«Δούναι» 9 δισ. μέτρα και «λαβείν» υποσχέσεις για το χρέος

ΔΕΝ ΒΑΡΕΘΗΚΑΝ ΝΑ ΔΙΝΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΤΙΠΟΤΑ;

«Δούναι» 9 δισ. μέτρα και «λαβείν» υποσχέσεις για το χρέος

Και επισήμως πλέον, το θέμα της διευθέτησης του ελληνικού χρέους θα μπει στην ατζέντα της συνεδρίασης του Eurogroup στις 9 Μαΐου.

«Δούναι» 9 δισ. μέτρα και «λαβείν» υποσχέσεις για το χρέος

Και επισήμως πλέον, το θέμα της διευθέτησης του ελληνικού χρέους θα μπει στην ατζέντα της συνεδρίασης του Eurogroup στις 9 Μαΐου.

Από τη μια πλευρά, είναι δεδομένο ότι η ελληνική κυβέρνηση θα κληθεί να ψηφίσει τα μέτρα των 5,4 δις. ευρώ συν μια «υποσχετική» για πρόσθετα μέτρα 3,6 δις. ευρώ (είτε αυτά εξειδικευτούν είτε όχι) προκειμένου να εκταμιεύσει την επόμενη δόση.

Το τι όμως μπορεί να εξασφαλίσει στο θέμα της διευθέτησης του χρέους (και πότε) είναι θέμα που εξακολουθεί να …αιωρείται. Δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι με την ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης η Ελλάδα θα πάρει κάτι απολύτως συγκεκριμένο στα χέρια της.

Η αναφορά στην ατζέντα του Eurogroup για «συνύπαρξη» των μεταρρυθμίσεων με τη βιωσιμότητα του χρέους αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοικτά. Από το να εξασφαλίσει η ελληνική πλευρά συγκεκριμένες δεσμεύσεις μέχρι το να αποφασιστεί ότι οι πρώτες παρεμβάσεις θα γίνουν το… 2022.

 Άμεσο όφελος για την ελληνική οικονομία από την όποια «διευθέτηση» του χρέους δύσκολα θα υπάρξει εκτός και αν γίνει γενναία μείωση του επιτοκίου δανεισμού ή μεγάλη επιμήκυνση στη διάρκεια αποπληρωμής των δανείων (σ.σ στη μία περίπτωση μειώνονται οι τόκοι και στη δεύτερη τα χρεολύσια). Οι αριθμοί που αποτυπώνουν το προφίλ του χρέους, έχουν ως εξής:

Με ημερομηνία 31/12/2015, το χρέος διαμορφώθηκε στα 321,332 δις. ευρώ. Σύμφωνα μάλιστα με τις προβλέψεις της Κομισιόν στο τέλος του 2016, το χρέος θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο –λόγω και των εκταμιεύσεων που θα γίνουν με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης- για να φτάσει στο τέλος του έτους να αναλογεί σε πάνω από 180% του ΑΕΠ. Σε όρους χρέους ως αναλογία προς το ΑΕΠ, η Ελλάδα φιγουράρει πλέον στη 2η θέση σε ολόκληρο τον πλανήτη με την Ιαπωνία να είναι η μοναδική χώρα που βρίσκεται σε χειρότερη θέση από την Ελλάδα.

Το 69,1% του ελληνικού χρέους –δηλαδή 221 δις. ευρώ σε σύνολο 321,3 δις. ευρώ-  τοκίζεται με κυμαινόμενο επιτόκιο ενώ μόνο τα 100 δις. ευρώ τοκίζονται με σταθερό επιτόκιο. Μπορεί βραχυπρόθεσμα αυτό να συμφέρει τη χώρα η οποία επιβαρύνεται με ετήσια δαπάνη για τόκους της τάξεως των 5-6 δις. ευρώ. Συνιστά όμως και μια «ωρολογιακή βόμβα» για τον κρατικό προϋπολογισμό καθώς σε ενδεχόμενη αύξηση των ευρωπαϊκών επιτοκίων (σ.σ το επιτόκιο της EKT που παρασύρει και το Euribor είχε σκαρφαλώσει ακόμη και στο 4-5% πριν ξεσπάσει η κρίση το 2008- η Ελλάδα θα βρεθεί αντιμέτωπη με πρόσθετη επιβάρυνση για τόκους ύψους πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ. Η ελληνική πλευρά, φέρεται να έχει ήδη εγείρει αίτημα μετατροπής του επιτοκίου από κυμαινόμενο σε σταθερό για τα δάνεια που έχουν χορηγηθεί από τον επίσημο μηχανισμό (ESM,EFSF κλπ). Αυτό το αίτημα όμως, προς το παρόν δεν φέρεται να βρίσκει ανταπόκριση ειδικά από την πλευρά της Γερμανίας.

Το 2016, το συνολικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί για χρεολύσια εκτιμάται στα 32 δις. ευρώ. Φαίνεται τεράστιο αλλά αν εξαιρεθούν τα 15 δις. ευρώ που αφορούν σε πληρωμές εντόκων γραμματίων, το υπόλοιπο που μένει ανέρχεται στα 17 δις. ευρώ δηλαδή περίπου στο 10% του ελληνικού ΑΕΠ. Αυτό το ποσό, είναι προγραμματισμένο να πληρωθεί με τα χρήματα που θα αντλήσουμε από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης κάτι βέβαια που προϋποθέτει την ολοκλήρωση όχι μόνο της 1ης αλλά και της 2ης αξιολόγησης. Αν στα 17 δις. ευρώ προστεθούν και οι δαπάνες για τους τόκους, τότε τα φετινά τοκοχρεολύσια διαμορφώνονται στα 23 δις. ευρώ δηλαδή στο 13% του ΑΕΠ.

Αυτά ισχύουν για φέτος. Τι γίνεται όμως στα επόμενα χρόνια; Τα στοιχεία του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους δείχνουν ότι μέχρι και το τελευταίο έτος ωρίμανσης του χρέους (σ.σ αυτή τη στιγμή είναι το 2059) δεν υπάρχει χρονιά κατά την οποία τα χρεολύσια να ξεπερνούν τα 14 δις. ευρώ. Για την ακρίβεια, δύσκολη χρονιά είναι το 2019 με τις λήξεις των ομολόγων να φτάνουν στα 10 δις. ευρώ και τις υποχρεώσεις για την εξυπηρέτηση των δανείων να ανέρχονται στα 4 δις. ευρώ.

Στο συνολικό ποσό δεν αναφέρονται τα έντοκα γραμμάτια. Τα έντοκα γραμμάτια «ανακυκλώνονται», δηλαδή το κράτος εκδίδει καινούργια έντοκα γραμμάτια για να αντικαταστήσει τα παλαιά και απλώς επιβαρύνεται με τους τόκους. Άλλες δύσκολες χρονιές είναι το μακρινό 2037, το 2038 και το 2039.

Και τότε οι λήξεις ομολόγων και δανείων φτάνουν στα 13-14 δις. ευρώ ποσό το οποίο για να αποπληρωθεί προϋποθέτει ότι η χώρα θα έχει πολύ καλή «εικόνα» στις διεθνείς αγορές. Τι γίνεται όμως στο άμεσο μέλλον; Αν υποθέσουμε ότι οι δανειακές ανάγκες μέχρι και το 2019 είναι καλυμμένες μέσω του 3ου μνημονίου, το ενδιαφέρον εστιάζεται στην περίοδο από το 2020 και μετά οπότε –θεωρητικά τουλάχιστον- η χώρα θα πρέπει να εξυπηρετήσει τα χρέη της με τις δικές της δυνάμεις δηλαδή αντλώντας κεφάλαια από τις αγορές μέσα από την έκδοση ομολόγων.

Για το 2020, το 2021 και το 2022, τα χρεολύσια, κινούνται στα επίπεδα των 4-6 δις. ευρώ ετησίως. Πρόκειται για ποσό που αντιστοιχεί στο 3-3,5% του σημερινού ΑΕΠ. Υπό φυσιολογικές συνθήκες (η Ελλάδα να έχει επιστρέψει στην ανάπτυξη κλπ) η κάλυψη δεν θα είναι δύσκολη μέσα από την πρόσβαση στις αγορές. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Β. Σοϊμπλε δηλώνει ξανά και ξανά ότι δεν τίθεται άμεσα θέμα διευθέτησης του ελληνικού χρέους.

Πολύ συχνά στη διεθνή επικαιρότητα, αναφέρεται ότι θα προωθηθεί μια διευθέτηση του ελληνικού χρέους, με τέτοιο τρόπο ώστε η ετήσια δαπάνη για τόκους και χρεολύσια να μην ξεπερνά το 15% του ΑΕΠ. Από τα ποσά που αναφέρθηκαν για χρεολύσια και τόκους, προκύπτει ότι σχεδόν σε καμία χρονιά (με εξαίρεση ενδεχομένως το 2022) δεν υπάρχει υπέρβαση αυτού του ορίου. Άρα η θέσπιση ενός τέτοιου πλαφόν, ελάχιστα θα βοηθήσει τις μελλοντικές κυβερνήσεις στο να εκτελέσουν τους μελλοντικούς προϋπολογισμούς ή στο να βελτιώσουν την εικόνα της χώρας στις διεθνείς αγορές ομολόγων.

· Το ζήτημα των τόκων είναι από μόνο του πολύ σημαντικό. Ειδικά το 2022, γίνεται τεράστιο καθώς μέσα σε μια χρονιά θα πρέπει να καταβληθούν περί τα 18 δισεκατομμύρια ευρώ πράγμα αδύνατον. Και μόνο από αυτό το στοιχείο είναι προφανές ότι μέχρι τότε θα έχει γίνει κάποια παρέμβαση. Πώς όμως εξελίσσονται οι ανάγκες της χώρας για τόκους τα επόμενα χρόνια; (και με δεδομένο ότι δεν θα αλλάξει κάτι στην πολιτική της ΕΚΤ); Το μέσο επίπεδο τόκων για όλη την περίοδο 2015-2059 του υφιστάμενου χρέους σε απόλυτους αριθμούς είναι 4,6 δισεκατομμύρια ευρώ με μέγιστη τιμή τα 18,3 δισεκατομμύρια ευρώ (καταγράφεται το 2022) και ελάχιστη τιμή τα 394 εκατ. ευρώ. Το μέσο επίπεδο τόκων, ως ποσοστό του εκτιμώμενου ΑΕΠ είναι, με βάση τις πιο πρόσφατες διαθέσιμες εκτιμήσεις του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, 1,67% κατά μέσο όρο για όλη την περίοδο από 2015 έως το 2059. Η μέγιστη τιμή όμως, διαμορφώνεται το 2022 και φτάνει στο 7,52%. Η ελάχιστη τιμή είναι το 0,12%  και εντοπίζεται το 2059. Ενόσω θα διανύουμε την περίοδος του 3ου μνημονίου, η υποχρέωση της Ελλάδας για καταβολή τόκων θα γίνεται ολοένα και μικρότερη. Έτσι, από τα 5,75 δις. ευρώ του 2015, θα πέσουμε στα 5,375 δις. ευρώ το 2016, στα 5,158 δις. ευρώ το 2017 και στα 4,857 δις. ευρώ το 2018. Με αυτά τα δεδομένα μπορεί να υπολογίσει κάποιος το όφελος που μπορεί να προκύψει για τον κρατικό προϋπολογισμό από μια πιθανή μείωση των τόκων: 10% ελάφρυνση, εξασφαλίζει γύρω στα 500 εκατ. ευρώ κατά μέσο όρο.

Πηγή: thetoc.gr

Best of internet