Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 33 (pics & vids)
ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord
Η συμμαχία Φίνου-Κονιτσιώτη, ο υποβλητικός Δημήτρης Μυράτ και η «Υπόθεση Ντρέιφους»

Ο παλιός, καλός ελληνικός κινηματογράφος, πέρα από τις αξέχαστες ταινίες που άφησε παρακαταθήκη στις νέες γενιές, προσέφερε στην ελληνική κοινωνία πολύ περισσότερα από ότι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Όχι, δεν αναφερόμαστε μόνο στις ρεαλιστικές ηθογραφίες που καυτηρίασε, αλλά και στα μαθήματα ζωής που προσέφερε μέσα από τις υπερβάσεις των δημιουργών του. Υπερβάσεις που πέρα από το οικονομικό σκέλος, είχαν να κάνουν με την ευελιξία των ανθρώπων του στο να πάρουν δύσκολες αποφάσεις προκειμένου να δημιουργήσουν κάτι καλό. Όπως π.χ. το να συμμαχήσουν δύο ανταγωνιστές για να γυρίσουν μια ταινία. Δείγμα κι αυτό της ποιότητας των ανθρώπων της εποχής, που πέρα από τα μεγάλα ελαττώματά τους, είχαν περισσότερο ανεπτυγμένο το ένστικτο της συνεργασίας και της αλληλεγγύης. Διότι αν δεν υπήρχαν όλα αυτά, πώς θα ήταν δυνατόν να συμμαχήσουν ο Φιλοποίμην Φίνος και ο Κλέαρχος Κονιτσιώτης, δύο μεγάλοι ανταγωνιστές – προσοχή, ανταγωνιστές λέμε, όχι εχθροί -, για να δημιουργήσουν μια ταινία; Μια ταινία δύσκολη και κοστοβόρα, δεδομένου ότι αφορούσε ιστορικά πρόσωπα, Αναφερόμαστε φυσικά στην ταινία με τίτλο «Είμαι αθώος», η οποία γυρίστηκε από τους δύο αυτούς παραγωγούς το 1960 και αποτελούσε κινηματογραφική μεταφορά του θεατρικού έργου του Μανώλη Σκουλούδη, «Υπόθεση Ντρέϋφους», του οποίου η θεατρική διασκευή στηρίχτηκε στο μυθιστόρημα του Εμίλ Ζολά. Υπόθεση που σύμφωνα με τους ιστορικούς, αφορούσε μια από τις μεγαλύτερες δικαστικές πλάνες όλων των εποχών. Η υπόθεση ήταν η εξής: Αρχές του 20ου αιώνα και το στρατιωτικό κατεστημένο της Γαλλίας, με επικεφαλής έναν φιλοχρήματο και γυναικοθήρα κατώτερο αξιωματικό, κατηγορεί τον λοχαγό Αλφρέδο Ντρέϋφους ότι δήθεν παρέδιδε μυστικά στους Γερμανούς. Μετά από μια δίκη παρωδία, ο Ντρέϋφους καταδικάζεται και φυλακίζεται. Όμως ο Εμίλ Ζολά πιστεύει ακράδαντα στην αθωότητά του και, μέσω του Τύπου, δίνει μια γενναία και αποτελεσματική μάχη, η οποία θα οδηγήσει στο ξεσκέπασμα της σκευωρίας και στην αποκατάσταση της τιμής του αδίκως διασυρμένου λοχαγού. Αξεπέραστη η ερμηνεία του Γιάννη Αργύρη – ο οποίος υποδύονταν τον Εμίλ Ζολά –, την ώρα που στο δικαστήριο απαγγέλει το «Κατηγορώ», ένα αριστουργηματικό κείμενο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μέσα από το οποίο ο Ζολά κατακεραύνωνε το κατεστημένο της Γαλλίας για τη σήψη, την αλαζονεία και την ανικανότητά του να απονείμει δικαιοσύνη. Τον ρόλο του Αλφρέδο Ντρέιφους υποδύθηκε ο υποβλητικός Δημήτρης Μυράτ, ενώ στην ταινία συμμετέχουν ακόμα οι Αλέκος Αλεξανδράκης, Λάμπρος Κωνσταντάρας, Βούλα Ζουμπουλάκη, Βύρων Πάλλης, Αλίκη Γεωργούλη, Βασίλης Ανδρονίδης, Σπύρος Καλογήρου, Γιώργος Νέζος, Γιώργος Μετσόλης, Νίκος Δενδρινός, Βασίλης Μαυρομάτης, Κλειώ Σκουλούδη, Σάσα Καζέλη, Μαρί Βασιλείου, Νέλλυ Παππά, Λάμπρος Κοτσίρης, Θόδωρος Έξαρχος κ.α. Η σκηνοθεσία ήταν του Ντίνου Κατσουρίδη και το σενάριο του Μανώλη Σκουλούδη. Η ταινία «Είμαι αθώος» χαρακτηρίστηκε από τους κριτικούς της εποχής ως μια από τις πλέον ατμοσφαιρικές εκείνων των χρόνων, στην οποία πολλοί αξιόλογοι ηθοποιοί ανέδειξαν μια διαφορετική πτυχή του υποκριτικού τους ταλέντου, πτυχή που δεν είχε ξαναδεί το ελληνικό κοινό. Ίσως αυτό μάλιστα να ήταν ένα στοιχείο που «ξένισε» τους σινεφίλ της εποχής και δεν ανέδειξαν την ταινία σε μια ακόμα εμπορική επιτυχία του Φίνου. Έτσι, η ταινία που προβλήθηκε στους κινηματογράφους τη σεζόν 1960-1961, έκοψε μόλις 22.999 εισιτήρια στην πρώτη προβολή της, αριθμός που την έφερε στην 22η θέση ανάμεσα στις 58 ταινίες που προβλήθηκαν τη σεζόν εκείνη. Παραδόξως, διαβάζουμε ότι η επίδοση αυτή δεν ξάφνιασε και δεν απογοήτευσε τους δημιουργούς της, οι οποίοι ανέμεναν δυσκολίες στην αποδοχή της από το κοινό, δεδομένου του ιστορικού χαρακτήρα της και μάλιστα με γεγονότα που συνέβησαν στην Γαλλία και όχι στην Ελλάδα. Από την άλλη, οι δυσκολίες της ελληνικής κοινωνίας εκείνη την εποχή ίσως και να μην βοηθούσαν στο να έρθουν θεατές σε μια ταινία άκρως δραματική και πολύ διαφορετική από τις συνηθισμένες. Ήταν άλλωστε η εποχή που οι κωμωδίες του Φίνου «έσπαγαν ταμεία». Η υποβλητική μουσική του έργου «Είμαι αθώος» ήταν του Τάσου Μαστοράκη και το μοντάζ – επίσης - του Ντίνου Κατσουρίδη.
Η καταξίωση του Ντίνου Κατσουρίδη και η πρώτη ελληνική ταινία με διανομή στις ΗΠΑ

Για πολλούς είναι η κορυφαία ταινία αστυνομικού μυστηρίου του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Το γεγονός ότι το σενάριο της ταινίας «Έγκλημα στα παρασκήνια» υπογράφει ο μετρ του αστυνομικού μυθιστορήματος Γιάννης Μαρής αποτελεί αναμφισβήτητα μια παράμετρο που συνηγορεί προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν είναι όμως η μόνη. Στην ταινία αυτή – που γυρίστηκε το 1960 από την Τέχνη ΑΕ & Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης – πρωταγωνιστούν με κορυφαίες ερμηνείες, ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού – και όχι μόνο – κινηματογράφου, όπως ο Τίτος Βανδής – υποδύεται τον θρυλικό αστυνόμο Μπέκα, βασικό ήρωα στα μυθιστορήματα του Μαρή - και η Ζωρζ Σαρρή. Δίπλα τους, άξιοι «συμπαραστάτες» οι Αλέκος Αλεξανδράκης, Χρήστος Τσαγανέας, Μάρω Κοντού, Δήμος Σταρένιος, Γκίκας Μπινιάρης, Δημήτρης Νικολαΐδης, Γιώργος Δαμασιώτης, Λαυρέντης Διανέλλος, Έφη Μελά, Σαπφώ Νοταρά κ.α. Η ταινία ακολουθεί ξεκάθαρα την συνταγή των αμερικανικών φιλμ νουάρ που εκείνη την εποχή «έσπαγαν ταμία» στους κινηματογράφους της χώρας, αλλά παρουσίασε και δικά της στοιχεία, όπως η εξαιρετική σκηνοθεσία του Ντίνου Κατσουρίδη – ίσως η καλύτερη σκηνοθετική προσπάθεια της καριέρας του -, η μοναδική φωτογραφία του Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, οι «νευρώδεις» χορογραφίες του Γιάννη Φλερύ και η «δυνατή» μουσική του Μίμη Πλέσσα. Το αποτέλεσμα ήταν μοναδικό, ωστόσο οι Έλληνες σινεφίλ της εποχής δεν το επικρότησαν όσο του άξιζε, αφού στην πρώτη της προβολή η ταινία έκοψε 67.610 εισιτήρια, αριθμός που κρίθηκε μικρός για την όλη επένδυση. Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε την ταινία να βρεθεί στην 7η θέση των 58 ταινιών που προβλήθηκαν εκείνη τη σεζόν (1960-1961) στους κινηματογράφους Αθήνας-Πειραιά. Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Μια περιβόητη για τα ερωτικά της σκάνδαλα ηθοποιός, η Ρόζα Δελλή, βρίσκεται μαχαιρωμένη στο καμαρίνι της. Την υπόθεση αναλαμβάνει ο επιθεωρητής Μπέκας που καλείται να δώσει τις εξής απαντήσεις: ποιος σκότωσε, και πώς έγινε ο φόνος, αφού η πόρτα βρέθηκε κλειδωμένη από μέσα; Ως ύποπτα φέρονται τρία πρόσωπα: ο ζεν πρεμιέ του θιάσου Χάρης Αποστολίδης, που διαπληκτίστηκε μαζί της τη νύχτα του φόνου, ένας άγνωστος που την επισκέφτηκε το ίδιο βράδυ και η συνάδελφός της Έλενα Παυλίδη που πάντα τη μισούσε. Ο δημοσιογράφος Μακρής, που ερευνά την υπόθεση για λογαριασμό της εφημερίδας του, καταφέρνει να βρει την άκρη, βοηθώντας έτσι και τον Μπέκα. Δολοφόνος είναι ο Παύλος Στεφάνου, φίλος και προστάτης της νεκρής, ο οποίος, μετά το φόνο, έπεσε θύμα εκβιασμού του αγνώστου που την επισκέφθηκε. Ο άγνωστος αυτός ήταν ο σύζυγος της Δελλή, Μάκης Αγγέλογλου, για τον οποίο όλοι πίστευαν ότι είχε πεθάνει στην κατοχή. Ο Αγγέλογλου είχε και συνεργό στον εκβιασμό, την Θάλεια Χαλκιά, η οποία ήταν συνάδελφος της νεκρής. Εξαιρετική η πλοκή του σεναρίου, αλλά ακόμα πιο εξαιρετικός ο τρόπος που αυτή ξετυλίγεται από το σπουδαίο καστ ηθοποιών που συμμετέχουν. Μπορεί η ταινία να μην πήγε τόσο καλά εισπρακτικά στην πρώτη της προβολή, όσο περίμεναν οι δημιουργοί της, ωστόσο οι κριτικοί την ξεχώρισαν. Το «Έγκλημα στα παρασκήνια» τιμήθηκε με δύο βραβεία στο πρώτο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1960, για την καλύτερη φωτογραφία του Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, αλλά και για την καλύτερη ερμηνεία β’ γυναικείου ρόλου από την Ζωρζ Σαρρή. Μάλιστα, έλαβε μέρος και στο Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Καννών το 2001. Η ταινία κυκλοφόρησε και με τον τίτλο «Η Οχιά», ενώ σε αυτή, η Μάρω Κοντού εμφανίζεται για πρώτη φορά μετά τον γάμο της με τον Διευθυντή Φωτογραφίας της ταινίας Αριστείδη Καρύδη-Φουκς. Πέρα όμως όλων αυτών, το «Έγκλημα στα παρασκήνια» είναι και η πρώτη ελληνική ταινία που πουλήθηκε για διανομή στην αμερικάνικη αγορά.
«Ο κύριος πτέραρχος» και ένας απολαυστικός Χατζηχρήστος στις καλύτερές του στιγμές

Θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες του Κώστα Χατζηχρήστου, ο οποίος πραγματικά «δίνει ρέστα» στο ρόλο του κυρίου πτέραρχου, έναν ρόλο ο οποίος φαίνεται να είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του. Ο λόγος φυσικά για την ταινία με τίτλο «Ο κύριος πτέραρχος», η οποία γυρίστηκε το 1963 από τον Κλέραρχο Κονιτσιώτη, σε σενάριο Αλέκου Σακελλάριου-Χρήστου Γιαννακόπουλου και σκηνοθεσία Ντίνου Κατσουρίδη. Η υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: Στο χωριό Άνω Λετινιό επίκειται μια μεγάλη απαλλοτρίωση για την κατασκευή στρατιωτικού αεροδρομίου. Ο πρόεδρος της κοινότητας, ο Σωτήρης, και ένας πλούσιος γαιοκτήμονας, ο Θανάσης, κατεβαίνουν στην Αθήνα για να μάθουν αν το σχέδιο θα προχωρήσει, γιατί ο μέλλων γαμπρός του Θανάση θέλει να μάθει την αξία της γης που θα πάρει ως προίκα η Δημητρούλα, κόρη του Θανάση. Εκείνη αγαπάει έναν σμηνίτη, τον Βαγγέλη, ο οποίος υπηρετεί τη θητεία του στην Αθήνα. Ο Βαγγέλης μαθαίνοντας όλα αυτά, ξεκινάει με ένα φίλο και συνάδελφό του, τον Κανέλλο, για το Άνω Λετινιό, θέλοντας να δει τι συμβαίνει. Ο Κανέλλος είναι ένας αφελής θυρωρός ξενοδοχείου, λόγω όμως της φανταχτερής στολής του, στο χωριό τον εκλαμβάνουν ως πτέραρχο. Ως πτέραρχος, λοιπόν, λύνει όλα τα προβλήματα του Θανάση και καταφέρνει να του αποσπάσει τη συγκατάθεση για το γάμο της Δημητρούλας με τον Βαγγέλη. Όταν όμως φτάνει στο χωριό ο πραγματικός πτέραρχος, μαζί με τον βουλευτή της περιοχής, τα πράγματα περιπλέκονται. Ο Θανάσης, βλέποντας ότι δεν υπήρχε κακή πρόθεση σε όλα αυτά, συγχωρεί τους δύο σμηνίτες για τις πράξεις τους. Παρά το ενδιαφέρον σενάριο, αλλά και την καταπληκτική ερμηνεία του Χατζηχρήστου στο ρόλο του θυρωρού ξενοδοχείου Κανέλου, η ταινία δεν καταφέρνει να «απογειωθεί», παραμένει ωστόσο ενδιαφέρουσα και απολαυστική. Έστω κι αν στο καστ των ηθοποιών που συνοδεύουν τον Χατζηχρήστο βρίσκονται ονόματα όπως του Διονύση Παπαγιαννόπουλου (στο ρόλο του βουλευτή), του Λάμπρου Κωνσταντάρα (στο ρόλο του πραγματικού πτέραρχου), του Νίκου Φέρμα (στο ρόλο του προέδρου της κοινότητας Σωτήρη), του Κώστα Ρηγόπουλου (Νότης Πλοκανάς, ο γαμπρός), του Κώστα Δούκα (Θανάσης), του Γιώργου Τσιτσόπουλου (σμηνίτης Βαγγέλης), αλλά και της Ντίνας Τριάντη που υποδύεται τη Δημητρούλα. Δεν πρόκειται για μια κακή ή μια αδιάφορη ταινία. Σε καμία περίπτωση. Απλά, ακριβώς επειδή το καστ των ηθοποιών είναι ιδιαίτερα «βαρύ», θα περίμενε κανείς το αποτέλεσμα να είναι κατά τι καλύτερο, με την έννοια ότι ο Χατζηχρήστος επισκιάζει κάθε άλλη ερμηνεία, τόσο του Παπαγιαννόπουλου, όσο και του Κωσταντάρα. Ίσως βέβαια αυτό να μην είναι πρόβλημα σκηνοθεσίας, αλλά εξαιρετικής δυναμικής του πρωταγωνιστή Χατζηχρήστου, η χημεία του οποίου με τον ρόλο του πτέραρχου επισκιάζει κάθε άλλη πτυχή της ταινίας. Μοναδικές οι ατάκες του σπουδαίου αυτού κωμικού, οι οποίες «πέφτουν» καταιγιστικές, προσφέροντας αβίαστα άφθονο γέλιο. Όπως το περίφημο στρατιωτικό παράγγελμα «Α-ου, Α-ου, Α-ου», που δίνει στους σμηνίτες στο σπίτι του Θανάση, θέλοντας να αποδείξει την στρατιωτική του πυγμή!
Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας
