Catching this magic feeling of …‘Κατς’

Ο Μάκης διάβασε την αριστουργηματική και εντελώς ακριβή ανάλυση του ‘Κατς’ από τον Ρολάν Μπαρτ, και κατάλαβε ποια ήταν η εξήγηση που στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με ασύλληπτη χαρά πήγαινε στο γήπεδο της Λ. Αλεξάνδρας για να δει αγώνες Κατς…

Ο Κόσμος του ‘Κατς’…

Αρετή του κατς είναι ότι σαν θέαμα παρουσιάζει κάτι το υπερβολικό. Έχουμε έναν εμφαντικό τόνο που σίγουρα θα χαρακτήριζε το Αρχαίο Θέατρο…. Υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν ότι το κατς είναι αγώνισμα εξευτελιστικό. Το κατς δεν είναι αγώνισμα, είναι θέαμα, και δεν είναι πιο εξευτελιστικό να παρακολουθεί κανείς έναν αγώνα κατς –παράσταση του πόνου- από το να παρακολουθεί τα βάσανα του Αρνόλφου ή της Ανδρομάχης. Υπάρχει βέβαια και το ψεύτικο κατς που παίζεται με μεγάλη επίδειξη, απατηλά εμφανιζόμενο σαν κανονικό αγώνισμα. Αυτό δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον.

Το αληθινό κατς, που λαθεμένα αποκαλείται ερασιτεχνικό κατς, παίζεται σε λαϊκές αίθουσες, όπου το κοινό εναρμονίζεται αυθόρμητα με τη θεαματική φύση της πάλης, ακριβώς όπως συμπεριφέρεται και το κοινό ενός συνοικιακού κινηματογράφου. Το κοινό αδιαφορεί ολότελα αν ο αγώνας είναι πλαστός ή όχι, και έχει δίκιο. Του φτάνει η πρωταρχική αρετή του θεάματος, ότι δηλαδή καταργείται εδώ κάθε κίνητρο και κάθε συνέπεια: Το σημαντικό για το κοινό δεν είναι αυτό που πιστεύει, είναι αυτό που βλέπει. Αυτό το κοινό μπορεί θαυμάσια να ξεχωρίσει το κατς από την πυγμαχία. Ξέρει πως η πυγμαχία είναι ένα αγώνισμα αυστηρά λιτό, βασισμένο στην επίδειξη της υπεροχής. Μπορεί κανείς να βάλει στοίχημα για το αποτέλεσμα μιας πυγμαχίας, αυτό όμως δε θα είχε κανένα νόημα στο κατς. Η πυγμαχία είναι ένα ιστόρημα που δομείται μπροστά στα μάτια του θεατή, στο κατς αντίθετα, δεν είναι η διάρκεια που παίζει ρόλο: Η κάθε στιγμή έχει το νόημά της. Ο θεατής δεν ενδιαφέρεται για την επιτυχία του ενός ή του άλλου αγωνιστή, λαχταρά για την εμφάνιση μιας παθιασμένης στιγμής…

Με άλλα λόγια, το κατς είναι ένα άθροισμα από θεάματα που κανένα τους δεν είναι εξαρτημένο από το άλλο. Η κάθε στιγμή επιβάλλει την απόλυτη γνώση ενός πάθους που προβάλλει ευθύ και μεμονωμένο, χωρίς να επεκτείνεται ποτέ ως το επισφράγισμα του αποτελέσματος. Γι’ αυτό και στόχος του κατσέρ δεν είναι κερδίζει αλλά να εκτελεί με απόλυτη ακρίβεια τις κινήσεις που περιμένει κανείς από αυτόν.

Λένε πως το τζούντο ενέχει ένα κρυφό στοιχείο συμβολισμού. Η κίνηση πρέπει να είναι συγκεκριμένη και σύντομή, ορθά σχεδιασμένη. Το κατς αντίθετα επιβάλλει κινήσεις υπερβολικές, εκμεταλλεύσιμες ως το παροξυστικό σημείο της σημασίας τους. Στο τζούντο, αυτός που πέφτει μένει ελάχιστα χάμω, στριφογυρίζει, προσπαθεί να ξεφύγει, να αποφύγει την ήττα, ή αν αυτή είναι αναπόφευκτη παραιτείται αμέσως από το παιχνίδι.
 
Στο κατς αυτός που πέφτει, μένει χάμω υπερβολικά, γεμίζοντας κατά κόρο την όραση των θεατών με το αβάσταχτο θέαμα της αδυναμίας τους. Το στοιχείο αυτό της έμφασης είναι απόλυτα όμοιο μ’ εκείνο του Αρχαίου Θεάτρου. Και εκεί, η δράση, η γλώσσα και τα εξαρτήματα (προσωπεία και κόθορνοι) συνέβαλλαν στην υπερβολικά ορατή ερμηνεία μιας Αναγκαιότητας. Στο κατς, όπως και στο Αρχαίο Θέατρο δεν ντρέπεσαι για τον πόνο σου, επιτρέπεται να κλαις –τα δάκρυα έχουν κι αυτά τη γοητεία τους. Από τη στιγμή που οι αντίπαλοι βρίσκονται στο ρινγκ το κοινό κατακτιέται από τη σαφήνεια των ρόλων τους. Όπως και στο θέατρο, η σωματική διάπλαση εκφράζει με υπερβολή το ρόλο που έχει επιφυλαχθεί για τον κάθε αγωνιστή. Ο Thauvin,  πενηντάρης, παχύς, πλαδαρός και ετοιμόρροπος, και που η απαίσια και άφυλη εμφάνισή του προκαλεί γυναικεία παρατσούκλια, ενσαρκώνει όλα τα χαρακτηριστικά της αισχρότητας, γιατί ρόλος του είναι να αναπαρασταίνει αυτό που στην κλασσική αντίληψη του «παλιοτόμαρου» παρουσιάζεται σαν κάτι το οργανικά αποκρουστικό. Το σώμα λοιπόν του κατσέρ είναι το πρωταρχικό κλειδί της πάλης. Από την αρχή κιόλας ξέρουμε πως όλες οι πράξεις του Thauvin, οι προδοσίες του, η ωμότητά του και η δειλία του, δε θα διαψεύσουν την πρώτη εικόνα της αισχρότητας που παρουσίασε.
Μπορούμε να είμαστε σίγουροι πως θα εκτελέσει με εξυπνάδα, και ως το τέλος, όλες τις κινήσεις μιας άμορφης ποταπότητας και θα πως θα ανταποκριθεί απόλυτα στην εικόνα του πιο αποκρουστικού «παλιοτόμαρου» που υπάρχει στον κόσμο, του «παλιοτόμαρου-σουπιάς». Τόσο υποδηλωτική είναι λοιπόν η σωματική διάπλαση των κατσέρ, όσο και εκείνη των προσώπων της Ιταλικής Κωμωδίας, που μας δείχνουν από την αρχή κιόλας, με τα κοστούμια τους και τη στάση τους το μελλοντικό περιεχόμενο του ρόλου τους. Όπως ο Πανταλόνε δεν είναι ποτέ τίποτε άλλο παρά ένας γελοίος κερατάς, ο Αρλεκίνος ένας κατεργάρης υπηρέτης, και ο γιατρός ένας ηλίθιος σχολαστικός, έτσι και ο Thauvin είναι πάντα ένας αχρείος προδότης, ο Reinières (ψηλός, ξανθός, με σώμα πλαδαρό κι αχτένιστα μαλλιά) είναι η ανησυχαστική εικόνα της παθητικότητας, ο Mazaud (μικρός αλαζονικός κόκκορας) η εικόνα της γελοίας αυταρέσκειας, και ο Orsano (γυναικωτός, κομψευόμενος, που από μιας αρχής εμφανίστηκε με ροζ και θαλασσιά ρόμπα) η διπλά πικάντική εικόνα της μνησίκακης λέρας.

Ορισμένοι κατσέρ, καταπληκτικοί ηθοποιοί, διασκεδάζουν το κοινό όσο κι ένα πρόσωπο της κωμωδίας του Μολιέρου, γιατί κατορθώνουν να επιβάλλουν μια άμεση ανάγνωση του εσώτερου κόσμου τους. Στην Αμερική το κατς απεικονίζει ένα είδος μυθολογικής μάχης ανάμεσα στην Αρετή και την Κακία (μάχη που από τη φύσης της είναι παραπολιτική, ο ανέντιμος κατσέρ θεωρείται πάντα αριστερός). Το γαλλικό κατς προβάλει μιαν ολότελα διαφορετική ηρωοποίηση, ηθικής και όχι πολιτικής φύσης. Στη Γαλλία, αυτό που το κοινό επιθυμεί είναι η προοδευτική δόμηση μιας υπέρτατα ηθικής εικόνας, της εικόνας του τέλειου «παλιοτόμαρου».

Ευνόητο είναι πως όταν το πάθος φτάνει σ’ αυτό το βαθμό, δεν ενδιαφέρει πια αν είναι αυθεντικό ή όχι. Αυτό που το κοινό αξιώνει είναι η εικόνα του πάθους και όχι το ίδιο το πάθος. Όπως δεν υπάρχει πρόβλημα αλήθειας στο θέατρο, έτσι δεν υπάρχει και στο κατς.

 

….Όταν ο ήρωας ή το «παλιοτόμαρο» του δράματος, βγαίνει από την αίθουσα του κατς, ανέκφραστος, ανώνυμος, μ’ ένα βαλιτσάκι στο χέρι και τη γυναίκα του από δίπλα, κανένας δεν είναι δυνατόν να αμφισβητήσει πως το κατς κατέχει τη δύναμη της μετουσίωσης –ιδιαίτερο γνώρισμα του Θεάματος και της Ιεροτελεστίας.

 

Ρολάν Μπαρτ..“Μυθολογίες – Μάθημα”. εκδόσεις. Κέδρος