγή: insider.gr

Best of internet