Η Ελληνίδα που «έκαψε» το Τόκιο
Δεν ισχυρίζομαι ότι τα δικά μου αγγλικά είναι καλύτερα αλλά από την άλλη, ούτε μένω μόνιμα στο Λος Άντζελες, ούτε όποτε το επισκέφτηκα, επιχείρησα να κάνω διεθνή καριέρα. Παρ' όλα αυτά μάτια είχα να δω και αυτιά είχα να ακούσω για το τι σέρνουν στους υπερφιλόδοξους συμπατριώτες μας, σε αντίθεση με τις δανεικές γκλαμουριές του σακάτη, που αναδημοσιεύουν τα ελληνικά media.
To ακριβώς αντίθετο δηλαδή από την διακριτική γοητεία της Άννας Ρεζάν Κριτσέλη που σε αντίθεση με τη μαναβική φωνή των υπολοίπων, κυνηγάει τα επαγελματικά της όνειρα και τη ζωή της, σαν ψίθυρος. Έχοντα πετύχει πολλά περισσότερα. Ένα απροσδιόριστο ξωτικό – κορίτσι - γυναίκα, με υδάτινα χαρακτηριστικά τα οποία μεταμορφώνονται κάθε φορά στον φωτογραφικό φακό. Μια σπάνια περίπτωση «αόρατου» ανθρώπου, την οποία κανένα gps δεν μπορεί με ευκολία να εντοπίσει, εφ' όσον μοιράζει τον χρόνο της σε αεροδρόμια και πόλεις του κόσμου, έχοντας σαν βάση της το Λος Άντζελες και την Αθήνα.
Σπάνια γιατί όσο εύκολα μπορείς να τη συναντήσεις, σε μια υπερμεγέθη αφίσα πάνω από μια πλατεία του Τόκιο για τη διαφημιστική καμπάνια της ιαπωνέζας Ρίρα Σουγκαβάρα, στις πρώτες θέσεις ενός ντεφιλέ ή στο κόκκινο χαλί των Κανών, τόσο εύκολα μπορείς να τη συναντήσεις ατημέλητη και με χαμμένο βλέμμα, σαν νεομποέμ, κλασάτη «αλήτισσα» να περιπλανιέται σέρνοντας μία φθαρμένη βαλίτσα της σε μια καινούργια πόλη.
Κάπως έτσι γνωριστήκαμε, τυχαία, στο φεστιβάλ της Βενετίας, μέσω ενός κοινού γνωστού. Η Άννα είχε έρθει χωρίς να το έχει προγραμματίσει και χωρίς να έχει κλείσει δωμάτιο, για το κόκκινο χαλί της πρεμιέρας μιας ταινίας. Με τη βαλίτσα της. Έχοντας ένα άδειο δωμάτιο στο σπίτι που νοίκιαζα για το φεστιβάλ στο Lido, της πρότεινα να τη φιλοξενήσω. Για να περάσουμε μαζί, πυρετώδη χαμογελαστά βράδια, μέχρι το ξημέρωμα, τρώγοντας τις φρικτές, μεθυσμένα μαγειρεμένες μακαρονάδες μου και πίνοντας βότκες στο μπαλκόνι. Μιλώντας για σινεμά, και έρωτα. Σχεδόν ποτέ για δουλειά.
Κι αυτό είναι που την κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους. Η Άννα, υπνοβατεί με μοναδική χάρη, αντιμετωπίζοντας τη δουλειά της, τα ταξίδια της, τις γνωριμίες της, σαν παιχνίδι. Στιγμιαία «σκεπάζεται» από το επαγγελματικό άγχος αναγνώρισης, ενός ανερχόμενου ηθοποιού στη διεθνή σκακιέρα, για να το ξεχάσει αμέσως μετά. Να χορέψει ξυπόλητη και να κάνει υπέροχα χαζά. Σχεδόν τίποτα από αυτά που καταφέρνει στη ζωή της, δεν τα μαθαίνω από την ίδια, όταν βρισκόμαστε. Δεν μιλάμε για δουλειά. Δεν την αφήνουμε να μπει ανάμεσά μας.
Τα μαθαίνω πολύ αργότερα, από τις φωτογραφίες της στον τοίχο της στο facebook, τα περιοδικά, από φωτογραφίες και καμπάνιες σαν την υπέροχη δουλειά του Χρήστου Καρατζιόλα με μοντέλο την ίδια, για την ανοιξιάτικη καμπάνια της Βάσως Κόνσολα. Και κάθε φορά αναρωτιέμαι αν πρόκειται για την ίδια Άννα που γνωρίζω. Το περίεργο κορίτσι με τις μεγάλες ευθυμίες και τις φωτογενείς μελαγχολίες που διαστέλλουν τις κόρες των ματιών της, κάθε φορά, που τυχαία συναντιόμαστε για μερικά βράδια, σε ένα μπαλκόνι μιας ξένης πόλης. Προσπαθώντας να αφουγκραστούμε τους ήχους της ζωής που μας περιμένει. Μασκάροντας με αστεία τους φόβους του να μη μας προσπεράσει. Σαν σινεμά.
Πηγή: http://newpost.gr
