Τυχαία...;
Περιγραφή της πρώτης μεγάλης στιγμής…
«…Κατά τις δέκα το βράδυ συνάντησα την Δανάη και μία φίλη μας στην υπαίθρια αυλή του εστιατορίου Γιάντες στην Οδό Βαλτετσίου, όπου και δειπνήσαμε. Δύο ώρες περίπου αργότερα, αφού είχαμε ολοκληρώσει το δείπνο μας, εισέβαλε στην αυλή ομάδα αντιεξουσιαστών .Με απειλητικές διαθέσεις, καλυμμένα τα πρόσωπα, ύβρεις και ρίψη γυάλινων αντικειμένων προς εμάς (τα οποία δεν μας χτύπησαν) κινήθηκαν σχετικά αργά προς το μέρος μας, απαιτώντας την απομάκρυνσή μου από τον "χώρο τους".
Στόχος τους, έχω την εντύπωση, δεν ήταν ο τραυματισμός μας καθώς, αν ήθελαν να με τραυματίσουν, είχαν την ευκαιρία, και τη συντριπτική "αριθμητική" υπεροχή, για να το πετύχουν. Εκτιμώ ότι στόχος τους ήταν να με οδηγήσουν σε άτακτη φυγή με ελαφρά, εξευτελιστικά χτυπήματα. Αυτό όμως δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί επειδή η Δανάη, πριν έρθουν δίπλα μας οι αντιεξουσιαστές (και πριν προλάβω να τη σταματήσω), σηκώθηκε όρθια και με αγκάλιασε με δύναμη, στρέφοντας την πλάτη της προς αυτούς έτσι ώστε να πρέπει να χτυπήσουν πρώτα εκείνη πριν χτυπήσουν εμένα.
«Η κίνηση εκείνη της Δανάης φαίνεται ανάγκασε την "εμπροσθοφυλακή" (δύο άτομα) να προσπαθήσουν για μερικά δευτερόλεπτα να με “πετύχουν” χωρίς να χτυπήσουν εκείνη. Πολύ γρήγορα όμως υποχώρησαν και, συνεχίζοντας τις ύβρεις και τις απειλές, βγήκαν από την αυλή και μας περίμεναν έξω από το εστιατόριο. Ένα τέταρτο της ώρας αργότερα, και αφού οι υπόλοιποι θαμώνες του εστιατορίου αποχώρησαν χωρίς να εμποδιστούν, βγήκαμε με τη Δανάη κατευθυνόμενοι προς τη μοτοσυκλέτα μας που ήταν σταθμευμένη ακριβώς έξω από το εστιατόριο, επί της Βαλτετσίου. Οι αναμένοντες αντιεξουσιαστές, υβριστικοί μεν αλλά από απόσταση μερικών μέτρων, μας υποδείκνυαν να εγκαταλείψουμε τον "χώρο" τους.
Ανεβήκαμε στην μοτοσυκλέτα αλλά την ίδια ώρα ξεκίνησα διάλογο μαζί τους, δηλώνοντας ότι θέλω να τους ακούσω ακόμα κι αν αυτό απαιτεί να με χτυπήσουν. (Έσβησα μάλιστα και τον κινητήρα, κατέβηκα, και συνομίλησα με μια ομάδα 5-6 από τους πιο θυμωμένους εξ αυτών). Μετά από περίπου 15 λεπτά έντονης αλλά μη βίαιης συνομιλίας τα πνεύματα ηρέμησαν και αποχωρήσαμε (με την μοτοσυκλέτα μας) χωρίς καμία απειλή…

Εν τω μεταξύ λίγα χιλιόμετρα πιο κει…
Περιγραφή της δεύτερης μεγάλης στιγμής της ανθρωπότητας…
Ένα μουρμουρητό διέτρεξε την ομάδα των ένοπλων ανδρών: «El Capitan, El Capitan...»
Ο Capitan, όπως τον αποκαλούσαν οι στρατιώτες, κυκλοφορούσε με μοτοσικλέτα στις γραμμές του μετώπου. Κανείς δεν ήξερε ποιος ήταν στ’ αλήθεια, σε ποια μονάδα ανήκε. Ο άνδρας, μάλλον αδύνατος, έκανε δυο τρία βήματα κι όρθωσε ένα παράστημα σχεδόν δανδή. Ποτέ δεν έβγαζε το κράνος του μήτε τα χοντρά γυαλιά του μοτοσικλετιστή που τον έκαναν να μοιάζει αόριστα με αεροπόρο. Η φωνή του ήταν κοφτή, τα λόγια του μετρημένα και η φήμη του ως αδίστακτου κυκλοφόρησε πολύ γρήγορα στους στρατώνες της περιοχής. Κανείς δεν ήξερε τ’ όνομά του. Μια φήμη τον ήθελε να είναι γιος ενός απ’ τους στρατηγούς των ανταρτών, μια άλλη, ότι είναι ο προστατευόμενος ενός παρατρεχάμενου του βασιλιά και, ποιος ξέρει γιατί, το παρατσούκλι El Capitan τον ακολουθούσε στο εξής σαν τη σκιά του.
Ο λοχαγός πλησίασε μέχρι που ο προβολέας της μοτοσικλέτας του φώτισε τον λάκκο, σάρωσε με τη δέσμη του τον άνδρα που ήταν γονατισμένος στην άκρη της τρύπας. Έσβησε τη μηχανή, στερέωσε την οχτακύλινδρη πάνω στο στήριγμά της και προχώρησε προς τον επικεφαλής.
«Έμαθα ότι πιάσατε τον παιδεραστή ποιητή».
Ο άλλος κοκάλωσε σε μια –ο Θεός να την κάνει– προσοχή.
«Μαριάνο Αχένχο Μορένο, επικεφαλής της ομάδας, señor Capitan».
Χαιρέτησε βιαστικά και γύρισε προς τους άνδρες του:
«Ορίστε και η υπόλοιπη ομάδα μου. Αντόνιο Μπεναβίδες, της Μαύρης Φάλαγγας, Χουάν Χιμένες...»
«Δε μου απάντησες», τον διέκοψε ο άνδρας. «Τον πούστη τον πιάσατε;»
Ο Μαριάνο έδειξε με το δάχτυλο τον κρατούμενο με τα καστανά σπαστά μαλλιά που στεκόταν παραδίπλα.
Ο άνδρας πλησίασε την τρύπα.
«Τι ’ναι αυτό το μπουρδέλο; Τι διάολο κάνετε δω πέρα; Δε σας μάθανε τι σημαίνει εκτελεστικό απόσπασμα;»
«Μάλιστα, señor Capitan», ψέλλισε ο Αχένχο Μορένο.
«Τότε, τι ’ναι αυτές οι εκτελέσεις με μια σφαίρα στο σβέρκο; Μπολσεβίκοι είμαστε; Εμείς είμαστε στρατιώτες του βασιλέα και οφείλουμε να συμπεριφερόμαστε αναλόγως».
«Σωστά, señor...»
«Παράταξε λοιπόν τους άνδρες σου και τουφέκισε αυτόν εδώ όπως πρέπει».
«Στις διαταγές σας, señor Capitan».
Ο Μαριάνο Αχένχο Μορένο γύρισε προς τους άνδρες του:
«Τ’ ακούσατε όλοι;»
Παρατάχθηκαν αντίκρυ στον μικρό λάκκο και στάθηκαν προσοχή.
Ο Αχένχο Μορένο άρπαξε τον νεαρό αναρχικό απ’ τον γιακά του πουκαμίσου του και τον ανάγκασε να σταθεί όρθιος. Ύστερα ο ίδιος πήρε θέση λίγα μέτρα μακριά απ’ τους άνδρες του.
Ακούστηκαν οι διαταγές, οι κάννες των όπλων στόχευσαν το στήθος του νεαρού.
Η ομοβροντία αντήχησε πολύ πέρα απ’ τον λόφο· ένα μικρό σμήνος πουλιών σκορπίστηκε τρομαγμένο.
Ο επικεφαλής της ομάδας έκανε δυο τρία βήματα προς τον ποιητή.
«Η σειρά σου, τώρα».
Ο Capitan πλησίασε κι αυτός.
«Περίμενε. Τούτος δω είναι ειδική περίπτωση».
Ο μοτοσικλετιστής ανέβηκε τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν απ’ τον νεαρό άνδρα. Τον άρπαξε από τα μαλλιά και του γύρισε το πρόσωπο προς τον ουρανό.
«Κοίτα το φεγγάρι, χρυσό μου. Εσύ τα πας καλά με τα φεγγάρια, έτσι δεν είναι;»
Έσκασε στα γέλια προτού πετάξει τον ποιητή καταγής.
«Το ξέρεις ότι οι πάνω ψηλά δεν γουστάρουν τους πούστηδες; Ε να λοιπόν, φίλε μου. Για πάρτη σου ήρθα ως εδώ. Πρέπει να δώσω αναφορά, και φαντάσου ότι οι πάνω πάνω στην ιεραρχία δε θέλουν να ξανακούσουν κουβέντα για σένα. Να χαθούν τα ίχνη σου, λένε, όλα. Σκόνη σε μια τρύπα. Να εξαφανιστείς από προσώπου γης».
Ύστερα γύρισε προς τον επικεφαλής του αποσπάσματος.
«Υπάρχουν κι άλλες τρύπες, κει πέρα, λίγο πιο πάνω. Τις σκάψανε κάποιοι που ψάχνανε για νερό. Πάμε όλοι εκεί και θα τον περιποιηθούμε δεόντως».
Χωρίς να περιμένει απάντηση ο Capitan τράβηξε προς την ανηφορική πλαγιά, μακριά απ’ τη δημοσιά.
Παράξενο θέαμα τούτοι οι οχτώ άνδρες, σιωπηλοί, στη σειρά, ο ένας πίσω απ’ τον άλλον, που βάδιζαν κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο ξυστά σ’ ένα κατάξερο αμπέλι. Η ομάδα σταμάτησε κοντά σε τρία πελώρια μαυρόπευκα κάτω απ’ τα οποία μεγάλες φρεσκοσκαμμένες τρύπες σχημάτιζαν μια σκακιέρα από ορθογώνιες σκιές. ΟCapitan πλησίασε τον μικρότερο απ’ τους λάκκους και στράφηκε προς την υπόλοιπη ομάδα. Αγνάντεψε την ανατολή, εκεί όπου, πίσω απ’ τους μακρινούς λόφους, το φέγγος της μέρας άρχιζε να ξεμυτίζει. Ήταν μαζεμένοι όλοι γύρω του. Ο άνδρας με το κράνος τράβηξε τον ποιητή απ’ το μανίκι του πουκαμίσου του και τον έφερε στην άκρη της τρύπας.
«Γδύσου».
Ο άνδρας κάρφωσε με τα μεγάλα μαύρα μάτια του τα γυαλιά του μοτοσικλετιστή.
«Θέλω να πεθάνω σαν τους άλλους. Τουφεκίστε με, αφού ήρθατε μέχρις εδώ γι’ αυτό...»
Το δυνατό σκαμπίλι που έσκασε στο πρόσωπό του, τον ανάγκασε να πέσει στα γόνατα. Ύστερα, ο λοχαγός τον άρπαξε απ’ τα μαλλιά και τον σήκωσε ξανά όρθιο.
«Γδύσου, είπα. Και μη μ’ αναγκάσεις να το κάνω εγώ, διαφορετικά θα σε καθαρίσω με το μαχαίρι».
Χωρίς να βγάλει άχνα, ο άνδρας έβγαλε το πουκάμισό του, έλυσε τα κορδόνια των παπουτσιών του κι άφησε το παντελόνι του να πέσει στους αστραγάλους.
«Είπα: τσίτσιδος!»
Χωρίς ν’ αφήνει τον αξιωματικό απ’ τα μάτια του, έβγαλε το σώβρακό του.
Το φως της μέρας κυνηγούσε για τα καλά τ’ απομεινάρια της νύχτας.
«Και τώρα, κατέβα κει μέσα, πέσε στα γόνατα, με τη μούρη στο χώμα και τον κώλο τουρλωμένο ψηλά».
Ο ποιητής έχωσε τα γόνατά του στο ξερόχωμα, κι ακούμπησε το ένα του μάγουλο καταγής.
«Τον κώλο τουρλωμένο ψηλά, είπα!»
Ανασήκωσε τη μέση του και πρόσφερε τους λευκούς γλουτούς του στα χαχανίσματα των ανδρών.
«Ένας εθελοντής για να του καρφώσει δυο σφαίρες στον κώλο;»
Ένας απ’ τους άνδρες έκανε ένα βήμα μπροστά.
«Εγώ, señor Capitan. Έχω κάτι παλιούς λογαριασμούς μ’ αυτό τον ξεκωλιάρη...»
«Κάν’ το. Να, πάρε το δικό μου πιστόλι».
Ο Αντόνιο Μπεναβίδες πλησίασε στον λάκκο και σημάδεψε με τ’ όπλο τον κουλουριασμένο άνδρα.
Δύο πυροβολισμοί, η παραμορφωμένη σάρκα, τα χυδαία γέλια των πολιτοφυλάκων.
Πέρα μακριά, η καμπάνα μιας εκκλησιάς σήμαινε πέντε η ώρα το πρωί.
Χωμένος στην τρύπα του, ο ποιητής έσφιγγε τα δόντια. Άκουγε τις διαταγές που εκτοξεύονταν, μάντευε τα πόδια των σκοπευτών στην άκρη του λάκκου. Άκουγε τη μεταλλική κλαγγή των τουφεκιών που ξαναγέμιζαν. Μες στη σιγαλιά της αυγής, ένιωθε τους άνδρες από πάνω του, το ξεφύσημα της ανάσας τους. Κείνα τα δευτερόλεπτα που αιωρούνταν απ’ το άκουσμα της διαταγής «πυρ!», ο ποιητής ένιωθε τις λέξεις ν’ ανεβαίνουν απ’ τα τρίσβαθά του, να σταματούν στα χείλη του. «Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει. Φέρνει έν’ αγόρι το νεκροσέντονο...» Είναι τα λόγια που είχε γράψει για τον φίλο του Ιγνάθιο, που έφυγε λουσμένος στο χρυσαφένιο φως της αρένας...
«Προσεύχονται τώρα και οι δημοκρατικοί;» πέταξε ξεκαρδισμένος στα γέλια ο επικεφαλής του αποσπάσματος.

Μ’ ένα νεύμα, ο Capitan διέταξε τους άνδρες να σωπάσουν.
«... Α, τι φριχτά στις πέντε που βραδιάζει!...»
Ο άνδρας με τη μοτοσικλέτα έγνεψε με το κεφάλι στον επικεφαλής του αποσπάσματος.
«... Ήτανε πέντε σ’ όλα τα ρολόγια. Ήτανε πέντε κι έπεφτε το βράδυ».*
«Fuego!»
Είχε ξημερώσει για τα καλά και ο λοχαγός μπορούσε πια να δει καθαρά τα πρόσωπα των ανδρών.
«Να τον σκεπάσετε με χώμα. Προσοχή, μήτε πέτρες μήτε κλαδιά. Τίποτα που να επιτρέπει τον εντοπισμό του σημείου. Επιμένω σ’ αυτό, señores. Τούτη η τρύπα πρέπει να σβηστεί απ’ τη μνήμη σας. Δεν ήρθατε ποτέ εδώ, δεν συναντηθήκαμε ποτέ, ποτέ. Ο ποιητής σάς ξέφυγε, δεν ξέρετε τι απόγινε. Τελεία και παύλα».
Ο άνδρας με το κράνος έβγαλε μια ασημένια ταμπακιέρα απ’ την τσέπη του επενδύτη του και την έτεινε προς τους άνδρες του αποσπάσματος. Ύστερα, καθώς αυτοί τραβούσαν τις πρώτες τους τζούρες, ο Capitan κατηφόρισε μαζί τους μέχρι τη μοτοσικλέτα του. Ανέβηκε στη μηχανή και πέταξε τη γόπα του πάνω στα χαλίκια.
«Αν, λέω αν, κάποιος από σας μιλήσει για ό,τι έγινε εδώ απόψε, να ξέρει πως θα ’χει να κάνει μαζί μου. Και, σας τ’ ορκίζομαι, ότι ο φλύαρος θα το μετανιώσει πικρά που βρέθηκε στο δρόμο μου».
Έβαλε μπρος τη μοτοσικλέτα του, και μ’ έναν φασιστικό χαιρετισμό εξαφανίστηκε μες στη σκόνη.
Στον δρόμο προς τη Γρανάδα, ο Capitan έκοψε ταχύτητα, αφέθηκε στις ευωδιές του πρωινού. Αναλογίστηκε το λευκό σώμα του παιδεραστή ποιητή, τις δύο κόκκινες τρύπες που του έσκισαν τον κώλο. Μονολόγησε ότι, για να ξεφορτωθούν μια και καλή αυτούς τους καριόληδες τους δημοκρατικούς, δεν έφτανε να τουφεκίζουν εργάτες και αγρότες κατά εκατοντάδες, έπρεπε κυρίως να ξεπαστρέψουν τους σκεπτόμενους, αυτούς τους κουλτουριάρηδες που διέφθειραν τα πιο αδύναμα πνεύματα μέχρι το μεδούλι.
Δεν μπορούσε να πει για ποιο λόγο, αλλά προαισθανόταν πως η νύχτα που πέρασε ήταν μια πραγματική στροφή στην άγουρη ζωή του, ένα αληθινό σταυροδρόμι. Θαρρείς κι ο θάνατος αυτού του παιδεραστή άνοιγε στη δική του ζωή έναν καινούργιο δρόμο που άρχιζε να διαγράφεται.
Αναθαρρυμένος από τη μυστηριώδη επιμειξία των σημαδιών, πάτησε κι άλλο το γκάζι και χάθηκε στα σοκάκια που ανηφόριζαν μέχρι τα τείχη της Αλάμπρας, χωρίς να ξέρει τότε ότι ο θαμμένος κάτω απ’ το χώμα Γκαρθία Λόρκα θα του έδινε μια μέρα ένα ιλιγγιώδες ραντεβού.»…
Ζιλ Βενσάν ‘Το φιλί του θανάτου’… εκδόσεις Καστανιώτη

ΣΣ1: Η πιο υπέροχη περιγραφή της δολοφονίας του Λόρκα που έχω διαβάσει ποτέ.
ΣΣ1: Το βιβλίο βγήκε μόλις την Δευτέρα μεσημέρι. Λίγες ώρες πριν τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν στον Βαρουφάκη στο Γιάντες.
