Πώς τα «αδέρφια» Βαγγέλης - Κυριάκος έφτασαν στη μονομαχία

Για χρόνια το προσωνύμιο «Ντοράκης», ενδεικτικό της σχέσης με την οικογένεια Μητσοτάκη, συνόδευε τον υποψήφιο πρόεδρο της Ν.Δ. Ο Κυριάκος τότε ήταν μαθητής - Κανείς δεν περίμενε 25-30 χρόνια μετά ότι οι δυο τους θα ήταν αντιμέτωποι για την ηγεσία της συντηρητικής παράταξης.

Πώς τα «αδέρφια» Βαγγέλης - Κυριάκος έφτασαν στη μονομαχία

Η πολιτική, όπως και η ζωή, ταλαντεύεται αναπάντεχα, παίρνοντας συνήθως παράξενες και απότομες τροχιές. Δεν είναι σαν συνηθισμένη ταινία στερεοτυπικής πλοκής, με αρχή, μέση, κορύφωση και χάπι εντ. Ούτε μια ανασκόπηση του παρελθόντος, μια ανακεφαλαίωση περιστατικών χαράς ή απογοήτευσης. 

Είναι ένα κομφούζιο συμπτώσεων, τυχαίων συναφειών, απρόοπτων στιγμών. Ειδικότερα, η εσωκομματική ζωή είναι μια πεισματάρικη διαδρομή με ατέλειωτα ζιγκ-ζαγκ, παλινδρομήσεις και κυματισμούς στο επαναλαμβανόμενο μοτίβο διαπραγματεύσεων, μηχανορραφιών, νεποτισμών, υπονομεύσεων, φιλονικιών, ανοιχτών συγκρούσεων, αλλά και συμφωνιών κάτω απ’ το τραπέζι. 

Από αυτό το πακέτο εριστικών συμπεριφορών που περικλείει την πλειονότητα των εσωκομματικών λειτουργιών δεν θα μπορούσε να ξεφύγει και η Ν.Δ., η οποία ετοιμάζεται στην αρχή της καινούριας χρονιάς να εκλέξει τον νέο της ηγέτη ανάμεσα σε δύο υποψηφίους που, παρά τις έντονες και πολλαπλές διαφορές τους, έχουν κοινό καταγωγικό ίχνος και παρόμοιες κεντροδεξιές επιρροές. Σίγουρα η αναμέτρηση του 62χρονου Βαγγέλη Μεϊμαράκη με ρίζες από το Ηράκλειο και του 47χρονου Κυριάκου Μητσοτάκη με προέλευση από τα Χανιά δεν θα έχει τον χαρακτήρα μιας άτυπης μάχης της Κρήτης. Μάλλον θα φέρνει στα άλματα ενός ξεθεωτικού πεντοζάλη. Ωστόσο για τους ψηφοφόρους η επιλογή εκάστου αποτελεί την πεμπτουσία της ανάδειξης του the next big thing της γαλάζιας παράταξης. 

 

Ο Επίτιμος και ο «Βαγγέλας»

Ενα ζεστό βράδυ μιας Πέμπτης στις αρχές του περασμένου Σεπτεμβρίου, στο σπίτι του επιτίμου πρόεδρου της Ν.Δ. στο Ακρωτήρι Χανίων, το κρασί και η τσικουδιά έρρεαν άφθονα στα ποτήρια, ενώ το τραπέζι γέμιζε με καλτσούνια, γαμοπίλαφο, κατσίκι στον φούρνο και κρεατόπιτα, την περίφημη χανιώτικη «τούρτα», χαρίζοντας στιγμές ευωχίας στο φιλόξενο δείπνο που παρέθετε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης στον Μεϊμαράκη, ο οποίος ολοκλήρωνε την περιοδεία του στο νησί. Ηταν μια ιδιαίτερα θερμή και χαλαρωτική βραδιά που πρόσφερε την ευκαιρία στους δυο τους να θυμηθούν τα «αλλοτινά», όπως λένε στην Κρήτη τα περασμένα γεγονότα, τα οποία τους συνδέουν από δεκαετίες. Τέτοιες μέρες άλλωστε, πριν από 31 χρόνια, στη μυστική ψηφοφορία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Ν.Δ., ο Μητσοτάκης υπερίσχυε με 70 ψήφους έναντι 41 του Κωστή Στεφανόπουλου και αναλάμβανε την προεδρία του κόμματος . Ο «Ψηλός» Κρητικός πολιτικός, πάλαι ποτέ πρωτοπαλίκαρο της Ενωσης Κέντρου, εκ των ενορχηστρωτών του Ανένδοτου που ανέτρεψε τη δεξιά ΕΡΕ και κατοπινός αποστάτης της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου, γινόταν 10 χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση εν δόξει και τιμή αρχηγός της Ν.Δ. Εμπεδώνοντας έκτοτε τη διχρωμία καραμανλικών και μητσοτακικών στην πότε εκλογικά αφράτη και πότε τσαλαπατημένη τούρτα της Κεντροδεξιάς. 


 

 
Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ
 
Με την ώθηση του τότε αρχηγού της Ν.Δ. Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και την υποστήριξη της κόρης του, ο Μεϊμαράκης εξελέγη στη Β’ Αθήνας το 1989 και επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη τοποθετήθηκε υφυπουργός Πολιτισμού με υπουργό την Ντόρα. Αυτή την πολιτική του άνοδο, στην οποία συνέβαλε αρχικά και ο κομματικός ανελκυστήρας της χανιώτικης οικογένειας, ο Μεϊμαράκης φαίνεται να μην την ξέχασε ποτέ
 

Ο 30άρης τότε Μεϊμαράκης, πρώην ΔΑΠίτης συνδικαλιστής στα αμφιθέατρα της Παντείου και της Νομικής, ιδρυτικό μέλος της Οργάνωσης Νέων Νέας Δημοκρατίας, πουλέν κομματικών στελεχών σαν τον Αγγελο Μοσχονά και τον Γιώργο Σούρλα, συνεργάτης του δικηγορικού γραφείου του Νώντα Ζαφειρόπουλου, θεωρούνταν από τους ανανεωτικούς της παράταξης ήδη από την «Κίνηση της Βόλβης» στο περιθώριο του συνεδρίου της Ν.Δ. το 1979, όταν συνυπέγραφε τη μετατροπή του κόμματος από αρχηγικό σε κόμμα αρχών. Μετά τη στρατιωτική του θητεία ως οπλίτη στον Στρατό Ξηράς έψαχνε διόδους ανάδειξης σε μια κομματική καριέρα για την οποία προαλειφόταν και πιθανότατα λόγω κομματικού πατριωτισμού τη δικαιούνταν. Στον πρόσωπό του, ο νέος αρχηγός βρήκε ένα λειτουργικά οργανωτικό στέλεχος και ένα εμψυχωτικό αγκιτατόρικο εργαλείο για να διαμορφώσει εσωκομματικά τη δική του πολιτική πλατφόρμα. Τον εμπιστεύθηκε και ο πληθωρικός «Βαγγέλας», όπως τον αποκαλούν στη Ν.Δ., συνδέθηκε μαζί του και ακολούθησε πιστά τις εντολές του. Αναδείχθηκε αρχηγός της ΟΝΝΕΔ το 1984 και ως πρόεδρος της κομματικής νεολαίας ανέλαβε, ακόμα και με κλωτσοπατινάδες, να την εκκαθαρίσει από τις άτυπες αλλά σκληρές ακροδεξιές ομάδες των «Κενταύρων» και των «Ρέιντζερς» που δρούσαν στο εσωτερικό της. Το 1987, αφού την οδήγησε σε μεγάλη νίκη στις φοιτητικές εκλογές, παρέδωσε στον διάδοχό του Γιώργο Βουλγαράκη την οργάνωση της νεολαίας, καθαρή χωρίς τους λεκέδες των τραμπούκικων παραομάδων, και σένια, ευθυγραμμισμένη στις μητσοτακέικες επιταγές.

 

Υπέρ Ντόρας και κατά Σαμαρά

Ο γιος του πρώην βουλευτή της ΕΡΕ στο Ηράκλειο, Γιάννη Μεϊμαράκη, ανιψιός του ακραίου βουλευτή Ηρακλείου με το Λαϊκό Κόμμα Βασίλη Μεϊμαράκη, κουνιάδος του Γιώργου Πέτσου, πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος είχε παντρευτεί την αδελφή του, διέθετε τόσο τις οικογενειακές παρακαταθήκες όσο και τα πολυχρηστικά προσόντα ώστε να εκλεγεί βουλευτής. 

Με την ώθηση του αρχηγού και την υποστήριξη της κόρης του, εξελέγη στη Β’ Αθήνας το 1989 και επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη τοποθετήθηκε υφυπουργός Πολιτισμού υπεύθυνος για θέματα αθλητισμού στο διάστημα 1992-1993, με υπουργό Πολιτισμού την Ντόρα Μπακογιάννη. Αυτή την πολιτική του άνοδο, στην οποία συνέβαλε αρχικά και ο κομματικός ανελκυστήρας της χανιώτικης οικογένειας, ο Μεϊμαράκης, έχοντας περάσει από όλα τα αξιώματα της δημόσιας ζωής, πλην εκείνου του πρωθυπουργού, φαίνεται να μην την ξέχασε ποτέ. Οταν ο Κώστας Καραμανλής αποχώρησε από την ηγεσία της Ν.Δ. το 2009, στην εσωκομματική κόντρα τάχθηκε ολόθερμα υπέρ της Ντόρας Μπακογιάννη. Αν και τον θεωρούσαν τακτικιστή, διαλλακτικό και επιδέξιο ισορροπιστή στις λεπτές εσωκομματικές αναταράξεις, ξιφούλκησε τότε κατά του Αντώνη Σαμαρά, καταλογίζοντάς του από το βήμα της Κ.Ε. του κόμματος ότι «πρόδωσε το δάκρυ του εθνάρχη». Μετά την επικράτηση του Σαμαρά και την εγκατάστασή του στη Ρηγίλλης, παρότι υπέβαλε τα σέβη του στον νέο πρόεδρο της Ν.Δ., πέρασε για δεύτερη φορά μετά το μακρινό 1975 στο κομματικό περιθώριο, δαμάζοντας το καλοκαίρι του 2010 με το φουσκωτό του τα κύματα ανάμεσα στις δυτικές Κυκλάδες, τα νησιά του Αργοσαρωνικού και το εξοχικό του στο Πόρτο Υδρα. Στο παραθεριστικό στέκι του στην αργολική παραλία ο ΑΕΚτζής πολιτικός -σύμφωνα με διαδόσεις κιτρινόμαυρων οπαδών- ξεκουράστηκε μαζί με την κομψή και διακριτική σύζυγό του Ιωάννα Κολοκοτά, κόρη της Πατρινής ηθοποιού Νίτσας Μαρούδα, και τις δύο κόρες τους, την Ελίνα και τη Ρένα, προετοιμάζοντας μεθοδικά την επάνοδό του στο κομματικό προσκήνιο. Είχε πάντως προλάβει να κάνει λόγο, ακατανόητα όπως εκτιμάται, για την εμπειρία του στην πολιτική πιάτσα, στα κομματικά όργανα για το «αμαρτωλό 1993», υπενθυμίζοντας μετά από 16 χρόνια την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη. 

Οταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, για να μη λένε οι αντίπαλοί του ότι δεν έχει σχέσεις με τους «ιδιοκτήτες» της Ν.Δ.

Υπό αυτή την αντι-Σαμαρική οπτική που κρατάει χρόνια και την οποία ο ετοιμόλογος και χιουμορίστας Μεϊμαράκης μοιράζεται με τον αειθαλή πατριάρχη της χανιώτικης πολιτικής οικογένειας, εκείνη η βραδιά του ευφραντικού δείπνου παρουσία της Ντόρας στο Ακρωτήρι θα μπορούσε να κλείσει σε ατμόσφαιρα γλεντιού. Με από κοινού τσουγκρίσματα ποτηριών, αμοιβαίες ευχές, χαρμόσυνες αντικριστές μαντινάδες και βροντερά γιορτινές μπαλωθιές. Αντιθέτως, το συμπόσιο περατώθηκε με το σερβίρισμα λουκουμάδων, των οποίων το παχύρρευστο συνοδευτικό μέλι σαν να ήθελε να συμβολίσει ειρωνικά την πυκνή και πολύχρονη πολιτική διαδρομή τόσο του τιμώμενου καλεσμένου όσο και της θυγατέρας του οικοδεσπότη. 

Αλλωστε ο 97χρονος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κατά τη διάρκεια εκείνου του καλοκαιριού -επιδεικνύοντας, παρά την ηλικία του, το ακόρεστο ενδιαφέρον του για τα κοινά και εσωκομματικά δρώμενα- έλεγε στη συντοπίτικη παρέα του σε παραθαλάσσια ψαροταβέρνα των Χανίων πως ήταν πια η ώρα να περάσει η ηγεσία της Ν.Δ. στη νέα γενιά. Επιβεβαιώνοντας, με ένα ανάλαφρο σήκωμα των ώμων -«γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;»- την επιθυμία του να δει επικεφαλής της τον βενιαμίν Κυριάκο του. Εξάλλου για το εμπροσθογεμές όπλο της ελληνικής πολιτικής, που πρώτα πυροβολεί και μετά σημαδεύει, όπως έλεγε γι’ αυτόν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, η προσδοκία ελάχιστα απείχε από το γεγονός.

 

Ηχηρή απουσία

Ωστόσο, από τους συνδαιτυμόνες εκείνου του δείπνου, ανάμεσα στους οποίους η Ολγα Κεφαλογιάννη, ο Μανώλης Κεφαλογιάννης, ο Χρήστος Μαρκογιαννάκης κ.ά., η ηχηρή απουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη από το πατρικό σπίτι δεν πέρασε απαρατήρητη. Οι οξυδερκέστεροι παρόντες αντιλήφθηκαν το αθώο αυτό γεγονός ως ένα σημάδι που υπερέβαινε τη σύμπτωση, καθώς γνωρίζουν ότι στην πολιτική οι συμβολικές κινήσεις κατευθύνονται από ενδόμυχες σκέψεις ή προσεκτικούς σχεδιασμούς. 

Αναπόφευκτα η μη εμφάνισή του εκτιμήθηκε ότι δρούσε ως συνειδητός κινητήρας που προωθούσε σιωπηρά πολιτικές εξελίξεις εντός μιας πολιτικής δυναστείας και ανακατατάξεις στο παρασκήνιο ενός μεγάλου παραδοσιακού κόμματος. Πόσο μάλλον όταν τις ίδιες περίπου ημέρες που οργανωνόταν το τραπέζι στον Μεϊμαράκη, ο Κυριάκος παρευρισκόταν στον γάμο του γιου της Ευγενίας Σαμαρά, ξαδέλφης του Αντώνη Σαμαρά, σε πολύ κλειστό κύκλο καλεσμένων στο ξενοδοχείο «Costa Navarino». 

Οσα ακολούθησαν έλαβαν χαρακτήρα επαληθευμένης προφητείας εκστομισμένης ήδη ως επιθυμίας από τα χείλη του πανύψηλου και ανθεκτικού Κρητικού πολιτικού. Απλώς ο ίδιος την επιβεβαίωσε με την ενεργή του συμπαράσταση στο πλευρό του γιου του καλώντας αυτοπροσώπως στο τηλέφωνο ουκ ολίγα μέλη της πολιτικής επιτροπής της Ν.Δ. και επικυρώνοντας ο ίδιος με την υπογραφή του την υποψηφιότητά του για την προεδρία της Νέας Δημοκρατίας. Και με την ενέργεια που τον διακρίνει, θα μπορούσε ως τοποτηρητής της μασίφ οικογενειακής και ως συνεκτικός αρμός της κομματικής ενότητας να πάει στην ΚΕΦΕ να μετράει ψηφοδέλτια για να βγάλει σύντομα αποτελέσματα. Πράγμα που μάλλον θα απευχόταν ο υποψήφιος γιος του, ο οποίος έχει συνειδητά αποκλίνει από προνομιακούς προσωπικούς θυρεούς και τριζοβόλα πολιτικά τζάκια, απομακρυνόμενος από συστοιχίσεις σε γραμμές οικογενειακής ισχύος και συμπαρατάξεις σε στοκ πολιτικών κληροδοτημάτων. 

 

Το στυλ του Κυριάκου

Ηδη ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη σωστή ηλικία και με οργανωμένη φιλοδοξία, αντιλαμβανόμενος ότι η ανάληψη της προνομιακής πολιτικής σκυτάλης της οικογένειάς του μόνο εμπόδια μπορούσε να του δημιουργήσει, φρόντισε να φιλοτεχνήσει το δικό του αντιλαϊκιστικό-μεταρρυθμιστικό προφίλ «σε ένα κουρασμένο κόμμα με βασικό μειονέκτημα ότι δεν απευθύνεται στη νεολαία», όπως χαρακτηρίζει τη Ν.Δ. Παράλληλα χάραξε αυτόνομη πορεία τόσο από τις ενίοτε επιβαρυντικές συσχετίσεις του επωνύμου του, όσο και μέσα στους κόλπους της Κεντροδεξιάς, τονίζοντας: «Τιμώ το όνομά μου. Είμαι πολύ περήφανος για τον πατέρα μου. Σέβομαι την οικογενειακή μου καταγωγή, αλλά από κει και πέρα δεν είμαι συνέχειά του». Ο ανυπόκριτος απογαλακτισμός του από μια ισχυρή πολιτική οικογένεια με πολυποίκιλες διασυνδέσεις και διαχρονικά άριστες σχέσεις και επαφές με διάφορους παράγοντες, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας, δεν ήταν σίγουρα ο ευκολότερος δρόμος για τον ίδιο. Πόσο μάλλον να σαλπίσει την ανανέωση και να συγκρουστεί απροκάλυπτα με τη στασιμότητα. Ωστόσο, παρότι φέρει κυτταρικά το μητσοτακέικο DNA της παροιμιώδους ψυχραιμίας, αν όχι της εμβληματικής αταραξίας , δεν είχε λόγω ηλικίας μερίδιο στα πολιτικά δρώμενα, τις αναδιπλώσεις ή τις ρήξεις του παρελθόντος στις οποίες πρωταγωνίστησαν ο πατέρας και η αδελφή του. Επιχείρησε με επιτυχία να επικεντρώσει την προσοχή των ψηφοφόρων στις σπουδές και την επαγγελματική του διαδρομή, χαρίζοντας αέρα φρεσκάδας στην πολιτική σκηνή σε σχέση με άλλους, υποτίθεται πολλά υποσχόμενους, νέους που απαξιώθηκαν στη συνείδηση των ψηφοφόρων ως επιπρόσθετα ζόμπι στα φαντάσματα του παρελθόντος.

Αριστούχος του Κολλεγίου Αθηνών και συλλέκτης πτυχίων κορυφαίων αμερικανικών πανεπιστημίων όπως του Στάνφορντ και του Χάρβαρντ, έγραψε μια δεκαετή τεχνοκρατική διαδρομή σε τράπεζες και εταιρείες συμβούλων στο Λονδίνο καθώς και μια εγχώρια δραστηριοποίηση στην Εθνική Τράπεζα παραπλεύρως του τότε διοικητή της Θεόδωρου Καρατζά. Στο μεσοδιάστημα κατά τη στρατιωτική του θητεία ως αεροπόρος στην 346 Μοίρα της 111 Πτέρυγας Μάχης στη Αγχίαλο, έθεσε τις προδιαγραφές για υψηλές πτήσεις στον πολιτικό στίβο.


 

Ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ 
 
Χάραξε αυτόνομη πορεία τόσο από τις ενίοτε επιβαρυντικές συσχετίσεις του επωνύμου του, όσο και μέσα στους κόλπους της Κεντροδεξιάς, τονίζοντας: «Τιμώ το όνομά μου. 
Είμαι πολύ περήφανος για τον πατέρα μου. Σέβομαι την οικογενειακή μου καταγωγή, αλλά από κει και πέρα δεν είμαι συνέχειά του». Ο απογαλακτισμός του από μια ισχυρή πολιτική οικογένεια με πολυποίκιλες διασυνδέσεις δεν ήταν σίγουρα ο ευκολότερος δρόμος για τον ίδιο
 

Γνωρίζοντας, απλώς, ότι αν στα κόμματα κολλούσαν ένσημα, αρκετοί βουλευτές θα είχαν πάρει σύνταξη ως ευδοκίμως τερματίσαντες τη θητεία τους. Με αναμφίβολη την προικοδότηση του ονόματος και την εκλογική απήχησή του, εξελέγη με την πρώτη του υποψηφιότητα το 2004 πρώτος σε σταυρούς προτίμησης βουλευτής στη Β’ Αθήνας. Με κάστρο την αχανή αυτή εκλογική περιφέρεια αποκάλυψε δημιουργικές πτυχές του χαρακτήρα του σε νέο αντικείμενο. 

Ενίσχυσε σταδιακά τον βηματισμό του τόσο στην Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας όσο και στους ψηφοφόρους του κόμματος, στοχεύοντας αιχμηρά, εν μέσω πολυποίκιλων εσωκομματικών ιδεολογικών προσανατολισμών και πολιτικών αντιλήψεων, στην εκπροσώπηση του φιλελεύθερου Κέντρου, όπως ο ίδιος το εννοεί. 

Παράλληλα με την ανάδειξή του στο κομματικό στερέωμα, εκτίναξε και την εικόνα του στη δημόσια σφαίρα. Δεν ήταν πλέον το μικρό, πλην πανύψηλο στερνοπαίδι της οικογένειας που δεν «το έπαιζαν» πολιτικά οι αποκαλούμενοι «Ντοράκηδες» και επέμενε να τον καθοδηγεί κομματικά η αδελφή του Ντόρα. Είχε θεμελιώσει με το σπαθί του ένα μετριοπαθές ιδεολογικοπολιτικό προφίλ και δρομολογήσει εξωστρεφώς μια νεανικά προσιτή εικόνα.

Ενα σύγχρονο image που το τόνωνε το αθλητικό παράστημα του παιδιόθεν μπασκετμπολίστα, του ροκ οπαδού των Guns N’ Roses, του εξοικειωμένου με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, του ταλαντούχου χειριστή των νέων τεχνολογιών και του οικείου οικογενειάρχη που εξορμούσε στο εξοχικό του στην Τήνο και πήγαινε διακοπές με φουσκωτό στην Πάτμο συνοδευόμενος από την κομψή σύζυγό του Μαρέβα Γκραμπόφσκι και τα τρία παιδιά τους, τη18χρονη Σοφία, τον 17χρονο Κωνσταντίνο και τη 12χρονη Δάφνη.

Τα δύο «Ντοράκια» Βαγγέλης Μεϊμαράκης και Γιώργος Βουλγαράκης την εποχή της ΟΝΝΕΔ που η σχέση τους με τον τέως πρωθυπουργό και τη θυγατέρα του τους... άλλαξε το επώνυμο

Με αυτές τις πολιτικές και προσωπικές αποσκευές αποφάσισε να διεκδικήσει με ήπιους τόνους την αρχηγία της Ν.Δ., υποσχόμενος να εκφράσει το «όλον» της παράταξης αντί να ενσωματώσει το «μέρος» που του εγγυόταν μια επώνυμη και ισχυρή κομματική βαρονία.  Για πολλούς, η κατάκτηση της δεύτερης θέσης που τον οδηγεί στο ντέρμπι του τελικού με αντίπαλο τον πρώτο στις προτιμήσεις ψήφων Βαγγέλη Μεϊμαράκη ήταν απροσδόκητη έκπληξη. 

Οχι, όμως, για τους υποστηρικτές του, οι οποίοι τονίζουν ότι ήταν ο μόνος από τους συνυποψηφίους του που υπερασπίστηκε με σεβασμό και ειλικρίνεια το μεταρρυθμιστικό έργο της προηγούμενης κυβέρνησης, έστω και αν σε αυτή πρωθυπουργός ήταν ο «προαιώνιος» πολιτικός εχθρός της οικογένειάς του. 

Μεγαλείο χαρακτήρα ή εξ ανάγκης φιλοτιμία; Οπως και να ’χει, η συνειδητά ζυγισμένη απροθυμία του να ανοίξει προεκλογικά κόντρες με τους συνυποψηφίους του, οριοθετώντας ο ίδιος πιθανούς αντιπάλους και συμμάχους, αφήνει ανοιχτή την έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης της 10ης Ιανουαρίου. Μέχρι τότε οι συγκρίσεις των δύο υποψηφίων είναι αναπόφευκτες. Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, πάντως, όπως λένε οι φίλοι του, η ταυτότητα του κάθε μονομάχου πιστοποιείται μέσα στον αγωνιστικό χώρο. Το έμαθε στα 15 του όταν το 1983 πήγε ως φίλαθλος του Ολυμπιακού για πρώτη φορά στο γήπεδο. Το ματς στο ΟΑΚΑ ανάμεσα στον ΟΣΦΠ και τον Αγιαξ έληξε 2-0 με δύο γκολ του Νίκου Αναστόπουλου, το δεύτερο στην παράταση. Εκεί ίσως συνειδητοποίησε ότι η φήμη του κάθε μεγάλου αντιπάλου είναι εφήμερη και η παροιμιώδης εμπειρία του σχετική, αν όχι, όπως έλεγε και ο Οσκαρ Ουάιλντ, το όνομα που ο καθένας δίνει στα λάθη του.

Πηγή: protothema.gr

Best of internet