Ο εγγονός του Τσε γράφει για τα χαμένα όνειρα Κούβας

Δεν γνώρισε τον παππού του. Με το πρώτο βιβλίο του που εκδίδεται, ο Κάνεκ Σ. Γκεβάρα, απορρίπτει την πολιτική κληρονομιά του Τσε. Αποκλειστικά αποσπάσματα στο TOC.

Ο εγγονός του Τσε γράφει για τα χαμένα όνειρα Κούβας

 Αλήθεια, τι θα έλεγε για τον εγγονό του o Τσε Γκεβάρα αν διάβαζε τη συγκλονιστική του περιγραφή της σημερινής Κούβας;

 Δεν γνώρισε ποτέ τον παππού του. Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα δολοφονήθηκε στις 9 Οκτωβρίου του 1967 στο χωριό Λα Ιγκέρα της Βολιβίας κι ο εγγονός του, Κάνεκ Σάντσες Γκεβάρα, γεννήθηκε στις 22 Μαΐου του 1974 στην Αβάνα, γιος της μεγαλύτερης κόρης του Ερνέστο, Χιλντίτα Γκεβάρα, και του Αλμπέρτο Σάντζεζ, ενός Μεξικανού αριστεριστή. 

Συγγραφέας, μουσικός, φωτογράφος και γραφίστας. ο Κάνεκ (το όνομα του οποίου σημαίνει «μαύρο φίδι» σε παλιές Μεξικανικές διαλέκτους) δεν άργησε να ασκήσει δριμύτατη κριτική στο καθεστώς Κάστρο - το αποτέλεσμα της κουβανικής επανάστασης για την οποία πολέμησε και σκοτώθηκε ο διάσημος παππούς του - δηλώνοντας αηδιασμένος από την εγκαθίδρυση μιας «σοσιαλιστικής μπουρζουαζίας… που παρίσταναν πως ήταν προλετάριοι».

Λιγότερο από ένα χρόνο μετά το θάνατό του Κάνεκ Σάντσες Γκεβάρα (σ.σ. πέθανε σε ηλικία μόλις 41 ετών μετά από εγχείρηση καρδιάς), βγαίνει στα ράφια των βιβλιοπωλείων το πρώτο του βιβλίο με τίτλο «33 Στροφές». Το μεταθανάτιο μυθιστόρημά του, αποτελεί μια προσωπική κραυγή για βοήθεια και μια απόρριψη στην πολιτική κληρονομιά του ως εγγονού του Τσε. Μια ειλικρινής ιστορία για τις απογοητεύσεις μιας γενιάς που πίστεψε στις ιδέες της επανάστασης του Κάστρο. Το TheTOC εξασφάλισε αποκλειστική προδημοσίευση από το βιβλίο που κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις εκδόσεις «΄Ικαρος».

 

Κάνεκ Σάντσες Γκεβάρα
Κάνεκ Σάντσες Γκεβάρα

Το... story

Ο κεντρικός ήρωας χωρίζει απ’ τη γυναίκα του και περνάει τον περισσότερο χρόνο του παρέα με μια ρωσίδα γειτόνισσά του, χάρη στην οποία ανακαλύπτει την απόλαυση της ανάγνωσης. Τα βιβλία που διαβάζει ανοίγουν σταδιακά τους ορίζοντές του, ενώ τον περιβάλλει η γκρίζα και διαβρωτική πραγματικότητα.

Κάθε μέρα γίνεται μάρτυρας του θλιβερού θεάματος των νέων ανθρώπων που εγκαταλείπουν το νησί με αυτοσχέδια μέσα, και τα βράδια βασανίζεται από καφκικούς εφιάλτες στους οποίους συλλαμβάνεται και δικάζεται χωρίς αιτία. Τα πραγματικά του προβλήματα όμως θα ξεκινήσουν όταν θα κληθεί να γίνει πληροφοριοδότης του κράτους.

 

Προδημοσίευση «33 στροφές»

Το πρέπει και το θέλω. Δακτυλογραφεί το δίλημμά του με τόση μανία, ώστε τα κόμματα και οι τελείες του τρυπάνε το χαρτί. Θέλει να μείνει μόνος στο γραφείο, στην πόλη, στη χώρα, να μην τον ξαναενοχλήσει κανείς. Η μονοτονία εκδηλώνεται με χίλιους τρόπους και φέρει διάφορα ονόματα: η δουλειά, το ραδιόφωνο, η εφημερίδα, το φαγητό, η σχόλη. Ζω σ’ έναν γρατζουνισμένο δίσκο, σκέφτεται, που κάθε μέρα γρατζουνίζεται όλο και πιο πολύ. Η επανάληψη κοιμίζει, αλλά κι αυτή η υπνηλία επαναλαμβάνεται· καμιά φορά η βελόνα πηδάει, σκούζει, αλλοιώνει το ρυθμό και ξανακολλάει. Πάντα ξανακολλάει.

Ακούει αποφασιστικά βήματα πίσω από την πόρτα και ξέρει σε ποιον ανήκουν. Η αναφορά; Σας τη φέρνω σ’ ένα λεπτάκι. Ο διευθυντής τον λοξοκοιτάζει, φλέβες στη μύτη, ύφος σκυθρωπό, πουτάνας γιος. Ο διευθυντής τον κατσαδιάζει χωρίς να χαλάσει το χτένισμά του. Πολλή μπριγιαντίνη, σκέφτεται εκείνος, πολλή κολόνια, πολύ ταλκ στο σβέρκο. Του ’ρχεται να τον χέσει, να του χέσει τη μάνα, να του χέσει τη ζωή, αλλά το μόνο που κάνει είναι να κουνήσει το κεφάλι του δεξιά-αριστερά δίχως ρυθμό, δίχως νόημα, ανίκανος να καταλάβει προς τι η επίπληξη.

«Πρόσεξέ με!» απαιτεί ο βρυχηθμός του αφεντικού. «Με προσέχεις;»

Σάντα Μαρία: καυτή άμμος, γρατζουνισμένοι δίσκοι με τάνγκα ή με βερμούδες. Παρατηρεί μια παρέα νεαρούς που ατενίζουν τη θάλασσα μ’ ένα κράμα μοιρολατρίας και άγχους (από δω, το μακριά φαίνεται ακόμα πιο μακρινό): η σχιζοφρένεια είναι φυσιολογική σ’ αυτόν τον γρατζουνισμένο δίσκο – πλευρά α, πλευρά β: ρεμίξ που δε βγάζει πουθενά, διπολική φαινομενολογία. Βαδίζει ξυπόλυτος, με σηκωμένα τα ρεβέρ τού παντελονιού (ώμοι κυρτωμένοι, βλέμμα χαμηλό). Δεν υπάρχει ούτε μία σκιά σε ολόκληρη την παραλία (η μυρωδιά τής αλμύρας είναι από τις πιο σαγηνευτικές), διπλώνεται και κάθεται σε μιαν άκρη, μακριά απ’ τη φασαρία.

  Καπνίζει μπροστά στη θάλασσα, σκέφτεται πως τίποτα δεν τον κρατάει εδώ – και εδώ, καθισμένος στην άμμο, αναρωτιέται γιατί (για ποιον). Η ζωή του περνάει με τρομαχτική βραδύτητα (αλά Ταρκόφσκι), κι όλα του τα παλιά όνειρα έχουν διαλυθεί απ’ τον αμείλικτο ανταγωνισμό της πραγματικότητας. Ας ήταν, έστω, ευχαριστημένος με τη δουλειά του – ούτε καν αυτό: γραφειοκράτης χαμηλόβαθμος, σκέφτεται, με απείρως μετριότερους προϊσταμένους. Ούτε πρόκειται για υλικό ζήτημα: θα ζούσε με τα ίδια σε οποιοδήποτε μέρος τού κόσμου. Πρόκειται για τη σύγκρουσή του με την πραγματικότητα· για την αδράνεια που τον εμποδίζει να βγει απ’ το τέλμα· για το ψευτοδίλημμα που τον δένει με το τίποτα.

Η ζέστη είναι φονική: διαλύει νευρώνες, υποδαυλίζει τη βία, δεκαπλασιάζει τη γονιμότητα. Δεν υπάρχει μπίρα σε ακτίνα χιλιομέτρων (ούτε νερό, ούτε μπιράλ, ούτε τίποτα που να μπορείς ν’ αγοράσεις με ντόπια λεφτά). Τίποτα δεν μου ανήκει, σκέφτεται. Σάμπως κι εγώ ανήκω σε τίποτα; (Ο γρατζουνισμένος δίσκος ηχεί επίμονα.) Στη στιγμή εμφανίζονται μια παρέα νεαροί που κουβαλάνε ένα παράξενο αντικείμενο, κάτι ανάμεσα σε ready-made και σπασμένη ντουλάπα (το σηκώνουν έξι-επτά)· ρίχνουν το κατασκεύασμα στη θάλασσα κι ανεβαίνουν πάνω του. Το θέαμα προσελκύει μια ορδή περίεργους:

«Πού πάτε;»

«Την κάνουμε.»

«Γραμμή για Γιούμα.»

«Καλό ταξίδι, λεβέντες.»

«Φιλάρα, πάρε με κι εμένα, μη με γαμάς…»

Ως εκ θαύματος, το εξάμβλωμα επιπλέει· με την κραυγή Εύρηκα ανοίγονται στη θάλασσα, κωπηλατώντας με σκουπόξυλα. Όλα είναι πρωτόγονα: η σκάφη, τα κουπιά, το τσούρμο, η χώρα. Οι περίεργοι σηκώνουν τον κόσμο (κάποιοι χαμογελούν, κάποιοι άλλοι δείχνουν ανήσυχοι). Ζυγώνει κι ο ίδιος, με ενδιαφέρον και ζήλια. Τον εκπλήσσει που δεν ακούστηκαν κατηγορίες – Σκουλήκια!24 Προδότες! – ούτε άλλα τέτοια χαριτωμένα· αντιθέτως, ο κόσμος δείχνει να συμμετέχει στην οδύσσεια (ο ενθουσιασμός είναι μεταδοτικός). Τα κύματα λικνίζουν το πλεούμενο χαϊδεύοντας αυτό που θα ’πρεπε να είναι η καρίνα, και έξι-επτά πρόσωπα γελάνε σαν παιδιά που τους χάρισαν καινούργιο παιχνιδάκι. Δε θα τα καταφέρουν, σκέφτεται, βλέποντας τη σκάφη να ξεμακραίνει και να χάνεται πίσω απ’ τα κύματα».

 

 

Κάνεκ Σάντσες Γκεβάρα
Κάνεκ Σάντσες Γκεβάρα

 

Κάνεκ Σάντσες Γκεβάρα
Κάνεκ Σάντσες Γκεβάρα

 

 

Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα σε σπάνιο στιγμιότυπο, ψαρεύοντας
Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα σε σπάνιο στιγμιότυπο, ψαρεύοντας

 

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα
Ερνέστο Τσε Γκεβάρα

 

Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ο εμβληματικότερος επανατάτης του 20ου αιώνα
Ερνέστο Τσε Γκεβάρα: Ο εμβληματικότερος επανατάτης του 20ου αιώνα

 

Ο Τσε Γκεβάρα στη Γάζα
Ο Τσε Γκεβάρα στη Γάζα

 

Ο Κάνεκ Σάντσες Γκεβάρα έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 41 ετών μετά από εγχείρηση καρδιάς
Ο Κάνεκ Σάντσες Γκεβάρα έφυγε από τη ζωή σε ηλικία μόλις 41 ετών μετά από εγχείρηση καρδιάς

Οι «33 Στροφές» κυκλοφορούν σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη

Πηγή: thetoc.gr

Best of internet