Αν όχι τώρα πότε, αν όχι εμείς ποιος;

Gazzetta team
Αν όχι τώρα πότε, αν όχι εμείς ποιος;

bet365

Σε δημόσια διαβούλευση το «μίνι» νομοσχέδιο για τον αθλητισμό, το οποίο πολλοί λένε ότι φιλοδοξεί να καταστήσει την κυβέρνηση ρυθμιστή του τρόπου διοίκησης και οργάνωσης του ποδοσφαίρου.

Του Λουκά Αναστασιάδη*

Και όταν λέω κυβέρνηση, προφανώς δεν εννοώ μόνο τη σημερινή, του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά την εκάστοτε κυβέρνηση, καθώς οι μεταρρυθμίσεις, γενικά και όχι μόνο στον αθλητισμό, ψηφίζονται, ή πρέπει να ψηφίζονται, για να έχουν διαχρονική ισχύ, συνέχεια και συνέπεια ώστε να μπορέσουν να δείξουν τα πρώτα αποτελέσματα μετά από αρκετά χρόνια, πολλές φορές και δεκαετία.

Να πω την αλήθεια ποτέ δεν κατάλαβα τι ακριβώς εξυπηρετεί η «δημόσια διαβούλευση» και με ποιο τρόπο και κριτήρια οι αλλαγές που προτείνονται μέσα από αυτή τη διαδικασία ενσωματώνονται στον εκάστοτε νόμο. Και δεν έχω καταλάβει γιατί τουλάχιστον σε Ευρωπαϊκό επίπεδο (expert groups Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Συμβούλιο της Ευρώπης, επιτροπές Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, UEFA κλπ) στα σεμινάρια, στις εκπαιδευτικές συνεδρίες, στις ημερίδες, στα working groups που συζητούν τις διάφορες μεθοδολογίες για αλλαγή-εκσυγχρονισμό της φιλοσοφίας ενός οργανισμού (καθεμιά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της) συμμετέχουν και εκπροσωπούνται ήδη όλοι όσοι εμπλέκονται με τον έναν ή άλλο τρόπο με τη φιλοσοφία αυτή.

Οι μεθοδολογίες μπορεί να είναι παρόμοιες, ή να διαφέρουν ριζικά, όλες όμως συμφωνούν στο ότι η επιτυχία της αλλαγής και της μετάβασης σε ένα νέο τρόπο οργάνωσης προϋποθέτει την προσεκτική μελέτη της λειτουργίας και αποδοτικότητας του οργανισμού, α) σε κάθε τμήμα ξεχωριστά, β) μεταξύ των διαφόρων τμημάτων γ) του οργανισμού συνολικά ως ενιαία οντότητα δ) του οργανισμού και του εξωτερικού του περιβάλλοντος. Κοινώς, η λογική του «one model fits all - ένα μοντέλο για όλες τις περιπτώσεις» πρέπει να αποφεύγεται διότι είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε αντιδράσεις, στρεβλώσεις, προστριβές οι οποίες θα λειτουργήσουν αποτρεπτικά για οποιαδήποτε μελλοντική συνεργασία και εξέλιξη.

Είναι δεδομένο ότι ένας οργανισμός πρέπει να εξελίσσεται και να βελτιώνεται συνεχώς, προς το συμφέρον όλων των ενδιαφερόμενων μερών. Έτσι, ακόμη και εάν η διοίκηση ή η εξουσία του οργανισμού δεν θέλει ή δεν βλέπει τα πιθανά οφέλη της αλλαγής, τα ενδιαφερόμενα μέλη οφείλουν να τα υπογραμμίζουν και να πιέζουν για αυτήν. Στην περίπτωση του ποδοσφαίρου, τα κύρια ενδιαφερόμενα μέρη βρίσκονται τόσο στο εσωτερικό του (UEFA, ΕΠΟ, σωματεία, ενώσεις, ομάδες, ποδοσφαιριστές, φίλαθλοι, χορηγοί, δημοσιογράφοι κλπ) όσο και στο εξωτερικό του (τοπικές κοινωνίες, επιχειρήσεις, τοπική αυτοδιοίκηση, υπουργεία ή υφυπουργεία ή γενικές γραμματείες εσωτερικών-αστυνομίας-πολιτισμού-αθλητισμού-οικονομικών-εμπορίου, δικαστικές και εισαγγελικές αρχές, επιτροπή επαγγελματικού αθλητισμού κλπ).

Είναι ξεκάθαρο λοιπόν ότι αυτοί είναι που έχουν συμφέρον για τη βελτίωση του ποδοσφαίρου, όχι απαραίτητα οικονομικό αλλά και πολιτιστικό, πνευματικό, ηθικό, ιδεολογικό – σαφώς λοιπόν και η εκάστοτε κυβέρνηση οφείλει, όχι για να δικαιολογήσει την τυπική συνταγματική της δικαιοδοσία αλλά για λόγους ανάπτυξης και προόδου, να προχωράει σε θεσμικές αλλαγές όποτε το κρίνει σκόπιμο.

Για να συμβαδίζουμε όμως και με την επικαιρότητα σε πολιτικό επίπεδο, όλοι παραδέχονται ότι «μονομερείς» ενέργειες μπορεί να έχουν ανεπιθύμητα και καταστροφικά αποτελέσματα. Για το λόγο αυτό οι δεδομένα αναγκαίες αλλαγές και μεταρρυθμίσεις πρέπει να εισάγονται μετά από διάλογο και διαπραγμάτευση, ξανά όλων των εμπλεκόμενων μερών.

 

Και μιλώντας για το κομμάτι του οποίου τις απαιτήσεις και υποχρεώσεις ο οργανισμός στον οποίο έχω την τύχη να συμμετέχω υπερασπίζεται, διασφαλίζει και υπενθυμίζει Ευρωπαϊκά, τους φιλάθλους, δεν μπορώ να καταλάβω το σκεπτικό πώς οποιαδήποτε πρόταση για βελτίωση του ποδοσφαίρου δεν λαμβάνει υπόψη και τη δική τους γνώμη. Τη γνώμη τους, όχι μέσω δημοσκοπήσεων, τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών «παραθύρων» και «κοινής γνώμης» αλλά μέσω θεσμοθετημένου διαλόγου, face to face βρε αδερφέ, παραδείγματα του οποίου έχουμε σε δεκάδες περιπτώσεις στην Ευρώπη.

Διάλογο που στην Ευρώπη προωθείται τόσο από την UEFA, όσο και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Συμβούλιο της Ευρώπης, κυβερνήσεις και ποδοσφαιρικές ομοσπονδίες των διάφορων χωρών. Και παραδείγματα, τα οποία αν αναλύσω σε αυτό το ήδη μεγάλο κείμενο θα γράφω -και θα διαβάζετε- καμιά εβδομάδα, αλλά αφού αναφερόμαστε σε κυβερνητικό επίπεδο θα εστιάσω στο ανώτερα επίπεδα οργάνωσης του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, την UEFA και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Η UEFA λοιπόν, αφήνει ανοιχτό τον τρόπο οργάνωσης των φιλάθλων – αναγνωρίζοντας όλες τις μορφές είτε πρόκειται για άτυπα δίκτυα, είτε για οργανωμένα κινήματα, ακόμη και για «virtual – εικονικές (με την έννοια του διαδικτυακού)» ομάδες, αναφέροντας μόνο ότι οι ομάδες ΟΦΕΙΛΟΥΝ να εμπλέκονται σε διάλογο με αυτούς μέσω του προγράμματος του Supporter Liaison Officer, στη διαμόρφωση του οποίου καθοριστικό ρόλο έπαιξε η συμμετοχή και εκπροσώπων των φιλάθλων και η διαχείριση του οποίου γίνεται από έναν οργανισμό φιλάθλων, τον δικό μας, τον SD Europe.

Συγκεκριμένα ο πρόεδρος της UEFA Μισέλ Πλατινί απλά λέει, χωρίς να υποδεικνύει το πώς, ότι «πιο οργανωμένοι φίλαθλοι δεν μπορούν να είναι τίποτε άλλο παρά θετικό στοιχείο στο πλαίσιο της προβολής της θετικής πλευράς των φιλάθλων ως αντιστάθμισμα στα ευρέως καταγεγραμμένα αρνητικά στοιχεία». Πιστεύει επίσης ότι «Οι φίλαθλοι είναι η καρδιά του επαγγελματικού ποδοσφαίρου. Χωρίς φιλάθλους, το ποδόσφαιρο δεν θα ήταν πολύ διαφορετικό από ένα ερασιτεχνικό άθλημα. Αν και οι περισσότεροι αθλητές και προπονητές αλλάζουν αρκετές ομάδες στην καριέρα τους, οι φίλαθλοι παραμένουν πιστοί στην ομάδα τους στα εύκολα και στα δύσκολα και για το λόγο αυτό αποτελούν τα θεμέλια της ομάδας τους. Όταν οι ομάδες βιώνουν δύσκολες στιγμές, συνήθως η αφοσίωση των φιλάθλων είναι αυτή που παραμένει για να μαζέψει τα κομμάτια».

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στη Λευκή Βίβλο για τον Αθλητισμό γράφει ότι «Η Επιτροπή έχει δεσμευθεί να συμβάλει στην πρόληψη των κρουσμάτων (βίας) με την προώθηση και τη διευκόλυνση του διαλόγου με τα κράτη μέλη, τις διεθνείς οργανώσεις π.χ. το Συμβούλιο της Ευρώπης, τις αθλητικές οργανώσεις, τις υπηρεσίες επιβολής του νόμου και άλλους παράγοντες π.χ. οργανώσεις φιλάθλων και τοπικές αρχές» και δεσμεύεται ότι «θα προωθήσει μια πολυτομεακή προσέγγιση όσον αφορά την πρόληψη αντικοινωνικής συμπεριφοράς, με ιδιαίτερη έμφαση στα μέτρα κοινωνικοεκπαιδευτικού χαρακτήρα, όπως η πλαισίωση των οπαδών (μακροχρόνια εργασία με τους οπαδούς προκειμένου να αναπτύξουν μια θετική και μη βίαιη συμπεριφορά)».

Επίσης, η Επίτροπος Αθλητισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανδρούλα Βασιλείου σε δήλωσή της που βρίσκεται στην ιστοσελίδα της Επιτροπής αναφέρει «Οι φίλαθλοι συντηρούν το ποδόσφαιρο όχι μόνο μέσω οικονομικής επένδυσης αλλά και μέσω αμέτρητων ωρών εθελοντισμού και συμμετοχής με τις ομάδες τους. Η δουλειά του οργανισμού SD Europe δείχνει πώς οι φίλαθλοι μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη συμπεριληπτικών και βιώσιμων δομών σε ερασιτεχνικό και επαγγελματικό επίπεδο, δίνοντας ζωή στην ενεργό συμμετοχή του πολίτη και δείχνοντας πώς οι φίλαθλοι μπορούν να συνεισφέρουν στη σωστή διακυβέρνηση και μακροχρόνια βιωσιμότητα του αθλητισμού. Οι φίλαθλοι είναι επίσης ζωτικός σύμμαχος στις προσπάθειές μας να μειώσουμε τις διακρίσεις, τη βία και να στην αντιμετώπιση της απειλής των προσυνεννοημένων αγώνων. Για το λόγο αυτό οι απόψεις των φιλάθλων πρέπει να εισακούγονται από όλα τα σχετιζόμενα μέρη, βοηθώντας στη βελτίωση του κοινωνικού χαρακτήρα του ποδοσφαίρου».

«Η Ελλάδα είναι ειδική περίπτωση», θα πει κάποιος, «Το δικό μας ποδόσφαιρο έχει πολλά προβλήματα». Θα ρωτήσω όμως, παραβλέποντας τις περιπτώσεις των βόρειων, «απόμακρων» σε νοοτροπία χωρών (Γερμανία, Σουηδία, Δανία, Ολλανδία κλπ), πιστεύετε ειλικρινά ότι έχουμε περισσότερα και τόσο πολύ διαφορετικά προβλήματα από την Πολωνία; Τη Βουλγαρία; Την Ιταλία; Τη Γαλλία; Την Πορτογαλία; Το Αζερμπαϊτζάν; Τη Μολδαβία;

Ολοκληρώνοντας, μου δίνεται η αίσθηση πως αντίθετα με την ενδεδειγμένη, δοκιμασμένη και πετυχημένη στρατηγική «συστάσεων» που ακολουθούν τα Ευρωπαϊκά όργανα, σε πολλές διατάξεις του μίνι νομοσχεδίου η κυβέρνηση θέλει να κάνει micromanagement και να ορίσει την παραμικρή λεπτομέρεια λειτουργίας του ποδοσφαίρου, εμπλέκοντάς το και με τον τρόπο λειτουργίας άλλων αθλημάτων, τα περισσότερα από τα οποία είναι ερασιτεχνικά, ατομικών αθλημάτων με προβλήματα που καμία σχέση δεν έχουν με το επαγγελματικό ποδόσφαιρο των εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ ή να προεξοφλήσει και να ρυθμίσει «κεντρικά» τη συμπεριφορά των φιλάθλων αλλά και των υπόλοιπων ενδιαφερόμενων μερών.

Μου θυμίζει τη «στρατηγική» που είχε η αστυνομία στη μετακίνηση των οπαδών του Άρη στον τελικό του 2010 στο ΟΑΚΑ, όταν πρότεινε να σταματούν 350 λεωφορεία μαζί, εάν σταματούσε ένα από αυτά, αλλά και να ξεκινούν όλα μαζί ταυτόχρονα– μια πρόταση την οποία, προς τιμήν της, αναθεώρησε αφού συζήτησε και με ανθρώπους που εκπροσωπούσαν τους «ειδικούς» στις μετακινήσεις-τους οπαδούς.

Πολλά από αυτά που θέλει να εισάγει σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των φιλάθλων, το «φακέλωμα» μέσω της κάρτας οπαδού, της υπόδειξης και του περιορισμού της ελευθερίας στον τρόπο οργάνωσής και δράσης τους, είναι, σε θεωρητικό επίπεδο, διάτρητα και αντίθετα με μια προοδευτική αντίληψη αλλά κυρίως πρακτικά, αφού πρόκειται για αναμασημένες, μεσοβέζικες και αποδεδειγμένα αντιπαραγωγικές προτάσεις. Ταυτόχρονα αποφεύγεται οποιαδήποτε αναφορά στις άμεσες ευθύνες και υποχρεώσεις που έχει η Πολιτεία πχ για την κατάσταση των περισσότερων εγκαταστάσεων ή τη μόνιμη αποχή της από διεθνή forum όπου συζητούνται σύγχρονες και αποτελεσματικές πρακτικές διαχείρισης, πρόληψης και αντιμετώπισης της βίας.

Θα μπορούσε το κείμενο να επικεντρωθεί πάνω σε αυτό και τους τρόπους που μπορούν να αντιδράσουν οι φίλαθλοι, οι οπαδοί, σε αυτά που αποφασίζονται για αυτούς χωρίς αυτούς. Να προτείνει τρόπους δράσης και αντίδρασης σε όσα τους επιβάλλονται. Να συμβουλεύσει τι μπορούν να κάνουν, τι πρέπει να κάνουν και γιατί πρέπει να το κάνουν.

Θεωρώ όμως ότι η αντιμετώπιση των διαφορών δεν πρέπει να γίνεται με αρνητισμό και ότι η λύση δίνεται μόνο μέσα από θετικές προσεγγίσεις όπως ο διάλογος και ο σεβασμός στις απαιτήσεις, τα προβλήματα και τις υποχρεώσεις κάθε πλευράς που συμμετέχει σε αυτόν. Και, ίσως ρομαντικά και μη ρεαλιστικά αφού μιλάμε για πολιτική (τι θα ήταν άλλωστε το ποδόσφαιρο χωρίς ρομαντισμό;), πιστεύω, ή οφείλω να πιστέψω, σε συγκεκριμένους ανθρώπους οι οποίοι είναι κομμάτι αυτής της προσπάθειας για αλλαγή που βιώνουμε.

Η εικόνα που έχω για τον κ. Κοντονή έχει διαμορφωθεί μόνο μέσα από τις δηλώσεις του, δηλώσεις οι οποίες θυμίζουν πολύ αυτές του προκατόχου του, συνεπώς δεν μπορώ, και θα ήταν άδικο να υποθέσω, να γνωρίζω τι θέλει να κάνει και γιατί. Είχα την τύχη όμως να συναντηθώ και να ακούσω το νέο Γενικό Γραμματέα Αθλητισμού, Τζούλιο Συναδινό, προεκλογικά, όταν όργωνε όλη την Ελλάδα και από πόλη σε πόλη παρουσίαζε το πρόγραμμα αθλητισμού του ΣΥΡΙΖΑ αφουγκραζόμενος υπομονετικά όλες τις πλευρές, να λέει ότι οι οπαδοί (οργανωμένοι και μη) είναι ζωντανό κύτταρο του ποδοσφαίρου και η γνώμη τους είναι εξίσου σημαντική με όλων των υπολοίπων, ότι οι ομάδες ανήκουν στο λαό τους και όχι στον… πρόεδρό τους (που λέει και το σύνθημα), ότι θα δοθεί η δυνατότητα στους οπαδούς-μέλη των σωματείων να αποφασίζουν ελεύθερα το μέλλον τους.

Λόγια και συμπεριφορά που δεν περίμενα ποτέ να ακούσω στην Ελλάδα, που με έκαναν ως οπαδό, ως άνθρωπο αλλά και ως στέλεχος ενός Ευρωπαϊκά καταξιωμένου και έμπειρου οργανισμού να χαμογελάσω, να αναθαρρήσω και να ελπίζω για το μέλλον. Λόγια και συμπεριφορά που μου έφεραν αμέσως στο μυαλό τα λόγια του Αρχιμήδη «δῶς μοι πᾶ στῶ καὶ τὰν γᾶν κινάσω». Ο κ. Συναδινός δήλωσε ότι το μίνι νομοσχέδιο δεν είναι και ο τελικός νόμος αλλά ορισμένα έκτακτα μέτρα και πως αυτός αναμένεται τους επόμενους μήνες. Συνεχίζουμε να ελπίζουμε λοιπόν…

***Ο Λουκάς Αναστασιάδης είναι σύμβουλος του οργανισμού SD Europe (σ.σ Supporters Direct) ο οποίος προωθεί από το 2000 τη δομημένη συμμετοχή των φιλάθλων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων μέσω απόκτησης μετοχών ή εκπροσώπησης στα διοικητικά συμβούλια και από το 2010 διαχειρίζεται το πρόγραμμα του SLO για λογαριασμό της UEFA

Πηγή: stokokkino.gr