Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 84 (pics & vids)

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται..             

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 84 (pics & vids)

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord

Ο Φώσκολος των υπερβολών και της «μαγείας», ο «διαφορετικός» Καρράς και οι πόλεμοι που δεν τελειώνουν ποτέ... 

Ο Νίκος Φώσκολος αποτελεί χωρίς καμία αμφιβολία ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσουν ούτε οι επικριτές του. Είναι ένας άνθρωπος της Τέχνης, με φανατικούς φίλους και φανατικούς πολέμιους. Μπορεί το «μοντέλο» του γραψίματός του να περιλαμβάνει διαχρονικά, κοινωνικές καταγγελίες και βαρύγδουπες ατάκες, ωστόσο ο τρόπος που όλα αυτά αποτυπώνονταν στο φιλμ ήταν μοναδικός. Και είναι κρίμα που οι νεότερες γενιές κριτικάρουν αρνητικά τον ίδιο και τις ικανότητές του στηριζόμενες σε τηλεοπτικά σήριαλ τύπου Λάμψης και Καλημέρα Ζωή, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηρίσουν το έργου του Φώσκολου. Ο τελευταίος θεωρείται ο άνθρωπος που καθιέρωσε τα φίλμ νουάρ στον ελληνικό κινηματογράφο, μέσα από τα δυνατά κοινωνικά δράματα που κατά καιρούς έγραψε και σκηνοθέτησε. Μια τέτοια ταινία ήταν και εκείνη με τίτλο «Εν ονόματι του νόμου», η οποία γυρίστηκε το 1970, σε σενάριο και σκηνοθεσία του ίδιου, με παραγωγή της Finos Film. Η ταινία αποτελεί ένα δυνατό κοινωνικό δράμα, αποτυπωμένο μέσα από τη χαρακτηριστική μαεστρία του Νίκου Φώσκολου, η οποία περιλαμβάνει κοινωνικές καταγγελίες, μεγαλόστομες ατάκες, αλλά και ατμόσφαιρα καλού φιλμ νουάρ. Με άλλα λόγια, περιλαμβάνει όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα έργα του Φώσκολου. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο της ταινίας είναι η Μαίρη Χρονοπούλου και ο Κώστας Καζάκος, οι οποίοι αποτελούσαν δύο από τους πλέον αγαπημένους πρωταγωνιστές του Φώσκολου - μαζί βέβαια με τον Νίκο Κούρκουλο. Μαζί τους πρωταγωνιστεί και η Νόρα Βαλσάμη, σε έναν από τους χαρακτηριστικότερους ρόλους της καριέρας της, έναν ρόλο που ανέδειξε απτά δείγματα του ταλέντου της. Η ίδια υποδύεται την αδελφή του Καζάκου και αποτελεί ίσως το πλέον τραγικό πρόσωπο του έργου, δεδομένου ότι βίωσε την αυτοκτονία του πατέρα τους και στη συνέχεια μάχεται μόνη της για να αποδείξει την αθωότητα του αδελφού της. 

Οι σεναριακές υπερβολές που καταξιώνουν 

Σύμφωνα με την Ταινιοθήκη της Ελλάδας, η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Η κόρη του βιομήχανου Ευελπίδη (Σπύρος Καλογήρου), Τώνια (Μαίρη Χρονοπούλου), επιρρίπτει τις ευθύνες για τον εμπρησμό του εργοστασίου του πατέρα της και για το θάνατο τεσσάρων εργαζομένων σε αυτό, σε έναν ψυχικά διαταραγμένο βετεράνο του πολέμου της Κορέας, τον Αλέξη Aλεβίζο (Κώστα Καζάκο), με τον οποίο υπήρξε αρραβωνιασμένη. Στο δικαστήριο, προσπαθεί με κάθε τρόπο να τον εκδικηθεί, επειδή εκείνος την εγκατέλειψε, αλλά από τη διαδικασία αποδεικνύεται ότι ο ραλίστας αδελφός της (Νίκος Γαλανός) ήταν αυτός που έβαλε να κάψουν το εργοστάσιό τους, επειδή η επιχείρηση δεν πήγαινε καλά, και με τον εμπρησμό προσέβλεπαν στην αποζημίωση της ασφάλειας. Στο μεταξύ, η Τώνια, ως πολιτική αγωγή, «καταφέρνει» να οδηγήσει τον Αλέξη σε ψυχιατρική κλινική. Από την άλλη, προσπαθεί και να του συμπαρασταθεί όσο γίνεται, μάταια όμως, αφού η ψυχική και σωματική υγεία του νέου άντρα έχουν επιβαρυνθεί ανεπανόρθωτα. Μάλιστα ο ίδιος είχε ήδη επιβαρυμένη ψυχική υγεία, δεδομένου ότι είχε προσβληθεί από μετατραυματική ψύχωση και είχε νοσηλευτεί σε διάφορα ιδρύματα του εξωτερικού. Η ταινία είναι γεμάτη φορτισμένους συναισθηματικά διαλόγους, οι οποίοι μέσα από την υπερβολή τους, αναδεικνύουν τις μεγάλες υποκριτικές ικανότητες των πρωταγωνιστών της, αφήνοντας να περάσουν σε δεύτερη μοίρα οι ακρότητες του σεναρίου. Από το ξεκίνημά της κιόλας, δεν αφήνει τον θεατή να πάρει ανάσα. Η σκηνή που ο Αλεβίζος πηγαίνει στο γραφείο του Ευελπίδη για να ζητήσει επιείκεια και να μην αφήσει ο τελευταίος να κατασχεθεί το σπίτι του πρώτου, προϊδεάζει τον θεατή για το τι θα παρακολουθήσει στη συνέχεια. 

Όταν ο Φώσκολος «παίζει στο γήπεδό του»

Κι όμως, οι σεναριακές υπερβολές (σήμα κατατεθέν του Φώσκολου), αλλά και οι «ποιητικοί» διάλογοι «συγχωρούνται» από τον θεατή, αφού μέσα από αυτούς έχει την ευκαιρία να απολαύσει μοναδικές ερμηνείες από σπουδαίους ηθοποιούς, όπως ο Καζάκος, η Χρονοπούλου, ο Καλογήρου. Κι αν δεν υπήρχαν οι σκηνές πολέμου, οι οποίες είναι εξαιρετικά απλοϊκές και ρίχνουν το μέσο όρο ποιότητας του έργου, το όλο αποτέλεσμα θα ήταν πολύ καλύτερο. Διαχρονικά, οι σκηνές μάχης δεν ήταν το δυνατό σημείο του ελληνικού κινηματογράφου και είναι πραγματικά να απορεί κανείς που σκηνοθέτες και παραγωγοί επέμεναν σε αυτές, ενώ έβλεπαν ότι δεν μπορούσαν να τις γυρίσουν όπως θα ήθελαν, δεδομένων των λίγων τεχνικών μέσων και κονδυλίων που είχαν στην διάθεσή τους. Σε κάποιες περιπτώσεις δε, οι σκηνές αυτές προκαλούσαν ακόμα και....χαμόγελα στον θεατή, με την αφέλεια που απέπνεαν. Ευτυχώς, στην περίπτωση της ταινίας «Εν ονόματι του νόμου», δεν φτάσαμε σε αυτό το σημείο. Κάτι που θα ήταν άδικο για το εν γένει επίπεδό της. Οι σκηνές του δικαστηρίου ωστόσο είναι πραγματικά μοναδικές, αφού εδώ ο Φώσκολος «παίζει στο γήπεδό του» και καθοδηγεί μαεστρικά το υπόλοιπο καστ, καθηλώνοντας τους θεατές, ειδικά μάλιστα μετά την εκπληκτική ανατροπή των δεδομένων της δίκης, που οδηγούν σε ένα αποτέλεσμα, πέρα από κάθε λογική. Όπως και η καθηλωτική απολογία του Αλεβίζου, στο τέλος της δίκης. Κατά τη γνώμη μας, πρόκειται για σκηνές-κόσμημα στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, στις οποίες θα πρέπει να εντρυφήσει προσεκτικά κάθε επικριτής του Φώσκολου. 

Ένας πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ

Μέσα από την ταινία αυτή αναδεικνύεται – επιφανειακά, είναι αλήθεια – το κακό του πολέμου, όχι μόνο όταν αυτός εξελίσσεται, ισοπεδώνοντας ανθρώπινες υπάρξεις, συναισθήματα και πολιτισμούς, αλλά και όταν «τελειώνει». Και είναι ξεκάθαρο το μήνυμα του Φώσκολου ότι ένας πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ. Οι πληγές του μένουν κρυμμένες στα κατάβαθα της ανθρώπινης ψυχής και την κατατρώνε σαν σαράκι, κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε μέρα. Ο πρωταγωνιστής του Φώσκολου είναι ένας άνθρωπος που πήγε στον πόλεμο της Κορέας, πολέμησε σε ένα ακόμα αχρείαστο μακελειό και επέστρεψε τροπαιούχος στην κοινωνία, αλλά κατεστραμμένος στην ψυχή. Και το μεγάλο ερώτημα έρχεται αβίαστα στο μυαλό του θεατή: αξίζει τον κόπο όλο αυτό; Όταν ακόμα και η κοινωνία, με το πέρασμα του χρόνου, είναι δεδομένο ότι κάποια στιγμή θα σταματήσει να δίνει τόση βαρύτητα σε ένα τέτοιο «παράσημο»; Και είναι σίγουρο ότι θα το προσπεράσει και θα το αγνοήσει; Άλλωστε ο ήρωας της ταινίας δεν απολαμβάνει κάποιο ουσιαστικό προνόμιο επιβράβευσης της προσφοράς του στην πατρίδα, από κανέναν. Οπότε, η απάντηση στο ερώτημα έρχεται αυθόρμητα και ξεκάθαρα: Όχι, δεν αξίζει. 

Υποβλητική η μουσική του Μίμη Πλέσσα

Μαζί με τον Καζάκο, τη Χρονοπούλου, τον Καλογήρου και την Βαλσάμη, στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμα οι Κώστας Καρράς (εξαιρετικός στο ρόλο του δικηγόρου υπεράσπισης του Αλεβίζου, αναδεικνύει άλλη μια σημαντική πτυχή του σπουδαίου ταλέντου του, σαφώς και έχει το δικό του μερίδιο στην επιτυχία της ταινίας), Ζώρας Τσάπελης, Νίκος Γαλανός, Γιάννης Αργύρης, Φοίβος Ταξιάρχης, Λιάκος Χριστογιαννόπουλος, Νάσος Κεδράκας, Άννα Πασπάτη και πολλοί άλλοι. Η εξαιρετική και υποβλητική μουσική είναι του Μίμη Πλέσσα, η σκηνογραφία του Μάρκου Ζέρβα και η φωτογραφία του Νίκου Δημόπουλου. Η ταινία «Εν ονόματι του νόμου» έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους της Αθήνας την 1η Απριλίου του 1970 και έκοψε στην πρώτη προβολή της 330.742 εισιτήρια. 

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας.

Best of internet