Προσευχή κάτω από τα τείχη

Ο Μπρους Σπρίνγκστην, στο αρχαίο ιπποδρόμιο της Ρώμης

Προσευχή κάτω από τα τείχη

O Νίκος Παπαδογιάννης κλείδωσε την πορτοκαλί μπάλα στην αποθήκη και ταξίδεψε στη Ρώμη για να ζήσει εμπειρία ζωής.

Προσευχή κάτω από τα τείχη

Το αρχικό, τομηρό σχέδιο προέβλεπε σκασιαρχείο από το Τορίνο την παραμονή του Προολυμπιακού τουρνουά ή τη «νεκρή» μέρα ανάμεσα στον 1ο και στο 2ο αγώνα. Χρειαζόμουν ένα σκάρτο τετράωρο για το πήγαινε-έλα στο γειτονικό Μιλάνο (χωρίς παραβιάσεις του ορίου ταχύτητας όμως, διότι η ιταλική τροχαία θερίζει), άλλο ένα για το κυρίως γεγονός και άλλο ένα για το «πριν» και για το «μετά».

Αλλά τι να έλεγα στους ανθρώπους που με πλήρωναν για να καλύψω το Προολυμπιακό τουρνουά; Ότι θα έκανα 12 ώρες κοπάνα για να δω μία ροκ συναυλία;

Και τι θα γινόταν εάν έσκαγε κάποιο σημαντικό θέμα στο Τορίνο; Ποιος θα έτρεχε για να το καλύψει; Ο βοηθός που δεν έχω ή οι συνάδελφοι που έμειναν στο κλεινόν άστυ για να πάει η αφεντομουτσουνάρα μου ταξιδάκι;

 Όχι. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Χρειαζόμουν επειγόντως μία άλλη λύση, που δεν θα με άφηνε εκτεθειμένο επαγγελματικά.

Και αυτός ο αφιλότιμος ο Springsteen δεν επιτρέπει καταδρομικές εκδρομές άψε-σβήσε, αφού παίζει 3-4 ώρες χωρίς σταματημό σε κάθε συναυλία του! 

Για την ακρίβεια, 3 ώρες και 54 λεπτά. Τόσο κράτησε η μυσταγωγία του Σαββάτου 16 Ιουλίου, στο Circus Maximus της Ρώμης, κάτω από τα φωτισμένα τείχη.

Το μυαλό δυσκολευόταν να συλλάβει ότι κάποτε στο ίδιο ιπποδρόμιο γίνονταν αρματοδρομίες μπροστά σε εκστασιασμένους Ρωμαίους με χιτώνες και κοθόρνους.

Δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα, το μόνο που είχε μείνει να θυμίζει εκείνη την εποχή ήταν ο σκονισμένος αγωνιστικός χώρος και οι λοφίσκοι που έπαιζαν ρόλο κερκίδας. Και η έκσταση.

Πρέπει να ήμασταν εκατοντάδες, οι Έλληνες στον αρένα του Circo Massimo (και την προηγούμενη μέρα, στον Neil Young). Τους έβλεπα στο αεροδρόμιο, στα σοκάκια του Τραστέβερε, στις πιτσαρίες της παλαιάς πόλης, στις φωτογραφίες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, παντού.

Με μπλουζάκια Μπρους από όλες τις εποχές. Εγώ φόρεσα ένα πολύ παλιό, που τον δείχνει αποστεωμένο τζόβενο 25 χρονών, μαζί με τον μακαρίτη πια Danny Federici.

Όταν πια αποχώρησε από αυτόν τον μάταιο κόσμο και ο εμβληματικός σαξοφωνίστας Clarence Clemons, ρίξαμε δύο αλλαξιές στις βαλίτσες και ξεκινήσαμε για το αεροδρόμιο. Ποιος ξέρει πότε θα ξαναδούμε την E Street Band και ποιοι θα την απαρτίζουν;

Οι τυχεροί της ελληνικής παρέας στήθηκαν στην ουρά από το πρωί και μπήκαν με ειδικό βραχιολάκι στο «πιτ», τον ειδικά διαμορφωμένο χώρο μπροστά στη σκηνή. Οι λιγότερο τυχεροί στήθηκαν πιο πίσω, μέσα στο εξαψήφιο πλήθος, και έβλεπαν από τις οθόνες.

Οι πιο τυχεροί απ’όλους, εμείς, φτάσαμε δύο ώρες πριν ακουστεί η πρώτη νότα αλλά είχαμε επιτήδειους φίλους μέσα στον κύκλο των προνομιούχων... 

Η πεντάλεπτη τελετουργία στην τουαλέτα απαιτούσε ένα λαθραίο περικάρπιο, έναν μαρκαδόρο στο σωστό χρώμα και μία μασημένη τσίχλα. Ο παλιός είναι αλλιώς. Μετά τις πρώτες 10 συναυλίες, παίρνει κανείς γαλόνι.

Άλλοι, βέβαια, για Έλληνες φίλους μιλώ, πλησιάζουν ή έχουν ξεπεράσει τις 100. Κι ας μην έχει έρθει ποτέ ο λεγάμενος στην Ελλάδα για σόλο συναυλία. Μόνο τότε με τη Διεθνή Αμνηστία, αλλά αυτή ήταν μία άλλη ζωή.

Πέρασαν 28 ολόκληρα χρόνια και βαρεθήκαμε να του γράφουμε ανοιχτές επιστολές. Το πήραμε πια απόφαση, δεν θα έλθει ποτέ.

Στη Ρώμη έχει παίξει 10 φορές. Στην Ιταλία, συνολικά, περισσότερες από 50, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Οι φανατικοί –αλλά και ο ίδιος ο καλλιτέχνης- πιστεύουν ότι το ιταλικό κοινό είναι το καλύτερο στον πλανήτη.

Δεν το πίστευα, διότι θεωρώ τους Ιταλούς χαζοβιόληδες και πανηγυρτζήδες. Προχθές, στη Ρώμη, έφαγα τα λόγια μου μαζί με μια μακαρονάδα αματριτσάνα και άφθονο λιμοντσέλο.

Σκεφτόμουν την ίδια συναυλία με Έλληνες θεατές, ή με Αμερικανούς ή με Ισπανούς ή με, ξέρω γω, Άγγλους, και ανατρίχιαζα σύγκορμους. Ιδίως στις επικές μπαλάντες που γέμισαν το 1/5 περίπου της παράστασης.

Όταν η μουσική προσφέρεται για πάρτυ ροκ εν ρολ, όλα είναι εύκολα. Όποτε όμως απαιτείται ησυχία, ο πειρασμός για μπούρου-μπούρου με τον διπλανό μεγαλώνει με κάθε δευτερόλεπτο παθιασμένης καντάδας.

Τελικά δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας. Ακόμα και πίσω, στα πεδινά, οι επιλογές του Bruce συνοδεύονταν από σεβάσμια σιγή. Όποιος δεν γούσταρε Drive All Night και Ghost Of Tom Joad, απλώς σιωπούσε και περίμενε το επόμενο Because The Night.

Μπροστά, βεβαίως, η εκστατική σιγή θύμιζε εκκλησιασμό. Και, πράγματι, οι συναυλίες του Springsteen κάτι τέτοιο θυμίζουν, θεία κοινωνία στην παγκόσμια θρησκεία του rock’n’roll. Η προσευχή στο τέλος εισακούεται. Όπως λέει και ο ίδιος ο Springsteen, «faith will be rewarded».

Εκείνοι που ταξίδεψαν στη Ρώμη για να περάσουν καλά πέρασαν υπέροχα, αλλά όσοι χρειάστηκαν βάλσαμο για την ψυχή επέστρεψαν με τα κύτταρα αναζωογονημένα.

Η αυτοπεποίθηση του 67χρονου Springsteen είναι κάτι το εξωπραγματικό, όπως και οι αντοχές του. Στο τέλος του τετραώρου ήμασταν όλοι ετοιμόρροποι από την κούραση, αλλά ο ίδιος έμοιαζε έτοιμος να ξεκινήσει ένα δεύτερο ημίχρονο.

Είχε προηγηθεί το συγκινητικό κατευόδιο στον πρόωρα χαμένο «Big Man», του οποίου η επιβλητική μορφή πλημμύρισε τις οθόνες, αλλά και ένα ψιθυριστό Thunder Road που μιλούσε απ’ευθείας στο θυμικό.

Ωστόσο, τη μεγαλύτερη στιγμή της συναυλίας τη ζήσαμε στο ξεκίνημά της, όταν ο Bruce ανέσυρε από το συρτάρι με τα διαμάντια ένα πετράδι που σπανίως τολμάει να αγγίξει. Το New York City Serenade γράφτηκε πριν από 44 χρόνια και παίχτηκε ελάχιστες φορές έκτοτε.

Οι φανατικοί αναγνώρισαν αμέσως τις πρώτες νότες και παραληρούσαν από ενθουσιασμό, ενώ το ανυποψίαστο πλήθος υποδέχθηκε το αναπάντεχο κέρασμα με ορθάνοιχτα μάτια, τέντωσε τα αυτιά και παραδόθηκε χωρίς όρους. Ποιος άλλος τολμάει να ξεκινήσει με μία παλαιομοδίτικη –αλλά ολόφρεσκη- οπερέττα 13 λεπτών μία συναυλία 100.000 θεατών;

«Αυτό ήταν το ωραιότερο δεκαπεντάλεπτο της ζωής μου», με συνέλαβα να ψιθυρίζω αμέσως μετά το χειροκρότημα. Έμελλε να επαναλάβω την ίδια κουβέντα άλλες τέσσερις φορές στην ίδια συναυλία, στο Point Blank, στο Drive All Night, στο Independence Day και στο τελείως απροσδόκητο The Ghost Of Tom Joad, θεόσταλτα δώρα όλα, για «την ομορφότερη πόλη του κόσμου», σύμφωνα με τον ίδιο τον Καίσαρα της βραδιάς.   

Στις ιστοσελίδες τις αφιερωμένες στον Bruce –με το φανατισμένο και ασυμβίβαστο κοινό σε όλα τα μήκη και πλάτη της οικουμένης- ξέσπασε debate, κατά πόσον η συναυλία της Ρώμης ήταν η κορυφαία της καριέρας του.

Για έναν καλλιτέχνη που γράφει και ξαναγράφει την ιστορία του ροκ (και την προσωπική του) πάνω στη σκηνή, με συναυλίες που ασφαλώς ξεπερνούν κατά πολύ ο,τιδήποτε έχει ηχογραφήσει στις 4,5 δεκαετίες της καριέρας του, το κοπλιμέντο είναι τεράστιο. Αλλά όχι άδικο.  

Εσείς που δεν τον έχετε δει ποτέ, προφταίνετε ακόμη, αλλά δεν ξέρω μέχρι πότε. Η τωρινή του ευρωπαϊκή περιοδεία ολοκληρώνεται μέσα στον Ιούλιο, ενώ η επόμενη μπορεί να είναι «ακουστική», με ανάλογο υλικό.

Όσο για τις ανοιχτές επιστολές που εκλιπαρούν τον Springsteen να παίξει, επιτέλους, στην Ελλάδα, φέρτε μου το χαρτί για υπογράψω ξανά μανά. Είπαμε, «faith will be rewarded». Και «nobody wins unless everybody wins».   

* Όποιος ενδιαφέρεται να ρίξει μία ματιά στη λίστα των 34 τραγουδιών, ας ρίξει μία ματιά εδώ. Τέσσερις ώρες, χωρίς την παραμικρή διακοπή! Περισσότερες λεπτομέρειες για τη συναυλία της Ρώμης και για όλες τις προηγούμενες, θα βρείτε εδώ.

Best of internet