Όταν η ...Κιμ βρέθηκε στους Δελφούς!
Η παλιοπαρέα των έιτις δείχνει τον ...σεβασμό της στον ελληνικό πολιτισμό και ο Μίλτος (ξανα)θυμάται ένα ταξίδι στους Δελφούς και τους «αδελφούς» του αγαπημένου Φώτη, με αναφορές στις «Εννιάμισι Βδομάδες» και σε ένα Φίατ Πέρσοναλ χωρίς ράδιο!
Άκουσα τη φωνή της μάνας μου. Είχε βγει στο μπαλκονάκι να με φωνάξει στο τηλέφωνο, επειδή εκείνη την περίοδο για κάποιο λόγο δεν λειτουργούσε το ντούμπλεξ που είχε τραβήξει στην παλιά αποθήκη του κήπου που είχα μετατρέψει σε καμαράκι, τάχα για να ανεξαρτητοποιηθώ. «Αυτός ο αχαΐρευτος ο Φώτης είναι. Έλα που έχω γίνει τηλεφωνήτρια στα γεράματα, άρρωστη γυναίκα», είπε και ούτε στα γεράματα ήταν (το πολύ 45άρα τότε) ούτε άρρωστη. «Έλα γρήγορα στου Μπάφα, είναι επείγον», είπε ο Φώτης μόλις σήκωσα το ακουστικό και το έκλεισε. Κουβέντα δεν πρόλαβα να πω κι ούτε είπα τίποτα στη μάνα μου που επέμενε να γκρινιάζει. «Άμα σου έλεγα εγώ να με πας σε κανένα γιατρό, δεν θα μπορούσες. Για τον τρελο-Φώτη τρέχεις αμέσως. Αλλά τι ψυχή έχει η δόλια μάνα;», συνέχισε τον εξάψαλμο ενώ φόραγα ό,τι έβρισκα μπροστά μου για να πάω στον καφενέ, φοβούμενος ότι ο Φώτης είχε -πάλι- μπλεξίματα.
Εκεί, τον βρήκα χαλαρό και καλοντυμένο, με μακρύ πανταλόνι, κολλαριστό πουκάμισο και σκαρπίνια μαύρα. Πράγμα παράταιρο για μεσημέρι Σαββάτου, τέλη Μαΐου. Εγώ, για παράδειγμα, φόραγα κάτι κίτρινες σαγιονάρες με διχάλα που ήταν μόδα εκείνη την εποχή και είχα ρίξει πάνω μου μια βερμούδα ξεφτισμένη κι ένα κόκκινο, διαφημιστικό μπλουζάκι που στην πλάτη έγραφε «ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ ΜΠΑΛΑΣ» με μεγάλα, μαύρα γράμματα κι ένα τηλέφωνο με πιο μικρά από κάτω. Μας τις είχε μοιράσει πρόσφατα η Πολυξένη, η γυναίκα του Μαστρομανέλου, η οποία μαζί με την επιχείρηση με τα λιβάδια που προμήθευαν λουλούδια τα μπουζουξίδικα της περιοχής και τον Μακιγέ τον νεκροθάφτη, είχε αναλάβει και το ...μάνατζμεντ του συνεργείου του άντρα της.
Μόλις εμφανίστηκε στο κατώφλι του καφενέ κι ο Δεμπασκαλάς, με τον δίσκο του καφετζή στο χέρι, ο Φώτης μας είπε το ...σενάριο που είχε στο μυαλό του. Μετά το Πάσχα και τον χωρισμό του με την Τζαμαϊκανή αρρεβωνιάρα (είχα ενημερώσει προ καιρού για την Αμάντα και μάλιστα σε δύο συνέχειες, πάρτ ουάν και παρτ του), είχε βρεθεί σε ένα πάρτι στα Γιάννενα, στο οποίο γνώρισε μια φοιτήτρια, τη Ρίτσα, που σπούδαζε οικονομικά ή ...οικοκυρικά στην Αθήνα. Κράτησαν επαφή και τον ενημέρωσε πως το Σάββατο θα ταξίδευε με τη σχολή «για ένα συνέδριο στους ...αδελφούς», όπως είπε ο Φώτης. «Ποιους αδελφούς, ρε Φώτη; Στους Δελφούς θα πάνε», τον διόρθωσα, «δεν πας καλά» του είπε ο Δεμπασκαλάς κι ο ...πολυδιαβασμένος Φώτης εξέφρασε απορία «τι είναι αυτοί οι Δελφοί;». Του εξήγησα πως στην αρχαιότητα ήταν εκεί η Πυθία και το περίφημο μαντείο. «Και γιατί δεν ερχόσαντε εδώ στη Δωδώνη; Δεν τους κάνει το δικό μας μαντείο;», εξέφρασε την τοπικιστική οργή του ο Φώτης, πριν ο Δεμπασκαλάς του ξεκαθαρίσει πως «δεν πας καλά» και ανοίξουμε την κουβέντα περί αποστάσεων. Σε αυτές τις αποστάσεις σκάλωσε ο Φώτης: «Αν ερχόσαντε στη Δωδώνη, δεν θα χρειαζόταν τώρα να τρέχουμε στους Δελφούς»...
«Δεν πας καλά»! Εγώ το είπα και δεν ζήτησα συγνώμη, παρότι ήταν κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, γιατί ήξερα πού πήγαινε η δουλειά. Ο Δεμπασκαλάς δούλευε στον καφενέ, ο Φώτης δεν οδηγούσε, οπότε ο κλήρος για να πάει ο Φώτης στους Δελφούς να συναντήσει τη Ρίτσα σε ταξίδι του σκοτωμού αυθημερόν, έπεφτε σε μένα. Αλλά είχα δικαιολογία: «Φώτη μου, θα σε πήγαινα ευχαρίστως, αλλά ο Τίτο είναι στο γκαράζι του Μαστρομανέλου». Πράγματι, το Γιουγκάκι μου ήταν στο συνεργείο για ρεκτιφιέ, με τη μηχανή κατεβασμένη από μέρες και με τον Μαστρομανέλο να μην δείχνει ιδιαίτερο ζήλο για να την ξανανεβάσει. Ωστόσο, εκείνο το «ευχαρίστως θα σε πήγαινα», μου στοίχισε ακριβώς αυτό. Τον πήγα, με το Φίατ Πέρσοναλ (χωρίς ράδιο - καμία σχέση με εκείνο του «Τσικαμπούμ» που τραγούδαγε ο Κούτρας) που είχε τότε ο Δεμπασκαλάς. Ο οποίος φυσικά απάντησε «δεν πας καλά» στον Φώτη όταν του ζήτησε τα κλειδιά και μετά από δυο λεπτά τα είχε αφήσει μπροστά μου, στο τραπέζι...
Ο Φώτης δεν κρατιόταν. Με έβαλε στο Πέρσοναλ σηκωτό και ξεκινήσαμε πάραυτα, πριν προλάβω καν να περάσω από το σπίτι να αλλάξω (ίσως κι επειδή ενδόμυχα σκέφτηκα πως η μάνα μου θα ...αρρώσταινε μπροστά στο ενδεχόμενο τέτοιου, απρόβλεπτου και απροειδοποίητου ταξιδιού). Ξεκινήσαμε, δηλαδή, για τους Δελφούς με ένα ρημάδι Φιατάκι της κακιάς ώρας, με ντάλα ήλιο, με τον Φώτη σενιαρισμένο σαν τον Μάικλ Τζάκσον (μαύρο σκαρπίνι, άσπρη κάλτσα) κι εμένα σαν κινητή διαφήμιση συνεργείου των Ιωαννίνων σε τουρ στην κεντρική Ελλάδα. Το χειρότερο, όμως, ήταν οι σαγιονάρες. Πώς να οδηγήσεις με αυτές τις λεπτές σαγιονάρες (οι Χαβαγιάνας μπροστά τους ήταν κόθορνοι) και πώς να αντέξεις τις θερμοκρασίες που ανέβαζε το Πέρσοναλ, μετατρέποντας τα πεντάλ σε σχάρες ψησταριάς;
Φτάσαμε στους Δελφούς κατά το σούρουπο. Εγώ με φουσκάλες στις πατούσες κι ο Φώτης σαν τον Μάικλ Τζάκσον μετά από βουτιά σε πισίνα με τα ρούχα. Καλύτερα να είχαμε πάει στους ...αδελφούς, που έλεγε ο Φώτης. Σε κανένα μοναστήρι. «Τι θα κάνουμε τώρα;», τον ρώτησα. «Θα ζήσουμε ...Δελφούς μπάι νάιτ», μου απάντησε, αναίσθητος όπως πάντα. Κι εκεί που ψάχναμε πού γίνεται το συνέδριο για να βρούμε τη Ρίτσα, το είδαμε μπροστά μας, σαν κάποιος θεός να μας κάνει πλάκα. «Δελφοί μπάι νάιτ», αναβόσβηνε η ταμπέλα από νέον και πλέον καταλάβαμε πού θα περνάγαμε το βράδυ μας, μετά το συνέδριο. Βρήκαμε τη Ρίτσα, μας είπε πως είχε ακόμα δύο ώρες πρόγραμμα και μας έστειλε στο ...ξενοδοχείο να ...φρεσκαριστούμε και να ...αλλάξουμε. Αισιόδοξη κοπέλα. Ξενοδοχείο δεν είχαμε, άλλα ρούχα δεν είχαμε, αλλά είχαμε μεγάλες προσδοκίες για τη βραδιά. «Θα βρεις κι εσύ ένα γκομενάκι και θα περάσουμε καλά, να δεις», είπε ο επίσης αισιόδοξος Φώτης, ενώ εγώ πρότεινα να πάμε για φαγητό, γιατί είχα να φάω από το προηγούμενο βράδυ. Πήγαμε...
Και κάτσαμε σε μέρος να φυσάει, μπας και στεγνώσουμε και φύγει από πάνω μας η ιδρωτίλα. Η Ρίτσα δεν θα έλεγα ότι χάρηκε όταν μας ξαναείδε στην ίδια κατάσταση. Μια κολλητή της, η Εύα, για την οποία κανένας Αδάμ δεν θα τολμούσε να αγγίξει το μήλο, χάρηκε περισσότερο που είδε εμένα κι έγινε της προσκολλήσεως. Τόσο απογοητευμένη πρέπει να ήταν, ώστε ο «ΣΥΝΕΡΓΕΙΟ ΜΠΑΛΑΣ» με τις κίτρινες σαγιονάρες και τη βαριά μυρουδιά της βαρβατίλας - ποδαρίλας, να της φαίνεται Μίκι Ρουρκ και βάλε. Άντε, κι εγώ ο βρόμικος ήμουν Μίκι. Εκείνη πώς τόλμησε και την είδε Κιμ Μπάσιντζερ;
Από την Εύα, πάντως, έμαθα πως η Ρίτσα τα είχε με έναν Γρηγόρη, συμφοιτητή, με τον οποίο επίσης ήταν της προσκολλήσεως. Πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που σε παρέα πέντε ατόμων, ο μοναχός ήταν ο Φώτης. Όταν του το ξεφούρνισα και τον ρώτησα αν πράγματι η Ρίτσα τον είχε καλέσει στους Δελφούς, εμφανίστηκε θιγμένος και μου απάντησε με ερώτηση: «Καλά, ρε κολλητέ, δεν με πιστεύεις;». Εννοείται πως δεν τον πίστευα...
Όταν καταλήξαμε στο «Δελφοί μπάι νάιτ» με όλο το φοιτηταριό, ο Φώτης είχε αποφασίσει να τα πιει. Κατεβήκαμε κάμποσα σκαλοπάτια, τόσο που φοβήθηκα μη συναντήσουμε την ίδια την Πυθία, κάτσαμε στην μπάρα, απλώσαμε τα χέρια μας στη σανίδα, ο Φώτης φώναξε κοντά τον μπάρμαν και, ως άνθρωπος της νύχτας, του ξηγήθηκε: «Εμείς δεν είμαστε φοιτητές να τη βγάλουμε όλη νύχτα με μια μπίρα. Εμείς πίνουμε. Δύο θα παραγγέλνουμε, ένα θα κερνάς», είπε και παράγγειλε τα πρώτα «Κάπτεν Μόργκαν» για να έχουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Ο μπάρμαν, όχι απλώς τήρησε τη συμφωνία, αλλά και την τροποποίησε προς όφελός μας. Πρώτα μας είπε «Φορ Ρόουζες θα πιείτε», προφανώς επειδή κατάλαβε πως παραγγείλαμε «Κάπτεν Μόργκαν» για λόγους ...ασφαλείας και δεν είχε από δαύτο. Και μετά, αντί να κερνάει στα δύο ποτά το ένα, ένα ζητάγαμε, ένα κέρναγε. Ωστόσο, όταν έφτασε η ώρα του λογαριασμού και μετράγαμε τα ποτά, καταλάβαμε πως αυτό το «ένα-ένα», δεν ήταν ακριβώς «ένα-ένα». Πώς το καταλάβαμε; Μα, μπορούσαμε ακόμα να μετράμε. Τα ποτήρια - κλέφτες του μαγαζιού μετά βίας έπαιρναν μισό ποτό, οπότε αντί για τριάντα, είχαμε πιει συνολικά το πολύ δεκαπέντε, από εφτάμισι έκαστος και ήμασταν ακόμα σε θέση να επικοινωνούμε με το περιβάλλον. Δυστυχώς για την ...Κιμ-Εύα, εδώ που τα λέμε, η οποία μου πρότεινε να πάω στο δωμάτιό της να κάνω ένα μπανάκι. Και της βρόμαγα και ήθελε να με πλύνει. Πάντως, δεν έπαιξε «πλύσου κι έρχομαι». Είπαμε, δεν είχα πιει τόσο πολύ...
Ο Φώτης, ωστόσο, είχε φορτώσει. Έπιασε τη Ρίτσα από το χέρι, την ανέβασε μαλλιοκούβαρα τα σκαλοπάτια για να ζητήσει εξηγήσεις για το φιάσκο και μόλις είδα να τρέχει από πίσω εκείνος ο Γρηγόρης, βγήκα κι εγώ, μπας χρειαστεί ο κολλητός μου κανέναν να τον μαζέψει. Μόλις ο Φώτης είδε τον Γρηγόρη να πλησιάζει, τον έδειξε με το δάχτυλο στη Ρίτσα και της είπε: «Τι με κουβάλησες εδώ; Για να μου συστήσεις το ζουλάπι;». Το ...ζουλάπι κινήθηκε τάχα απειλητικά προς το μέρος του, ωστόσο αποδείχθηκε ντιπ ζουλάπι όταν ο Φώτης έκανε ένα βήμα προς το μέρος του και του είπε «κάνε ...πίου, ρε». Ο Γρηγόρης άρχισε να πισωπατάει και φόρεσε ένα απορημένο ύφος, δίνοντας την εντύπωση πως σκέφτεται πώς γίνεται το σωστό «πίου».
Τελικά «πίου» δεν ξέρω αν έκανε, αλλά σίγουρα έκανε μεταβολή και ξανακατέβηκε τα σκαλοπάτια, όταν είδε τον Φώτη να βουτάει τη Ρίτσα και να της δίνει ένα γλωσσόφιλο διαρκείας, στη διάρκεια του οποίου εκείνη πέρασε τα χέρια της γύρω από τους ώμους του, κρεμάστηκε πάνω του και πήγε ταξίδι στη χώρα των θαυμάτων και σε απέραντα λιβάδια, όπου οι άντρες μύριζαν ζιβανσί και τα μαύρα σκαρπίνια ήταν στιλιστική πινελιά φινέτσας. Ο Φώτης πήγε με τη Ρίτσα στο δωμάτιο που έμενε με την Εύα, με αποτέλεσμα η τελευταία να ξανακατέβει μαζί μου στο «Δελφοί μπάι νάιτ», για μια ...ολ νάιτ λονγκ, στην οποία εγώ προσπαθούσα να ξεκολλήσω από κοντά της, πιάνοντας κουβέντα μέχρι και με τον Γρηγόρη. Όχι, δεν του εξήγησα πώς γίνεται το σωστό «πίου».
Το επόμενο πρωί φύγαμε, αφού πρώτα πέρασα από το δωμάτιο για να κάνω το περιβόητο μπάνιο (ο Φώτης είχε κάνει ήδη) και αφού όρκισα τον Φώτη και τη Ρίτσα να κρατήσουν την Εύα στο -ας το πούμε- λόμπι, για να μη με βρει κανένα κακό. Δεν με βρήκε...
Τα κορίτσια έφυγαν για Αθήνα, εμείς για Γιάννενα, ο Γρηγόρης πιθανότατα για ιδιαίτερα μαθήματα «πίου». Στο δρόμο της επιστροφής, ενώ οι φουσκάλες άρχιζαν να σπάνε και να στάζουν πάνω στα πυρωμένα πεντάλ του Πέρσοναλ, συνειδητοποίησα πως είχα πάει για πρώτη φορά στη ζωή μου στους Δελφούς και το μόνο που είδα ήταν ένα υπόγειο μπαρ. Τώρα, πάνω-κάτω 20 χρόνια μετά, βρίσκομαι ακριβώς στο ίδιο σημείο. Από τους Δελφούς έχω να θυμάμαι μόνο το «Δελφοί μπάι νάιτ». Δεν ξαναπήγα. Και θέλω πίσω και τα μάρμαρα του Παρθενώνα, τρομάρα μου...
Μέχρι να ξεχάσω τη μοναδική, τρελή βραδιά μου στους Δελφούς και να πάω επιτέλους να δω τον «ομφαλό της γης» αντί να τριγυρίζω γύρω από τον δικό μου αφαλό, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...
