Καλή χρονιά; Μην ορκίζεστε κιόλας...

Miltos+
Καλή χρονιά; Μην ορκίζεστε κιόλας...

bet365

Χρόνια καλά, να είμαστε όρθιοι και να μας καμαρώνουν. «Καλή χρονιά» δεν εύχομαι. Δεν τρέφω αυταπάτες. Ο Μίλτος ο Νταλικέρης καλωσορίζει έναν δύσκολο χρόνο με μια δύσκολη ρετρό ιστορία...

Η αλήθεια είναι πως δεν πέρασα καλά τις γιορτές. Δεν γινόταν... Όλα τα εορταστικά τραπέζια φέτος, είχαν ελλιπή σύνθεση. Το πιάτο του πατέρα άδειο, η θέση του -στην κορυφή του τραπεζιού- επίσης άδεια, οι καρδιές μας άδειες από διάθεση και κέφι, μπροστά στις γεμάτες πιατέλες. Τρώγαμε και μας έτρωγε. Ευτυχώς, μερικές φορές ...δεν τρώγομαι με τίποτα και μ@λ@κία στη μ@λ@κία τις έδιωξα τις ώρες όπως όπως. Τα κιλά των γιορτών να δούμε πώς θα διώξω...

Τα κιλά, πάντως, είναι μια δυσκολία που έχω αντιμετωπίσει ξανά στο παρελθόν. Με επιτυχία! Αυτά που με ζορίζουν είναι όλες εκείνες οι εκδηλώσεις μνήμης, καθώς αμέσως μετά την μαγκωμένη Πρωτοχρονιά, μετά τις «βαριές» μέρες που οι άλλοι χαίρονταν (επειδή δεν ήξεραν τι τους περιμένει ή επειδή είχαν άγνοια κινδύνου ή επειδή ...έκαναν πως χαίρονται) στο πνεύμα των ημερών κι εγώ λυπόμουν πιο πολύ αυξάνοντας τις αποστάσεις από τους χαρούμενους, ακολούθησε κι ένα μνημόσυνο, έτσι, για να «δέσει» το γλυκό, πριν μπει το κερασάκι ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού, τη μέρα της γιορτής του. Αυτά τα έθιμα που ξύνουν τις νωπές πληγές, αυτές τις υποχρεωτικές μνήμες, δεν μπορώ να τις χωνέψω. Λες και δεν τον θυμάμαι όποτε θέλω τον πατέρα μου (κυρίως όποτε θέλει εκείνος), πρέπει να μου πει η θρησκεία πότε και πώς να το κάνω, πότε και πώς να κλάψει μπροστά σε κόσμο η μάνα μου που κλαίει κάθε μέρα μοναχή της, πίσω από τα άδεια ντουβάρια.

Κουτάλιζα, λοιπόν, μερικά σπόρια από το στάρι, «καλό;» με ρώτησε η γυναίκα μου -που από δικαιολογημένη προκατάληψη δεν δοκιμάζει κόλυβα- και τότε μου ΄ρθε να τα μπήξω. Καλό ήταν. Αλλά πιο καλό θα ΄ταν ...να μην ήταν.

Κάθε φορά που μπλέκω με μνημόσυνα, θυμάμαι μια πραγματικά δύσκολη ρετρό ιστορία, που άρχισε με σύννεφα, προχώρησε με βροχή κι έκλεισε με έναν χαμογελαστό ήλιο. «Ήλιο με δόντια», που έλεγε κι ο μακαρίτης ο πατέρας όταν έβλεπε παλιά τον καιρό στην Υενέδ και διαπίστωνε πως παρά τη λιακάδα, η θερμοκρασία θα είναι χαμηλή και το κρύο τσουχτερό...

 

Στα μνημόσυνα, λοιπόν, θυμάμαι τον αρχηγό της γνωστής πια παλιοπαρέας των έιτις, τον Βαγγέλη τον Πατούσα, που όταν πιτσιρικάδες κλοτσάγαμε την μπάλα στο πλακόστρωτο της εκκλησίας, εφτά εμείς εφτά κι οι άλλοι, τον βάζαμε λόγω πλατυποδίας σέντερ μπακ κι αυτός έστριβε χωρίς δίπλωμα σαν νταλίκα με ρυμουλκό μετά ρυμουλκουμένου. Τον Πατούσα που δεν έκοβε με τίποτα, δεν έτρεχε με τίποτα και ήταν ο χειρότερος αμυντικός που είχαμε ποτέ, αλλά ήταν φίλος μας κι πάντα έπαιζε βασικός, ακόμα κι όταν τελικά μετακόμιζαν στη γειτονιά οικογένειες με αγόρια στην ηλικία μας. Ακόμα κι αν ξέρανε καλύτερη μπάλα από αυτόν, ακόμα κι αν έτρεχαν περισσότερο. Για να μην τα πολυλογώ, ίσως κι επειδή ήταν ο χειρότερος παίκτης, τον είχαμε κάνει αρχηγό, για να παίρνει τα πάνω του...

Αυτός, πάλι, το πήρε πολύ πάνω του μερικά χρόνια αργότερα, όταν αγόρασε μια μοτοτοσικλέτα. Κι έβγαλε το άχτι του. Έτρεχε με δαύτην για να βγάλει τα σπασμένα μιας αργής εφηβείας. Κι έτσι, με μεγάλη ταχύτητα, έφυγε από κοντά μας ανάμεσα στα σπασμένα τα δικά του και τα σπασμένα της μοτοτοσικλέτας του. Πριν ο Βαγγέλης γίνει γλυκιά ανάμνηση μιας εποχής αθωότητας, κανείς μας δεν φανταζόταν πως τον Κεραυνό, την ομάδα μας, θα τον χτυπούσε η ζωή σαν αστροπελέκι και θα μάς έστελνε τον έναν εδώ, τον άλλον εκεί, τον παράλλο σέντερ μπακ και αρχηγό στη ρίζα όλων των κεραυνών αυτού του κόσμου.

Τώρα, εν μέσω μνήμης και μνημάτων, σκύβοντας το κεφάλι για να κοιτάξω τις τέλειες καμάρες από τις δικές μου τις πατούσες, θυμάμαι τις δύσκολες μέρες που ακολούθησαν το τελευταίο «αντίο» στον Πατούσα. Τότε που όλα τα μέλη της παλιοπαρέας αποφεύγαμε να συναντιόμαστε για να μην γίνεται πιο έντονη η απουσία. Μας έλειπε στον καθένα ξεχωριστά, αλλά φοβόμασταν τη στιγμή που θα έλειπε απ΄ όλους μαζί, λες και θα προσθέταμε την απώλεια του καθενός και θα βγάζαμε μεγαλύτερο άθροισμα, λες και θα τις πολλαπλασιάζαμε, θα γίνονταν βουνό οι απώλειες και θα μας πλάκωναν. Σαράντα μέρες βάστηξε το μαρτύριο. Ούτε μια φορά μετά την κηδεία δεν ξαναβρεθήκαμε όλοι μαζί. Μόνο τυχαία συναντιόμασταν δυο-δυο κι αυτό για λίγο, για να μην έρθουν άλλα λόγια κι άλλες σκέψεις, για να μην τύχει και περάσει κι ο τρίτος, ο τέταρτος, για να μην έρθει η ώρα να παίξουμε ξανά μπάλα και δεν έχουμε σέντερ μπακ και αρχηγό. Κι ας μην παίζαμε πια μπάλα, επειδή είχαμε μεγαλώσει…

Στα σαράντα του Βαγγέλη πήγαμε όλοι. Και στο μνήμα και στην εκκλησία. Όλοι κι όλοι μακριά και μόνοι μας. Είχαμε πιάσει τις γωνίες. Μόνος του ο Πέτρος ο Αρμένης, κούτσουρο σκέτο ο Φώτης που ήταν κι ο πιο «κολλητός» του Βαγγέλη, μονάχος του ο Δεμπασκαλάς, ολομόναχος κι εγώ, δίπλα στο παγκάρι. Μετά, όλοι μας κι όλοι με κάποια δικαιολογία αστεία, πήγαμε καθυστερημένοι στον καφενέ του Μπάφα (εκτός από τον Δεμπασκαλά που δούλευε εκεί), όπου είχε κανονίσει η χαροκαμένη μάνα να μοιράσει τον καφέ για συχωρεθεί ο μακαρίτης, που δεν είχε προλάβει να κάνει τίποτα άξιο συγχώρεσης. Εκτός κι αν οι θεοί του κόσμου τον κατηγορούσαν περισσότερο από τους άλλους για τα γκολ που έτρωγε ο Κεραυνός...

Όταν πήγαμε καθυστερημένοι στον καφενέ, ο κόσμος ο πολύς είχε σπατσάρει. Ο Δεμπασκαλάς μάζευε από τα άδεια τραπέζια τα φλιτζάνια του καφέ, τα παξιμάδια, τα μπουκάλια από το χύμα κονιάκ βήτα διαλογής και τις σοκολατένιες ελιές. Πρώτη φορά κάτσαμε όλοι μαζί. Ο Φώτης, ο Πέτρος, εγώ κι ο «Παππούς», που είχε προστεθεί εσχάτως στην παρέα και τον βάφτισε «Παππού» ο Φώτης, επειδή «η καράφλα του έχει φτάσει στον κώλο». Ο καφές δεν πήγαινε κάτω. Μια γουλιά, «θιος σχωρέστον», μισή μπουκιά από το παξιμάδι, κονιάκ ούτε μυρουδιά γιατί ξέραμε από τον Δεμπασκαλά πως ήταν από ...γεώτρηση.

Έφυγαν όλοι, μείναμε εμείς κι η οικογένεια. Αντί να τους χαιρετήσουμε εμείς, μας χαιρέτησαν αυτοί. Μας κάλεσαν στο σπίτι του Βαγγέλη για τραπέζι, αρνηθήκαμε ευγενικά, ξέραμε εμείς, ήξεραν κι αυτοί, δεν θα το αντέχαμε να βρεθούμε όλοι μαζί στο σπίτι που στέγασε ένας μεγάλο μέρος μιας ξεσκέπαστης εφηβείας, να δούμε το μεγάλο κασετόφωνο Σάνυο του Πατούσα, που είχε μάθει να παίζει από σκληρά ροκ μέχρι σκληρότερα σκυλάδικα, πάντα στη διαπασών, τόσο ώστε η κυρά Φιλιώ, η μάνα του, που μας κυνήγαγε με τον κεφτέ στο πιρούνι, να μανταλώνει πόρτες και παράθυρα γιατί ...«τι θα πει η γειτονιά»!

Έφυγαν όλοι, μείναμε εμείς κι ο Μπάφας. Κυριακή, χειμώνας, έκανε κρύο. Το μεσημέρι, μόλις μάζεψε με τον Δεμπασκαλά το μαγαζί, ο Μπάφας έφυγε κι επειδή είχαν περάσει τα χρόνια κι έτριζαν οι κλειδώσεις του, όπως έλεγε, έδωσε εντολή «το απόγεμα δεν θα ανοίξουμε, να κλειδώσεις όταν φύγετε».

Κι έφυγε...

Και μείναμε...

Κι ο Φώτης παράγγειλε στον Δεμπασκαλά «φτιάξε ένα φραπέ» χειμωνιάτικα, εγώ έφτιαξα μόνος ένα νες καραβίσιο, ο Πέτρος ζήτησε κακάο κι ο Παππούς αραίωσε λίγη βυσσινάδα. Οι κουβέντες πάντα λίγες και μετρημένες, μόνο τα απαραίτητα. «Ωραίο μνημόσυνο του κάνουμε του Πατούσα, ρε», είπε κάποια στιγμή ο Πέτρος. «Με κακάο και βυσσινάδες. Να μας βλέπει από πουθενά και να μας φτύνει. Φέρε, ρε, ένα κονιάκ. Από το καλό, ε», πρόσταξε ο Φώτης τον Δεμπασκαλά κι αυτός χάθηκε πίσω από τον πάγκο, κατέβηκε στο υπόγειο και γύρισε με δυο μπουκάλες «Μεταξά» πέντε αστέρων. Πιάσαμε το τραπέζι, το πήγαμε κοντά στο τζάκι όπως κάναμε παλιά, ταΐσαμε ξύλα τη φωτιά, ρίξαμε τη φωτιά του μπράντι μέσα μας κι αρχίσαμε να μιλάμε, να θυμόμαστε, να γελάμε και να κλαίμε, όλοι μαζί και κανένας ξεχωριστά.

Μόλις το δεύτερο μπουκάλι έφτασε στα μισά και τα μέσα μας είχαν ζεσταθεί τόσο όσο να τρίζουν τ΄ άντερα σαν τα κάρβουνα της θράκας, ο Φώτης είπε: «Ξέρετε, ρε, τι θα έλεγε τώρα ο Πατούσας;».

Ξέραμε...

«Ρε σεις, θα μας θερίσει που το πίνουμε έτσι ξεροσφύρι». Δεν το είπε κανείς. Μας το είπε ο Πατούσας από ψηλά, σηκώθηκε ο Δεμπασκαλάς, πήγε πάλι πίσω από τον πάγκο και γύρισε μετά από λίγο με ψωμί από τα χτες, φέτες σαλάμι, κομμάτια κεφαλοτύρι, ελιές, λουκάνικα βραστά και τους αγαπημένους κεφτέδες του Πατούσα, που έβγαζε ο Μπάφας για μεζέ στους εκλεκτούς θαμώνες του καφενέ.

Τρώγαμε εμείς, ταΐζαμε και τη φωτιά, λέγαμε και κλαίγαμε, μέχρι που νύχτωσε καλά και σβήσανε ένα ένα όλα τα φώτα. Σβήσαμε κι εμείς τα φώτα του καφενέ κι έμειναν να μας φωτίζουν οι φλόγες από το τζάκι. Τότε ο Φώτης σηκώθηκε, έβαλε στο κασετόφωνο μια παλιά, αγαπημένη κασέτα που είχε γράψει ο Πατούσας. Πάτησε το πλέι και χαμήλωσε τη φωνή. Ίσα που ακουγόταν να μουρμουράει, σαν ψαλμωδία από έναν κόσμο μακρινό, σαν να έφυγε ο Βαγγέλης και πήρε μαζί του όλα τα ντεσιμπέλ με τα οποία ακούγαμε την κασέτα του όταν ήμασταν όλοι μαζί. Δεν αισθανθήκαμε ασεβείς που βάλαμε μουσική στο μνημόσυνό του. Ούτε χαμηλώσαμε τον ήχο από σεβασμό στον νεκρό. Τον είχαμε σεβαστεί όσο ήταν ζωντανός κι αυτό αρκούσε. Κι εκείνος αυτό θα ήθελε. Να ακούμε τα τραγούδια που μας έγραψε...

Μετά μας πήρε όλους μαζί ο ύπνος, εκεί, μπροστά στο τζάκι, μεθυσμένους, τον έναν με το κεφάλι πάνω στο τραπέζι, τον άλλον σκυφτό στην μπροστινή καρέκλα, τον άλλον στην πολυκαιρισμένη βυσσινί πολυθρόνα του Μπάφα, που καθόταν και ξεχείλιζε και τον κοροϊδεύαμε «σαν πρωθυπουργός είσαι».

Ξύπνησα πρώτος, από το κρύο. Το τζάκι είχε σβήσει. Σηκώθηκα, πήγα στην αυλή, κουβάλησα κι έριξα δυο κούτσουρα στη φωτιά και πήγα πίσω από τον πάγκο να φτιάξω καφέ. Χάραζε. Ψάχνοντας για τα συμπράγκαλα, βρήκα ψηλά, πάνω από τα ντουλάπια, την έγχρωμη φωτογραφία του Πατούσα, που είχε ξωμείνει στον καφενέ μετά το μνημόσυνο. Την είχε βάλει εκεί ο Μπάφας, για να τη δώσει στην κυρά Φιλιώ. Αλλά δεν την είχε ξαπλώσει, την είχε βάλει στητή πάνω από το ράφι κι ο Βαγγέλης ήταν εκεί και κοίταζε όλη νύχτα την παρέα, με άσπρο πουκάμισο, μαύρο σακάκι και γραβάτα λαχούρι, από μια περσινή έξοδό μας στα μπουζούκια.

Γύρισα το βλέμμα και τους είδα όλους εκεί. Τον Φώτη κουλουριασμένο στην πολυθρόνα του Μπάφα, τον Δεμπασκαλά να στάζει σάλια πάνω στο τραπέζι, τον Πέτρο να έχει βάλει το χέρι μπροστά στα μάτια γιατί κόρωναν οι φλόγες από τα καινούργια κούτσουρα και τον Παππού να με κοιτά μ΄ εκείνα τα «χαμηλά μάτια» που μόλις είχαν ανοίξει. «Δεν έχω καράφλα. Απλώς έχω χαμηλά μάτια», είχε πει σε ανύποπτη στιγμή.

Τους έβλεπα όλους και πίσω μου ο Πατούσας, τους έβλεπε κι αυτός μαζί με μένα. Από εκείνο το πρωί, οι ζωντανοί ξαναγύρισαν στους ζωντανούς, οι πεθαμένοι έμειναν στους πεθαμένους κι ο Βαγγέλης κάπου ανάμεσα, να μας γελάει πως είναι εκεί γύρω και να γελάει και τον κάτω κόσμο, να τους φεύγει για λίγο, όπως σήμερα, νά ΄ρχεται στο μυαλό μου και να κάνει το γύρο του κόσμου μέσα από το ίντερνετ, που δεν γνώρισε ποτέ.

Μέχρι να χρειαστούν μνημόσυνα για να θυμάμαι όσους αγάπησα και φύγανε και μέχρι αυτοί να σταματήσουν να το σκάνε από τους πεθαμένους για να υπενθυμίζουν την παρουσία τους χτυπώντας τα δάχτυλά μου στο πληκτρολόγιο, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...


Υ.Γ. Ζητώ συγνώμη για τη δύσκολη ιστορία, χρονιάρες μέρες, αλλά προτιμώ η σχέση μας να διατηρηθεί ειλικρινής, όπως ήταν πάντα. Έτσι είμαι, αυτά γράφω...

Υ.Γ.2: Για το μυθιστόρημά μου, «Είναι στημένο», το οποίο κυκλοφορεί από την Εμβιπή Παμπλικέισονς (MVPublications) με υπογραφή Χρήστου Ελευθερίου, θα τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.