Τατς μι, αλλά μη λερωθείς με το μπριγιόλ! (vids)
Εκείνες τις γιορτές ήμουν ερωτευμένος με τη Σόνια. Αλλά εκείνη δεν ήταν ερωτευμένη μαζί μου. Κι αυτό δεν ήταν περίεργο. Όχι μόνο γιατί δεν ήμουν ερωτεύσιμος ή αξιογάμητος (ελληνιστί «φάκαμπλ»), αλλά και γιατί η Σόνια τα είχε με τον Χάρη, έναν εξωσχολικό νταγλαρά, που φόραγε κάτι μαύρες μπλούζες με νεκροκεφαλές, κάπνιζε «Μάρλμπορο μαλακό» και είχε κι ένα κοτσιδάκι. Τι να κλάσω εγώ, που φόραγα πουλόβερ μάλλινα (ένα το είχε πλέξει η μάνα μου με τα χεράκια της), αντί να καπνίζω έπαιζα μπάσκετ και δεν είχα ούτε υποψία μακριών μαλλιών; Δεν ήμουν φάκαμπλ, λέμε. Μηδέν οξέα, μηδέν λιπαρά, μόνο στη στατιστική του μπάσκετ έγραφα καλά νούμερα...
Ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, ένας τοπικός, πειρατικός ραδιοφωνικός σταθμός, οργάνωνε ένα πάρτι στην ντίσκο του Αμερικάνου, στα περίφημα «Μοβ», που εκείνη τη χρονιά τα είχε βαφτίσει «Β 52» και που εμείς τα λέγαμε «Βήτα Πενηνταδύο», ενώ εκείνος τα έλεγε «Μπι Φιφτιτού»! «Τρομάρα να σου ΄ρθει», που θα ΄λεγε κι ο Δωροθέα η Ζαβή, ή «Μπι Φιφτιτού και στα μούτρα σου, που θα με πεις εμένα έτσι», που θα ΄λεγε ένας γνωστός μου, ο οποίος είναι τόσο γνωστός μου που στο τέλος θα υπογράψει αυτή τη ρετρό ιστορία. Η πλάκα είναι πως ο πειρατικός ραδιοφωνικός σταθμός είχε προαναγγείλει πως θα μεταδώσει λάιβ (στα μούτρα σου, λέμε...) το πάρτι από την ντίσκο του Αμερικάνου, σαν να έλεγε στα ραδιογωνιόμετρα που τον έψαχναν επί χρόνια πως «εδώ είμαστε, ελάτε πιάστε μας». Δεν τους έπιασαν, δεν μας έπιασαν...
Προσωπικά, πάντως, είχα άλλα θέματα για να στεναχωρηθώ. Τόσο που στο τέλος της βραδιάς θα έπρεπε να εύχομαι να μας είχαν πιάκει για συμμετοχή στο πάρτι του πειρατικού σταθμού, για πειρατές, για αντάρτες, για τρομοκράτες, για ό,τι θέλανε, παρά αυτό που έπαθα. Από νωρίς το απόγευμα είχα βαλθεί να γίνω όμορφος για να με δει η Σόνια, να μου κάνει τη χάρη να σουτάρει τον Χάρη και τις νεκροκεφαλές του και να πέσει μοναχή της, σαν ώριμο φρούτο στη μέση του χειμώνα, στη ζεστή αγκαλιά του χειροποίητου πουλόβερ μου.
Πρώτα, έσπασα δυο γεμάτα, χορταστικά μπιμπίκια που στόλιζαν την κατεβασμένη μου μουτσούνα. Μετά μπήκα στο μπάνιο και πλενόμουν για δυο ώρες, τόσο που η μάνα μου εξοργίστηκε κι έβαλε τις φωνές «κλείσε επιτέλους το νερό, θα με πεθάνεις, άρρωστη γυναίκα». Έχουν περάσει πάνω από 25 χρόνια και δεν έχω καταλάβει γιατί ποιο λόγο να πεθάνουν οι άρρωστες μανάδες αν οι υγιείς γιοι ξοδεύουν άσκοπα το νερό...
Τριβόμουν με το σφουγγάρι λες και είχα πιάκει μάκα και δεν θα τριβόμουν καθόλου αν είχα προσέξει πως τα νύχια του φάκαμπλ Χάρη ήταν μαύρα, λες κι είχε βουτήξει τα δάχτυλα, αντί στο βάζο με το μέλι, στο βαρέλι με το γράσο. Εγώ, πάντως, ξεβρομίστηκα («ξεβρομίσκα», που θα ΄λεγε κι η Δωροθέα η Ζαβή, λες κι αναφερόταν σε Λιθουνούς μπασκετμπολίστες, «ο Τιμίνσκας κι ο Ξεβρομίσκας»). Και μετά άρχισα την κούρα ομορφιάς, η οποία περιελάμβανε μόνο ένα πράγμα. Να φτιάξω το μαλλί. Όχι ακριβώς το μαλλί. Να φτιάξω κοτσιδάκι! Σε κοντό μαλλί...
Πίστευα, λοιπόν, πως αν έστριβα μεταξύ τους τις τρίχες πάνω από το σβέρκο, που μόλις πιάνονταν με το χέρι σχεδόν ένα μήνα μετά το τελευταίο κούρεμα (δεν είχα καταφέρει ούτε καν να φτάσω σε μάκρος «λασπωτήρα»), αν τις έστριβα γερά μέχρι πόνου και τις μπλάστρωνα με ζελέ, θα στέκονταν κοτσιδάκι. Δεν στάθηκαν...
Μισό βαζάκι ζελέ «μιζανπλί» έβαλα, από ένα διαφανές βαζάκι με πράσινο περιεχόμενο, αλλά τα μαλλιά μου επέμεναν να επιστρέφουν στην πρότερη κατάσταση. Μετά έβαλα τα μεγάλα μέσα. Άδειασα πάνω στο υποτιθέμενο κοτσιδάκι και όλη τη λακ της μάνας μου, ενώ στο τελικό στάδιο της αρρώστιας μου δοκίμασα μέχρι και το μπριγιόλ του μακαρίτη του πατέρα μου. Για το συγκεκριμένο είχε γράψει μέχρι και τραγούδι ο Μπουλάς εκείνη την εποχή. Δείτε το σχετικό, επικό βίντεο...
Το μόνο που κατάφερα, ήταν να βήχω λες κι είχα κοκκύτη, από την αποπνικτική κατάσταση που δημιούργησε η λακ στο μπάνιο. Εννοείται πως η μάνα μου έβαλε τις φωνές «σταμάτα επιτέλους με τη λακ, θα με πεθάνεις, άρρωστη γυναίκα», ωστόσο πιο πιθανό ήταν να πεθάνω εγώ, ο υγιής γιος, από τις αναθυμιάσεις, παρά εκείνη που καθόταν κι έπλεκε (πουλόβερ, εννοείται) στο σαλόνι. Τελικά, το μοναδικό κοτσιδάκι που επιτεύχθηκε εκείνο το βράδυ στο σπίτι μου, ήταν αυτό που έπλεκε η μάνα μου για σχέδιο στο πουλόβερ. Εγώ είχα ένα μαλλί σαν να με έγλειφαν αγελάδες μετά από τόσους ζελέδες και μπριγιαντίνες και τότε κατέφθασε στο σπίτι ο Φώτης για να φύγουμε μαζί για το πάρτι. Με είδε απογοητευμένο και προσφέρθηκε να βοηθήσει. Δηλαδή, να με κάνει χειρότερο από ό,τι ήμουν, για να ξεφορτώνεται έναν έναν τους ανταγωνιστές αυτής της νύχτας. Πήρε μια τσατσάρα, μου τράβηξε μια χωρίστρα στα γρήγορα και μου είπε «ωραίος είσαι, πάμε». Και πήγαμε...
Στο πάρτι περίμενα την κατάλληλη στιγμή. Να βάλει ο ντιτζέι τα σλόου κομμάτια, να χωθώ ανάμεσα στον Χάρη και τη Σόνια, να τους χωρίσω με τη χωρίστρα μου, να τη δει η Σόνια, να τη λατρέψει, να με λατρέψει, να της προτείνω «δεσποινίς, χορεύετε ένα μπλουζ;», να με πάρει από το χέρι, να με οδηγήσει στην πίστα, να χορέψουμε όλα τα μπλουζ αγκαλιασμένοι και μόλις ξαναβάλει το σουξέ «Τατς μι, άι γουάνα φιλ γιορ μπάντι» της Σαμάνθα Φοξ στην έναρξη του δεύτερου προγράμματος, να βγούμε έξω, να πάμε κατά το δασάκι και να γίνει το ...τατς! Αμ δε...
Μόλις έβαλε ο ντιτζέι τα μπλουζ, ο Χάρης πήρε αγκαλιά τη Σόνια και χορέψανε. Και γλωσσοφιλήθηκαν με μανία. Κι ήταν τόσα τα σορόπια, που εγώ, ο κολλημένος, κόλλησα ακόμα περισσότερο. Τόσο που όταν τέλειωνε ένα από τα μπλουζ, το δεύτερο, το τέταρτο, το όγδοο, δεν θυμάμαι, ένας αιώνας ήταν, αιώνας ατέλειωτος, που χορεύανε, πασπατευόσαντε και γλωσσοφιλιόσαντε, τέλειωσε το κομμάτι, πλησίασα, χώθηκα ανάμεσά τους και με το θάρρος που μου έδιναν τα δύο Κάπτεν Μόργκαν που είχα «σφίξει», του είπα «συγνώμη, φίλε», τον έκανα στην άκρη, της είπα «δεσποινίς, χορεύετε ένα μπλουζ», με έκανε στην άκρη, μου είπε «όχι» και είχε δίκιο, γιατί δεν γινόταν να χορέψουμε μπλουζ, αφού ήδη ο ντιτζέι είχε αλλάξει πρόγραμμα και η Σαμάνθα Φοξ καλούσε τον Χάρη να ξαναπασπατέψει τη Σόνια...
Μετά τη χυλόπιτα, μέχρι να φύγουμε από τα «Μοβ» αλλά και πιο μετά, όλη τη νύχτα, με απασχολούσε ένα αναπάντητο ερώτημα: μου είπε «όχι» επειδή δεν ήθελε να χορέψει μπλουζ μαζί μου, ή μου είπε «όχι» επειδή δεν γινόταν να χορέψει μπλουζ μαζί μου το «Τατς μι» της Σαμάνθα; Μήπως, δηλαδή, δεν ήταν χυλόπιτα, αλλά μια διευκρίνιση μουσικού - ρυθμικού χαρακτήρα, «Μιλτάκο, μπλουζ χορεύονται μόνο τα σλόου κομμάτια κι όχι τα κλαπατσίμπαλα». Εσείς τι λέτε;
Μέχρι να μου ξαναδοθεί η ευκαιρία να κάνω το τατς με τη Σόνια, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...
Υ.Γ.: Για το μυθιστόρημά μου, «Είναι στημένο», το οποίο κυκλοφορεί από την Εμβιπή Παμπλικέισονς (MVPublications) με υπογραφή Χρήστου Ελευθερίου, θα τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.
