«Ο χωρισμός, η κατάθλιψη, το αλκοόλ και η τρελή περιπέτεια σε Ελλάδα και Γιουνάιτεντ...»
στους Νότη Χάλαρη και Μάρθα Χωριανοπούλου
Μερικοί ή λίγοι ή ακόμα και ελάχιστοι γνωρίζουν τι κρύβεται πίσω από την επιτυχία (ή μη) ενός επαγγελματία ποδοσφαιριστή. Δισεκατομμύρια παιδάκια μεγαλώνουν με αυτό το όνειρο και ένα μικρό ποσοστό το πραγματοποιεί αλλά ακόμα μικρότερο είναι αυτό που το απολαμβάνει.
Γιατί ο επαγγελματικός αθλητισμός στον χώρο του ποδοσφαίρου, μόνο στρωμένος με ροδοπέταλα δεν είναι ακόμα και αν έχεις φτάσει στο κορυφαίο επίπεδο. Κάπως έτσι κινήθηκε σε 18 χρόνια επαγγελματικής πορείας ο Ρόι Κάρολ.
Ένας τερματοφύλακας που ξεπετάχτηκε από ένα χωριό στη Β. Ιρλανδία, μοιράστηκε τα αποδυτήρια με ιερά... τέρατα της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και έπειτα το «χάος». Ένας τραυματισμός στη μέση, ένα χειρουργείο που έπρεπε να γίνει και άγχος. Όλα αυτά λειτούργησαν σαν κινούμενη άμμος που τον τράβηξαν στα άδυτα του αλκοολισμού με τον ίδιο να φτάνει μέχρι την Οντένσε της Δανίας και έπειτα να μένει χωρίς ομάδα για έξι μήνες.
Στο μυαλό του όλα είχαν τελειώσει. Όχι μόνο για το ποδόσφαιρο αλλά και γενικότερα στη ζωή του. Χώρισε με τη γυναίκα του, η καριέρα του έφτασε στο απόλυτο μηδέν και ο ίδιος είδε τον κόσμο του να καταρρέει σαν τραπουλόχαρτα. Μέχρι που ήρθε η σανίδα-σωτηρίας από την Ελλάδα και συγκεκριμένα από την Κρήτη.
Ο ΟΦΗ του έδωσε οξυγόνο και εκείνος άρπαξε τη δεύτερη ευκαιρία της ζωής. Ακολούθησε ο Ολυμπιακός, τα τελικά του EURO με τη Β. Ιρλανδία και ένας επίλογος όπως τον ήθελε για την καριέρα του. Και το κυριότερο; Είναι μακριά από το αλκοόλ τα τελευταία 15 χρόνια.
Ο Ρόι Κάρολ αποφάσισε να μιλήσει για όλα στο Gazzetta και να μοιραστεί πτυχές του εαυτού του που πλέον δεν φοβάται να πει δημόσια γιατί θέλουν να αποτελέσουν παράδειγμα προς τα νέα παιδιά.
«Από τη Γιουνάιτεντ του Φέργκιουσον και του Μπέκαμ στην κατάθλιψη και το ποτό»
«Έχασα την αδερφή μου όταν ήμουν 7 ετών, ήταν δύσκολο όταν έφυγα από το σπίτι στα 17 μου»
Πώς ήταν τα παιδικά σου χρόνια, τι θυμάσαι πιο έντονα από το σχολείο ή τους γονείς σου;
«Ήμουν ένα παιδί που του άρεσε πολύ ο αθλητισμός. Έπαιζα όλα τα αθλήματα. Έπαιζα μπάσκετ, ποδόσφαιρο, κρίκετ κλπ. Σαν μαθητής… ήμουν πολύ απασχολημένος να παίζω αθλήματα!»
Ήσουν καλός μαθητής;
«Δεν ήμουν από τους καλούς μαθητές αλλά δεν ήμουν και από τους κακούς».
Έχεις αδέρφια;
«Είχα δύο αδερφές αλλά μια πέθανε όταν ήμουν μικρός και έχω άλλους τρεις αδερφούς».
Πόσο χρονών ήσουν όταν έχασες την αδερφή σου;
«Ήταν περίπου 5 χρονών… εγώ ήμουν λίγο μεγαλύτερος, εφτά χρονών περίπου. Δεν την θυμάμαι πολύ καλά. Ήταν πολύ άρρωστη… Οι γιατροί δεν περίμεναν να ζήσει τόσο».
Από τι έφυγε;
«Η καρδιά της δεν ήταν τόσο δυνατή για να ζήσει. Ήταν και τη δεκαετία του '80 όταν αρρώστησε. Οπότε καταλαβαίνετε ότι η τεχνολογία ήταν πολύ πίσω σε κάποια πράγματα».
Το ποδόσφαιρο πώς μπήκε στη ζωή σου και τι ήταν αυτό που σε τράβηξε στο ποδόσφαιρο και γιατί έγινες τερματοφύλακας;
«Ήμουν πολύ μικρόσωμος όταν ήμουν παιδί και ξεκίνησα να παίζω ως σεντερ φορ. Όμως όταν ξεκίνησα να ψηλώνω έγινα τερματοφύλακας. Πάντα ήθελα να γίνω, γιατί ήταν και ο πατέρας μου. Έπαιζε σε τοπικές ομάδες. Εγώ όταν ξεκίνησα να παίζω ως τερματοφύλακας απολάμβανα κάθε στιγμή».
Ποιο ήταν το είδωλο σου μεγαλώνοντας;
«Ο πατέρας μου σίγουρα και ο Πατ Τζένινγκς που έπαιζε για τη βόρεια Ιρλανδία και την Τότεναμ. Ηταν ο ήρωας μου, έπαιξε σε δύο Μουντιάλ. Είχα την τιμή να τον έχω ως προπονητή τερματοφύλακα. Οπότε ο ήρωας μου, μου δίδαξε πως να είμαι τερματοφύλακας όταν ήμουν 19 χρονών».
Πώς βρέθηκες από τη Β. Ιρλανδία στην Αγγλία σε ηλικία μόλις 18 ετών;
«Ηταν πολύ δύσκολο που έφυγα από την οικογένεια μου. Ήμουν 17 χρονών όταν έφυγα από ένα μικρό χωριό στη βόρεια Ιρλανδία, με περίπου 1.500 άτομο και βρέθηκα στην Αγγλία. Μου έλειπε πολύ το σπίτι μου τους πρώτους μήνες. Ήθελα να γυρίσω σπίτι θυμάμαι. Αλλά ο πατέρας μου, μου είχε πει ότι αν θέλω να γίνω επαγγελματίας ποδοσφαιριστής θα πρέπει να γίνω και πιο κοινωνικός και να αντέξω όλο αυτό. Ήμουν πολύ ντροπαλός στην αρχή».
Τι ήταν το δυσκολότερο πράγμα που είχες να αντιμετωπίσεις στην προσαρμογή σου όταν έφυγες από το σπίτι σου;
«Το πιο δύσκολο ήταν που έφυγα από τη μαμά, τον μπαμπά και τους φίλους μου. Βέβαια στο ποδόσφαιρο, ειδικά αν ζεις σε ένα μικρό μέρος όπως η Βόρεια Ιρλανδία, στα μέσα του 1990, πρέπει να είσαι πολύ τυχερός για να έχεις την ευκαιρία να πάω στην Αγγλία. Γιατί τότε ήταν πολύ δύσκολο να συμβεί αυτό, οπότε είμαι από τους τυχερούς»
«Ο Super Hero Μπέκαμ, το "δεν είμαστε εδώ για φιλίες" του Κιν και ο Κριστιάνο πήγε στη Γιουνάιτεντ ως "ένα αδύνατο παιδί"»
Το 2001 έρχεται η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ποιο είναι το story πίσω από τη μεταγραφή και ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που έκανες όταν το έμαθες;
«Εγώ τα είχα βρει σε όλα με τη Λέστερ αρχικά, που μόλις είχε ανέβει στη Premier League. Κάποιες μέρες μετά, μου είπαν ότι ήθελαν κάποιον παίκτη με περισσότερη εμπειρία. Ήμουν 23 ετών τότε. Κάποιες μέρες μετά ο μάνατζερ μου με κάλεσε και μου είπε ότι η Μάντσεστερ Γιουναιτεντ θέλει να μιλήσουμε. Βρεθήκαμε και μιλήσαμε με τον Σερ Αλεξ Φέργκιουσον. Ηταν κάτι τρομερό για εμένα, γιατί το όνειρο μου ήταν να γίνω επαγγελματίας τερματοφύλακας και κάποια χρόνια μετά έπαιζα για τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ…».
Μπαίνεις στα αποδυτήρια και συναντάς «τέρατα». Περιέγραψε μου την πρώτη σου μέρα στα αποδυτήρια;
«Ήμουν πολύ νευρικός, ήταν όλοι σούπερ σταρς! Θυμάμαι που τους έβλεπα στην τηλεόραση. Είχα πάει νωρίτερα αλλά ήταν ήδη όλοι εκεί. Γνώρισα τον Ντειβιντ Μπεκαμ και ένιωσα σαν να γνωρίζω έναν super hero. Συστηθήκαμε, ήμουν σοκαρισμένος που γνώρισα όλους αυτούς τους παίκτες. Μετά την πρώτη μου προπόνηση ένιωσα σαν να ήμουν πολύ καιρό στην ομάδα, γιατί ο καθένας από αυτούς με έκανε να νιώθω πολύ άνετα στην ομάδα. Έτσι ήταν η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ».
Ο Φέργκιουσον τι άνθρωπος ήταν; Τον έχουμε απολαύσει εντός γηπέδων αλλά πώς ήταν εκτός;
«Ηταν πολύ σκληρός σαν προπονητής αλλά ήταν πολύ φιλικός εκτός αυτού. Ηταν πολύ προσιτός, μιλήσουμε πολύ για τις οικογένειες μας. Ήθελε να κάνεις αυτά που θέλει, αυτό είναι όμως το ποδόσφαιρο πρέπει να δίνεις παντα το 100%. Ήταν πολύ αυστηρός αλλά και πολύ ειλικρινής επίσης».
Ποιο πιστεύεις ότι ήταν το κλειδί της επιτυχίας του;
«Η νοοτροπία του νικητή που είχε και το mindset. Ηταν απίστευτη η νοοτροπία που υπήρχε στην ομάδα, πηγαίναμε για να κερδίσουμε πάντα. Κάθε προπόνηση ήταν έντονη. Είναι πολύ σημαντικό που στην ηλικία των 23 ετών που ήμουν που απέκτησα αυτή τη νοοτροπία, με βοήθησε και ως άνθρωπος και ως προπονητής μετέπειτα».
Πόσο brutal ήταν ο Ρόι Κιν και τι θυμάσαι από εκείνον;
«Ο Ρόι κιν ήταν αρχηγός, ήταν η ψυχή της ομάδας. Για εμένα μου δίδαξε πως να είμαι σκληρός. Έλεγε δεν είμαστε εδώ για να κάνουμε φίλους αλλά για να κερδίζουμε κούπες. Για αυτό και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ ήταν τόσο δυνατή εκείνη τη δεκαετία. Ολοι θέλαν να κερδίζουν. Ηταν σκληρός άνθρωπος και δούλευε σκληρά, όπως ολόκληρη η ομάδα. Σε πολλά πράγματα που λέει και στη τηλεόραση έχει 100% δίκιο. Φυσικά αν περάσουμε και στη αρνητική πλευρά υπήρχαν και τσακωμοί, αλλά αυτό είναι το ποδόσφαιρο. Ήμασταν εκεί για να κερδίζουμε τα παιχνίδια, ο Ροι Κιν ήταν ένας παίκτης που έπαιρνες πολλά από αυτόν, μας πρόσεχε. Μας περνούσε μία αύρα ότι θα νικήσουμε το παιχνίδι πριν καν ξεκινήσει».
Ήσουν μαζί και με τον σταρ της εποχής, τον Ντέιβιντ Μπέκαμ. Πώς ήταν η γνωριμία σου μαζί του και κάποια ιστορία που ίσως γνωρίζουν λίγοι;
«Για εμένα ο Μπέκαμ είναι ένας πολύ προσγειωμένος άνθρωπος… αλλά ήταν σούπερ σταρ. Οταν πηγαίναμε έξω για φαγητό και σαν ομάδα και με τις οικογένειες μας, υπήρχαν παντού κάμερες. Είναι πολύ καλός άνθρωπος. Δουλέψαμε μαζί δύο χρόνια, πριν πάει στη Ρεάλ Μαδρίτης. Θυμάμαι κάθε μέρα στην προπόνηση ήθελε να δουλεύουμε μαζί. Έμαθα πολλά από αυτόν και έφαγα πολλά γκολ (γέλια)».
«Όταν έφυγε ο Μπέκαμ είπα "δεν θα τρώω πολλά γκολ" και ήρθε ο Κριστιάνο...»
Γνώρισες τον Κριστιάνο Ρονάλντο στα πρώτα του βήματα. Τι σε εντυπωσίασε σε εκείνος, τι χαρακτήρας ήταν και τι συμβουλή του έδωσες εσύ ή κάποιος άλλος;
«Ηταν ένας νεαρός παίκτης όταν τον γνώρισα. Είχαμε γυρίσει από την Αμερική, είχαμε παίξει στην προετοιμασία κόντρα στην Σπόρτινγκ Λισσαβόνας. Ηταν ένας απίστευτος παίκτης, κανείς δεν ήξερε ακόμα για αυτόν. Οταν ήρθε δεν μπορούσε να μιλήσει αγγλικά, όμως τρεις μήνες μετά μίλησε κανονικά. Ήθελε να είναι ο καλύτερος, μακάρι να είχα καταγράψει όλα όσα έκανε και πόσο σκληρά δούλεψε. Το γεγονός ότι παιζει ακόμη σε ηλικία 40 ετών δείχνει πόσα έχει θυσιάσει για να φτάσει σε αυτό το επίπεδο. Οταν ήρθε ήταν ένα αδύνατο παιδί, που δούλευε κάθε μέρα στο γυμναστήριο. Εκτός γηπέδου ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος, θυμάμαι ότι αφού έφυγα από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ το 2005 τον ξανά είδα το 2012 όταν έπαιξα με την εθνική μου κόντρα στη Πορτογαλία, ήταν σαν να τον είδα τελευταία φορά την προηγούμενη μέρα. Ηταν πολύ ευγενικός και προσγειωμένος. Είμαι πολύ περήφανος για αυτό που έχει γίνει σήμερα. Πολλοί νέοι ταλαντούχοι παίκτες πέρασαν από τη Γιουνάιτεντ και δεν φάνηκαν ποτέ. Ο Κριστιάνο όμως ήταν μια διαφορετική περίπτωση, θυσίασε πολλά για να πετύχει».
Οταν τον γνώρισες, πίστευες ότι θα καταφέρει όσα πέτυχε;
«Το ταλέντο που είχε ήταν κάτι μοναδικό. Για αυτό εξάλλου ο Σερ Άλεξ τον έφερε στη Γιουνάιτεντ. Όλοι έβλεπαν τι έκανε σε εκείνο το φιλικό. Εγώ δούλεψα μαζί του δύο χρόνια, εξελισσόταν σε έναν παίκτη με ποιότητα και απίστευτες δεξιότητες στο παιχνίδι του. Η Γιουναιτεντ πήρε πολλά τρόπαια χάρη σε αυτόν».
Υπήρξε κάποια συμβουλή που του έδωσες όταν ηρθε;
«Όχι… Θυμάμαι όταν έφυγε ο Μπέκαμ,είπα από μέσα μου «επιτέλους δεν θα τρώω άλλα γκολ» αλλά ήρθε ο Κριστιάνο (γέλια). Σε αυτό το επίπεδο οι παίκτες μπορεί να κερδίζουν ήδη πολλά χρήματα, αλλά πάντα θέλουν να γίνονται καλύτεροι. Επειδή έχω δουλέψει και σε χαμηλότερες κατηγορίες, υπήρχαν παίκτες που ήθελαν να γίνουν ποδοσφαιριστές, χωρίς όμως να δουλέψουν σκληρά για αυτό. Οι παίκτες της Γιουνάιτεντ κέρδιζαν τρόπαια κάθε χρόνο, αλλά κάθε μέρα έκαναν παραπάνω προπόνηση. Βέβαια θέλω να πω ότι στα φάουλ για εμένα ο Μπεκαμ ήταν καλύτερος. Ο Μπέκαμ πάντα πετύχαινε στο στόχο».
Υπήρξε κάποιο ταλέντο που ήρθε όσο ήσουν στην ομάδα, που η καριέρα του δεν πήγε όπως περίμεναν;
«Είχε έρθει ένας επιθετικός όσο ήμουν. Ο Ντιέγκο Φόρλαν, ήταν τρομερός στην προπόνηση. Ομως στον αγώνα δεν μπορούσε να σκοράρει. Οταν έφυγε από την ομάδα και πήγε στην Ισπανία βρήκε ξανά τα πατήματα του. Ομως στη Γιουνάιτεντ εκτός από κάποια γκολ κόντρα στη Λίβερπουλ δεν έκανε όσα έδειχνε ότι μπορούσε να κάνει. Έβλεπες πόσο καλός παίκτης είναι, αλλά υπήρχε μεγάλη πίεση για το αποτέλεσμα. Είναι επίσης ένα πολύ καλό παιδί, κάναμε πολύ παρέα».
Τι έγινε και έφυγες από τη Μάντσεστερ; Το έχεις μετανιώσει τώρα που το ξανασκέφτεσαι;
«Δεν μετανιώνω τίποτα στο ποδόσφαιρο και στη ζωή μου γενικότερα. Είχα ένα συμβόλαιο τεσσάρων ετών με τη Γιουνάιτεντ. Οταν ήμουν παιδί όπως κάθε νέος παίκτης ήθελα να παίζω παιχνίδια. Ο Σερ Αλεξ μου είχε πει, ότι δεν νομίζει ότι θα έχω την έχω την ευκαιρία να παίξω περισσότερα παιχνίδια αλλά ήθελε να ανανεώσω. Έπαιξα 5-6 παιχνίδια στο FA Cup αλλά δεν ήθελα να κάθομαι στον πάγκο και να βλέπω. Δεν ήταν για εμένα αυτό, εγώ ήθελα να παίζω ποδόσφαιρο».
«Έκανα κακές σκέψεις, έπινα για 4-5 χρόνια αλλά με έσωσε η Ελλάδα»
Υπήρξε μία κάθοδος στην πορεία σου που κατέληξε στην Οντένσε και έπειτα στο να μείνεις ελεύθερος. Τι θεωρείς ήταν το λάθος;
«Οταν πήγα στη Γουεστ Χαμ, είχα πρόβλημα με τη μέση μου. Έπρεπε να πάω στο νοσοκομείο να κάνω εγχείρηση, αυτό με κράτησε πολύ πίσω. Τότε έκανα πολύ κακές σκέψεις, γιατί όπως καταλαβαίνεις για έναν τερματοφύλακα να κάνει χειρουργείο στη μέση του δεν είναι καθόλου καλό. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν αρνητικά πράγματα. Έπεσα σε κατάθλιψη και ξεκίνησα να πίνω πολύ. Ετσι η ποδοσφαιρική μου καριέρα πήρε την κατηφόρα, πήρα την λάθος κατεύθυνση. Ξεκίνησα να παίζω αλλά δεν σταμάτησα να πίνω. Έπινα 4-5 χρόνια περίπου. Θα κλείσω 15 χρόνια που είμαι καθαρός τον Ιούνιο, αλλά πολλές φορές έχω άγχος και είναι δύσκολο να το αντιμετωπίσω».
Ξεκίνησες να πίνεις εξαιτίας του άγχους που σου προκαλούσε το ποδόσφαιρο;
«Ναι, έκανα κάθε μέρα προπόνηση αλλά δεν έπαιζα. Κοιτώντας πίσω είναι μια πολύ εγωιστική σκέψη, γιατί πολύ πέρασαν δύσκολα και κάναν χειρουργεία. Αλλά εγώ έκανα πολύ κακές σκέψεις».
Τι σκέψεις;
«Οτι δεν θα καταφέρω ποτέ να γυρίσω πίσω. Οτι η καριέρα μου καταστράφηκε. Οταν είσαι νέος κανείς δεν σου λέει ότι καμία φορά μπορεί να έρθουν χειρουργεία. Δεν σε προετοιμάζει κανείς για αυτά, για το μόνο που ετοιμάζεσαι είναι οι προπονήσεις και το να παίζεις μπάλα. Όταν ξεπέρασα αυτή τη δυσκολία, κάποια χρόνια μετά ήρθε ακόμη μια δυσκολία που με έκανε να σταματήσω να παίζω. Αλλα ήμουν προετοιμασμένος, ότι έτσι είναι η ζωή. Δεν μπορείς να παίζεις μπάλα ολόκληρη τη ζωή σου και πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για όλα τα πράγματα. Αυτό κάνω και ως προπονητής και πάντα συμβουλεύω τους νέους τερματοφύλακες να είναι πάντα προετοιμασμένοι και να έχουν καλούς ανθρώπους γύρω τους όχι μόνο στο ποδόσφαιρο».
«Χώρισα με τη γυναίκα μου, όχι απλά είχα σκεφτεί να παρατήσω το ποδόσφαιρο αλλά το είχα ήδη κάνει»
Έχεις πει για το πρόβλημα με το αλκόολ. Επειδή μας ακούν άτομα που θα έχουν παρόμοιο ή και χειρότερο πρόβλημα. Υπήρξε ποτέ κάποιος άνθρωπος που επικοινώνησε μαζί σου και σου είπε ότι η ιστορία σου, τον βοήθησε;
«Ναι… αυτό είναι το καλό τον social media. Οι άνθρωποι πολλές φορές ξεχνάνε ότι οι ποδοσφαιριστές δεν είναι ρομπότ. Το πρόβλημα είναι ότι δεν ζητάμε βοήθεια όταν την χρειαζόμαστε, έτσι έκανα και εγώ δεν ζητούσα βοήθεια. Ολοι έλεγαν ο Ροι είναι καλά, επειδή με έβλεπαν με ένα χαμόγελο στα χείλη. Αλλά όταν γυρνούσα σπίτι θα έπινα… ήταν πολύ σοβαρό. Ήμουν πολύ τυχερός που δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μου να αυτοκτονήσω. Στη Βόρεια Ιρλανδία μιλάω συχνά για τα προβλήματα ψυχικής υγείας. Δυστυχώς υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που βάζουν τέλος στη ζωή τους και χρειάζονται βοήθεια. Εγώ μιλάω ανοιχτά για το πρόβλημα μου. Η Ελλάδα έσωσε τη ζωή μου. Έφυγα από την Αγγλία και πήγα στην Κρήτη. Αλλά υπάρχουν άνθρωποι που δεν μπορούν να αφήσουν τη χώρα τους. Εγώ δεν ξέρω αν εμένα στην Αγγλία αν θα μπορούσα να το αντιμετωπίσω. Το ότι ήρθα στην Ελλάδα ήταν ότι καλύτερο έχει συμβεί στη ζωή μου. Πέρασα τρία χρόνια στην Ελλάδα, μακάρι να μπορούσα να μείνω περισσότερο».
Σε τι κατάσταση έφτασες για να το καταλάβεις και πώς το αντιμετώπισες;
«Δεν το ξέρεις ποτέ. Πάντα λες ότι είναι εντάξει. Η γυναίκα μου, μου έλεγε ότι υπάρχει πρόβλημα αλλά δεν έδινα σημασία. Μια μέρα ξύπνησα και είπα τι κάνω; Αν δεν είχα σταματήσει να πίνω τότε, δεν θα ήμουν εδώ σήμερα. Γιατί έπινα πάρα πολύ. Ήμουν καθαρός ένα μήνα και μετά με πήραν τηλέφωνο από τον ΟΦΗ. Τα πρώτα τρία χρόνια που δεν έπινα, ήταν αρκετά δύσκολα. Το πιο δύσκολο ήταν να παραδεχτώ ότι ήμουν αλκοολικός και να εξηγήσω τι άνθρωπος είμαι. Πήγα στην Ελλάδα και όλα ήταν καλύτερα, ακόμα παλεύω με το άγχος αλλά όταν πήγα στην Ελλάδα γνώρισα μια νέα κουλτούρα και περιτριγυριζόμουν από πολύ καλούς ανθρώπους».
Πόσο σημαντική ήταν η στήριξη της γυναίκας σου;
«Περάσαμε δύσκολα, ήταν αρκετά δύσκολο για εκείνη. Χωρίσαμε και εγώ μετακόμισα μόνος μου σε ένα διαμέρισμα. Δημιούργησα πολλά προβλήματα. Την ευχαριστώ κάθε μέρα που είναι ακόμα μαζί μου. Ο γιος μου είναι 26 ετών και η κόρη μου 23 ζούμε πλέον στην Βόρεια Ιρλανδία, εγώ και στη Σαουδική Αραβία λόγω δουλειάς. Ηταν πολύ δύσκολο να μεγαλώνει μόνη της δύο παιδιά και δεν ήμουν εκεί για εκείνη. Είμαστε 25 χρόνια μαζί».
Είχες σκεφτεί να παρατήσεις το ποδόσφαιρο;
«Δεν το είχα σκεφτεί αλλά ήδη το είχα κάνει. Δεν είχα εκεί το μυαλό μου. Οταν έφυγα από τη Γουεστ χαμ που εκεί ουσιαστικά ξεκίνησε και το πρόβλημα πήγα στη Ρειντζερς μετά πήγα στη Ντέρμπι και μετά στη Δανία για την Οντενσε. Οταν γύρισα δεν είχα πρόταση για έξι μήνες, μέχρι να έρθει η προσφορά του ΟΦΗ. Τότε έπαιζα ακόμα ποδόσφαιρο, αλλά το είχα χάσει. Μέχρι που ήρθα στην Ελλάδα και ξεκίνησα να το απολαμβάνω ξανά. Έδωσα τα πάντα και στον ΟΦΗ και στον Ολυμπιακό».
«Ο Ολυμπιακός ήταν μία mini Γιουνάιτεντ, Έτρεμα από το κρύο όταν μπήκα αλλαγή με τη Ρουμπίν»
Και έτσι ήρθες στην Ελλάδα για τον ΟΦΗ και έπειτα για τον Ολυμπιακό...
«Οταν ήρθε ο ΟΦΗ υπήρχαν φήμες ότι με ήθελε ο Ολυμπιακός. Μια μέρα δέχτηκα ενα τηλεφώνημα από τους ανθρώπους του Ολυμπιακού. Οι άνθρωποι του ΟΦΗ ήταν πολύ καλοί μαζί μου, αλλά ο Ολυμπιακός ήταν ένα τεράστιο κλαμπ. Ηταν μια mini Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Ήμουν πολύ χαρούμενος εκεί, ήθελα να παίζω στο καλύτερο επίπεδο και ο Ολυμπιακός έπαιζε κάθε χρόνο στην Ευρώπη».
Πώς ένιωσες μόλις άκουσες για την πρόταση για τον Ολυμπιακό. Ένιωσες ότι αναγεννήθηκες;
«Ήταν μια δικαίωση, σήμαινε ότι κάτι έκανα σωστά στον ΟΦΗ. Ήμουν πολύ χαρούμενος που ο Ολυμπιακός με ήθελε. Επέστρεψα πάλι σε ένα υψηλό επίπεδο και έπαιζα σε Europa και Champions League. Κερδίσαμε το κύπελλο, πίστευα ότι δεν θα έφτανα ποτέ σε αυτό το επίπεδο ξανά».
Τι συνάντησες την πρώτη μέρα στα αποδυτήρια του Ολυμπιακού; Θυμάσαι ποιους συνάντησες πρώτα;
«Συνάντησα πολλούς παίκτες από πολλές χώρες. Θυμάμαι πόσο καλός ήταν ο Αβρααμ Παπαδόπουλος, πραγματικά πάρα πολύ καλό παιδί. Η ομάδα με έκανε να νιώσω άνετα από την πρώτη μέρα. Το μόνο που θυμάμαι πραγματικά πολύ έντονα ήταν πόσο πολύ ζέστη είχε».
Πρόλαβες τον Βαλβέρδε για έξι μήνες. Τι το ξεχωριστό είχε αυτός ο άνθρωπος και τι σημαίνει για τον Ολυμπιακό;
«Ηταν ένα πολύ καλός προπονητής, σε αντίθεση με τον Σερ Αλεξ που ήταν μάνατζερ. Ο Βαλβερδε δεν μίλαγε αγγλικά αλλά καταλάβαινα ακριβώς τι ήθελε από εμένα. Πήγε στη Μπαρτσελονα και απέδειξε πόσο καλός είναι. Ολοι τον σέβονταν στον Ολυμπιακό. Ηταν πολύ ήρεμος άνθρωπος. Ολοι τον αγαπούσαν. Μας προετοίμαζε πολύ καλά για τους αγώνες παρόλο που υπήρχε μεγάλη πίεση».
Εκείνο το ματς με τη Ρουμπίν που είχε -30 βαθμούς και έρχεται η στιγμή να μπεις αντί του Μέγιερι, χωρίς προθέρμανση, χωρίς τίποτα, πώς ήταν; Πώς το έζησες; Έπαθες σοκ μόλις σηκώθηκες από το κρύο;
«Είχε πολύ κρύο! Ήμουν προετοιμασμένος για αυτό. Απέκρουσα το πέναλτι. Ηταν μια μεγάλη νίκη για την ομάδα, για εμένα, για τους φιλάθλους».
Πώς ένιωσες όταν έπιασες το πέναλτι;
«Για να είμαι ειλικρινής κρύωνα πάρα πολύ. Έτρεμα από το κρύο. Θυμάμαι όταν έπιασα το πέναλτι όλοι πέσανε από πάνω μου. Ένιωθα σαν ένα παιδί 15χρονων που έπαιζε ποδόσφαιρο».
Ρεβάνς στο Φάληρο. Τι έπαθες στο πόδι και πώς συνέχισες; Άλλοι στη θέση του θα ζητούσαν αλλαγή.
«Ήμουν έτοιμος για το παιχνίδι, είχα προπονηθεί καλά με τον προπονητή μου και τους υπόλοιπους κίπερ. Τα τελευταία 25 λεπτά τραυματίστηκα στο πόδι. Πονούσα πολύ, ήταν πολύ δύσκολο αλλά είχαμε πιο νέους τερματοφύλακες στον πάγκο οπότε αποφάσισα να μείνω και να τελειώσω το παιχνίδι. Συνέχισα το παιχνίδι για καλή μου τύχη κράτησα ανέπαφη την εστία και κερδίσαμε. Δυστυχώς για εμένα έμεινα εκτός για περισσότερο καιρό από ότι υπολόγιζα (σ.σ δύο μήνες)».
«Αν δεν έχεις οπαδούς τι σόι ομάδα είσαι;»
Τι ένιωσες όταν άκουγες 30.000 κόσμο να φωνάζει το όνομά σου;
«Είναι κάτι που συνεχίζω να συζητάω. Είναι όνειρο του καθένα να παίξει ποδόσφαιρο και να ακούς τον κόσμο να τραγουδάει το όνομα σου. Δεν ήθελα να φύγω από το γήπεδο, ήθελα να το γιορτάσω με τους οπαδούς. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη τη μέρα. Οταν δίνεις τα πάντα για την ομάδα, οι οπαδοί το βλέπουν. Σε κάθε ομάδα έδινα το 100% για το κλαμπ και τους οπαδούς. Οι οπαδοί κάνουν την ομάδα, αν δεν έχεις οπαδούς τι σόι ομάδα είσαι;».
Με τον Μίτσελ πώς ήταν οι σχέσεις σας;
«Αποφάσισε ότι δεν ήμουν στο πλάνο του και ήταν εντάξει αυτό. Εγώ έμεινα μέχρι το τέλος της σεζόν και δούλεψα σκληρά πάντα σεβόμουν όλους στην ομάδα. Δεν ήμουν χαρούμενος που δεν έπαιζα αλλά έτσι είναι τα πράγματα. Πρέπει να δουλέψεις σκληρά και να αποδείξεις τι αξίζεις με την πρώτη ευκαιρία. Η ευκαιρία δεν ήρθε και όταν τελείωσε η σεζόν έφυγα. Αυτό όμως είναι το ποδόσφαιρο. Συνάντησα τον Μίτσελ στη Σαουδική Αραβία και μιλούσαμε 45 λεπτά για τον Ολυμπιακό. Κάναμε πλάκα… του έλεγα γιατί δεν με διάλεγες; (γέλια)»
Γιατί αποφάσισες να φύγεις από τον Ολυμπιακό;
«Δεν έπαιξα πολύ εκείνη τη σεζόν, έφερε τον Ρομπερτο και τα πήγαινε πολύ καλά. Εγώ δεν είχα τόσες ευκαιρίες. Ήθελα πολύ να μείνω αλλά έπρεπε να πάρω κάποιες αποφάσεις. Η χώρα μου θα έπαιζε στο Euro για αυτό και εγώ ήθελα να είμαι σε ομάδα να παίζω! Για αυτό και εγώ γύρισα πίσω στην Αγγλία στη Νοτς Κάουντι… Έτσι είναι το ποδόσφαιρο! Έρχονται προπονητές και φέρνουν παίκτες, ο Ρόμπερτο τα πήγαινε πολύ καλά και ήταν λογικό να παίζει. Ο τελευταίος χρόνος ήταν πολύ δύσκολος, είναι λογικό να θέλουν να παίξουν όλοι. Όπως είπα αν δεν έπαιζα δεν θα ήμουν στις κλήσεις για το Euro οπότε έπρεπε να διαλέξω. Γύρισα στην Αγγλία και μετά το EURO αποσύρθηκα».
Ποιος συμπαίκτης σου έδινε τη μεγαλύτερη σιγουριά μέσα στο γήπεδο;
«Ο Ρίο Φέρντιναντ»
Υπήρχε κάποιος παίκτης που δεν ήθελες να βλέπεις απέναντί σου ως αντίπαλο;
«Όσο ήμουν στον Ολυμπιακό δεν δέχτηκα πολλά γκολ. Είχα πάντα και πολύ καλούς αμυντικούς μπροστά μου».
Πιστεύεις ότι η θέση του τέρμα φύλακα είναι η πιο δύσκολη θέση;
«Ναι είναι. Ειδικά στο μοντέρνο ποδόσφαιρο».
Το πιο δύσκολο ματς που έπαιξες;
«Νομίζω ένα εκτός με τον Παναθηναϊκό. Ηταν δύσκολο που δεν υπήρχαν οπαδοί. Για εμένα ήταν κάτι δύσκολο να συνηθίσω».
Τι συμβουλή θα έδινες στο νεότερο εαυτό σου;
«Να έχει τους κατάλληλους ανθρώπους γύρο σου».
Γιατι το λες αυτό;
«Γιατί όταν φτάσεις σε ένα υψηλό επίπεδο στο ποδόσφαιρο θα έχεις περισσότερους κακούς ανθρώπους δίπλα σου παρά καλούς».
Τι θυμάσαι πιο έντονα από την Ελλάδα;
«Τα πάντα ήταν υπέροχα! Η οικογένεια μου λάτρεψε την Ελλάδα. Το φαγητό, ο καιρός τα πάντα ήταν υπέροχα. Είναι σαν τον παράδεισο».
Το αγαπημένο σου φαγητό;
«Η ελληνική σαλάτα».
Εχεις ξανά έρθει για διακοπές;
«Οχι μόνο μια φορά με τη Βόρεια Ιρλανδία και είχαν έρθει κάποιοι οπαδοί να μιλήσουμε».