Να είστε ευτυχισμένοι (pic)

Αλέξανδρος Στεργιόπουλος
Να είστε ευτυχισμένοι (pic)

bet365

Να κυνηγάς την ευτυχία και να μην ξέρεις πώς είναι! Χαρείτε όπως μπορείτε αυτές τις μέρες. Υγεία και καλά Χριστούγεννα σε όλους.

Το παγκάκι ήταν άδειο. Κάθισε και το γέμισε με τις τσάντες του. Μόλις είχε τελειώσει τα χριστουγεννιάτικα ψώνια. Ένα πουκάμισο γι’ αυτόν, σκουλαρίκια για κείνη. Γραβάτα για τον πατέρα, βιβλίο για τη μητέρα του. Μανικετόκουμπα για το πεθερό του και μεταξωτό φουλάρι για την πεθερά του. Μια πένα για τον αδερφό του και τη νέα παιχνιδομηχανή για τον ανιψιό του. Σε ένα φάκελο είχε και το δώρο της κυρίας που φρόντιζε το σπίτι. Κουρασμένος από το περπάτημα και τη φασαρία της αγοράς, ιδρωμένος, στάθηκε λίγο να ξεκουραστεί. Όταν ηρέμησε και πήρε δυνάμεις πρόσεξε τη βιτρίνα του απέναντι καταστήματος. Ζαχαροπλαστείο ήταν. Στολισμένο, φωτισμένο και πολύχρωμο. Δεν έτρωγε γλυκά. Του άρεσαν περισσότερο τα αλμυρά. Πέρα από τον φόβο για σάκχαρο, θεωρούσε ότι τα γλυκά ήταν ένας τρόπος καταπίεσης. Φάε για να χαρείς, να γλυκαθείς…. Όσες φορές το είχε πει σε φίλους, γνωστούς, συγγενείς, εισέπραττε απορημένα βλέμματα, οίκτο, συμπάθεια. Δεν τον ένοιαζε. Σηκώθηκε, έπιασε τις τσάντες και βγήκε στον δρόμο να πάρει ταξί. Εντόπισε αυτό που ήταν ελεύθερο και έκανε νόημα. Άνοιξε την πίσω πόρτα και πριν την κλείσει διάβασε: να είστε ευτυχισμένοι, γραμμένο με μαύρο σπρέι κάτω δεξιά στη βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου. Ψιθύρισε ένα είμαι και έκλεισε την πόρτα. Ο δρόμος πάμφωτος από λαμπιόνια, φώτα και γεμάτος αυτοκίνητα. Ας είναι σκέφτηκε.

Έφτασε λίγο μετά τις εννιά στο σπίτι. Μόλις μπήκε ήρθε μήνυμα στο κινητό. Από τη γυναίκα του. Τον ενημέρωνε ότι θα αργήσει λόγω δουλειάς. Δούλευε σε μεγάλο δικηγορικό γραφείο και προετοιμάζονταν για δύσκολη υπόθεση. Τακτοποίησε τις τσάντες με τα δώρα, έβγαλε τα ρούχα του και μπήκε να κάνει μπάνιο. Φόρεσε τις πιτζάμες και τη ρόμπα του. Κάθισε στον καναπέ και έφτιαξε ένα δυνατό ποτό για να χαλαρώσει. Η δύναμη της συνήθειας τον “έσπρωξε” να πιάσει το τηλεχειριστήριο και να ανάψει την τηλεόραση. Πριν πατήσει το κουμπί το άφησε. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το ποτό του και κοίταξε το σαλόνι. Όλα τέλεια. Άψογα τοποθετημένα. Καθαρά. Προχώρησε στους άλλους χώρους του σπιτιού. Η ίδια εικόνα. Ξανά στον καναπέ. Άφησε ανοιχτό μόνο το λαμπατέρ. Αυτή την ατμόσφαιρα την είχε ονειρευτεί. Αυτή την ατμόσφαιρα που έμοιαζε με εικόνα life style περιοδικού, με εικόνα από ταινία… Έφερε το ποτήρι στο στόμα και ήπιε άλλη μία γουλιά. Χαμογέλασε με ικανοποίηση. Τα είχε καταφέρει! Ζούσε με τον τρόπο που ήθελε, με τις ανέσεις που ήθελε, είχε χρήματα. Ήταν πετυχημένος. Σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στην τζαμαρία. Απέναντι ο ουρανοξύστης της πόλης. Το βλέμμα του πήγε αμέσως στην κορυφή. Η οθόνη του κινητού φωτίστηκε. Σε 30-45 λεπτά είμαι εκεί. Αύριο θα φάμε στους γονείς μου.

Στο μεσοδιάστημα είδε τηλεόραση. Αλλάζοντας κανάλια σταμάτησε στο δελτίο ειδήσεων. Ρεπορτάζ για τον κορονοϊό. Θάνατοι, ΜΕΘ, κρούσματα… Δεύτερο θέμα. Ρεπορτάζ για την κατάσταση της αγοράς. Μείωση τζίρου, ανεργία, λουκέτα… Τρίτο θέμα. Οι εξελίξεις στα ελληνοτουρκικά. Εξοπλισμοί, στόλος, διπλωματικές επαφές… Τέταρτο θέμα. Το χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Μειωμένη κίνηση, όχι γαλοπούλα φέτος, απόγνωση εμπόρων. Δηλώσεις πολιτών. Μιζέρια, γκρίνια, νεύρα. Το επόμενο θέμα δεν το είδε. Βαρέθηκε. Έκλεισε την τηλεόραση. Την είχε δέκα χρόνια τώρα. Αν έβλεπε και το επόμενο θέμα θα άκουγε για το ηλεκτρονικό εμπόριο. Αύξηση, πακέτα, διανομή, click away…

Η πόρτα άνοιξε. Φιλί στα πεταχτά. Πώς ήταν η μέρα σου; Τι ώρα θα πάμε αύριο στους γονείς σου; Δεν πεινάς; Όχι, τσίμπησα στο γραφείο… Λίγο πριν πέσουν για ύπνο ξεπήδησε σκέψη αβασάνιστη. Λέω να αγοράσουμε καινούργια τηλεόραση. Τη βαρέθηκα αυτή. Ακούστηκαν λόγια που συμφωνούσαν. Ναι, αγάπη μου. Το αναπάντεχο στο τέλος: Υπάρχουν άνθρωποι πιο ευτυχισμένοι από εμάς; Από την κορυφή του ουρανοξύστη κάποιος βουτούσε στο κενό με ένα μεγάλο χαμόγελο στα χείλη.

NEWS FEED