ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Θα έχουμε πάντα το Μανχάταν! (vid & pics)

Θα έχουμε πάντα το Μανχάταν! (vid & pics)

Η cine... γωνιά του Weekend γράφει για τη ρομαντική κωμωδία του Γούντι Άλεν που μας έβαλε στον κόσμο του και μας έκανε να δούμε με τα “μάτια” της καρδιάς, να γελάσουμε με τις αδυναμίες μας. Ίσως η καλύτερη ταινία τους ευφυούς δημιουργού.

Ο Γκράουτσο Μαρξ σημείο εκκίνησης της ταινίας που παρουσιάζουμε. Ο διάσημος κωμικός έχει πει (μεταξύ άλλων) “δεν μπορώ να ανήκω σε μια λέσχη που καταδέχεται να έχει μέλος κάποιον σαν εμένα”. Για τον Γούντι Άλεν είναι φράση οδηγός και θα ήταν κοινωνικά αποκλεισμένος αν δεν υπήρχε η Νέα Υόρκη και το Μανχάταν.

Εκεί που συμβαίνουν όλα, κυρίως καταστροφές, εκεί που τύποι σαν τον Γούντι Άλεν είναι απαραίτητοι για να θυμίζουν στους κατοίκους όλα όσα δεν θέλουν να θυμούνται, να βλέπουν, να παραδέχονται. Μετά τον Μαρξ, η τζαζ. Η τζαζ του Τζορτζ Γκέρσουϊν. Η μόνη καθαρή γλώσσα που εξηγεί και παρουσιάζει τις εσωτερικές αναταραχές των ανθρώπων του Μανχάταν.

Ακολουθεί ο Μπέργκμαν, ο σουηδός σκηνοθέτης που επηρέασε σημαντικά τον Γούντι Άλεν και το δημιουργικό του πνεύμα πλανάται στις ταινίες του. Η εβραϊκότητα και ο Θεός οι επόμενοι σταθμοί και στο τέλος η γέφυρα του Μπρούκλιν... Η γέφυρα που ενώνει και χωρίζει την ίδια στιγμή και αυτή την αδιάκοπη κίνηση κοιτούν καθισμένοι στο παγκάκι οι εν δυνάμει ερωτευμένοι.

Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο ο ευφυής καλλιτέχνης για να φτιάξει μία από τις καλύτερες ρομαντικές κωμωδίες όλων των εποχών. Και ξέρετε, το είδος δεν προσφέρεται για μεγαλεία. Συνήθως, πρόκειται για γλυκανάλατα φιλμ, τόσο ζαχαρωμένα και ανόητα χαρούμενα, που καταντούν αδιάφορα, βιομηχανοποιημένα προϊόντα. Το “Μανχάταν” είναι η 85η ταινία που σας παρουσιάζει το G-Weekend Journal.

Αιτίες και όχι αφορμές

Ο Γούντι Άλεν αποκαλύπτεται γιατί πολύ απλά μας παρουσιάζει την πόλη που αγαπά όσο τίποτα. Και επειδή η αγάπη είναι ανθεκτική, παρά τη φθορά του χρόνου, της ταιριάζει το ασπρόμαυρο και η εξομολόγηση του σκηνοθέτη-δημιουργού. Το δηλώνει στο ξεκίνημα της ταινίας υπό την μορφή περιγραφής του πρώτου κεφαλαίου βιβλίου για τη Νέα Υόρκη. Ψάχνει τον τρόπο που θα μας μιλήσει γι' αυτήν, αλλά αυτό που έχει σημασία είναι να μας μιλήσει, έτσι απλά. Και όταν βρίσκεις το θάρρος να μιλήσεις για το “σπίτι” σου, μπορείς να μιλήσεις για τα πάντα. Όπως και στον “Νευρικό Εραστή” (1977) έτσι και δω τίθενται τα θεμελιώδη της ανθρώπινης ύπαρξης και των κοινωνικών συναναστροφών: αγάπη, έρωτας, φιλία, επαγγελματική έκφραση. Οι ήρωες του Άλεν δοκιμάζονται για να καταλάβουν πώς λειτουργεί ο συναισθηματικός τους κόσμος και είναι η γλυκιά μελαγχολία και η χαμένη (;) αθωότητα που δίνουν τον τόνο και κάνουν την ταινία να ξεχωρίζει. Γι' αυτό δεν έχουμε να κάνουμε με άλλη μία ρομαντική κομεντί. Τα πυρηνικά ζητήματα δεν υποβιβάζονται σε φτηνές αφορμές για να βρεθεί το αστείο και η κωμική κατάσταση. Είναι αιτίες που οδηγούν τη σκέψη των χαρακτήρων, τους προβληματίζουν, τους τοποθετούν απέναντι στον εαυτό τους αναγκάζοντας τους να βρουν την απάντηση στο “γιατί αγαπώ;”, “γιατί δεν μπορώ να αγαπήσω”, “γιατί δεν καταλαβαίνω τον έρωτα”... Οι απαντήσεις του Γούντι Άλεν περνάνε μέσα από το λεπτό χιούμορ που κόβει όμως σαν ατσάλινη λεπίδα και τα συναισθήματα που “τρέχουν” είναι αληθινά.

Ο άχρηστος ανθρώπινος εγκέφαλος

Ο Άιζακ, 42 ετών, δύο φορές διαζευγμένος, πατέρας ενός αγοριού, συγγραφέας κωμικών ιστοριών για την τηλεόραση, διατηρεί σχέση με 17χρονη. Ο φίλος του Γέηλ, παντρεμένος, βλέπει άλλη γυναίκα και είναι ερωτευμένος μαζί της. Όταν ο Άιζακ γνωρίζει τη Μέρι, την ερωμένη του Γέηλ, τα πάντα μπερδεύονται και ξεκινά ένα γαϊτανάκι που στο τέλος τον αφήνει στο σημείο που ξεκίνησε, την 17χρονη μαθήτρια!

Προφανώς και το μπέρδεμα εξυπηρετεί την πρόθεση του Άλεν να προσπαθήσει να ανακαλύψει πώς λειτουργούν και επιδρούν στον ανθρώπινος ψυχισμό οι αρχέγονες καταστάσεις. Ο πρωταγωνιστής, ο Άιζακ, δεν γνωρίζει τι είναι ο έρωτας και η αγάπη και γι' αυτό πάει με θάρρος και χιούμορ να βρει τις όποιες απαντήσεις. Μέσα από μικρές και μεγάλες συζητήσεις, ανταλλαγή επιχειρημάτων, απόψεων, εκτίθεται η ανθρώπινη γύμνια και αδυναμία απέναντι στο αδιέξοδο των ανθρώπινων σχέσεων. Όλοι βρίσκονται σε κατάσταση διαρκούς ανησυχίας και αγωνίας. Οι ακαδημαϊκές γνώσεις, όσες κι αν είναι, δεν βοηθούν και δεν είναι ο εγκέφαλος που θα δώσει την όποια λύση, αλλά η καρδιά και η εμπιστοσύνη στους ανθρώπους. Δεν είναι τυχαίο ότι η ταινία τελειώνει με τον Άιζακ να ξαναβρίσκει τη 18χρονη πλέον κοπέλα και να της ζητά να μη φύγει για Λονδίνο. Αυτή, η μικρή, “ανώριμη” κοπέλα τον συμβουλεύει να “έχεις λίγο περισσότερη πίστη στους ανθρώπους”.

Φινάλε με (Γκράουτσο) Μαρξ

Δεν ξέρω αν το “Μανχάταν” είναι η καλύτερη ταινία του Γούντι Άλεν, σίγουρα όμως είναι πιο ειλικρινής, αυτή που το “γουντιαλενικό” χιούμορ υποχωρεί για να ισορροπήσει με τη ρομαντική διάθεση. Σκηνοθετικά ναι, είναι η καλύτερη του, διότι τοποθετεί την κάμερα με τέτοιο τρόπο που τα πλάνα δεν αποκτούν μόνο το απαραίτητο βάθος, αλλά βάζουν τον θεατή διπλά στους κινηματογραφικούς χαρακτήρες. Η σκηνή που ο Άιζακ και η Μέρι κάθονται στο παγκάκι απέναντι από τη γέφυρα του Μπρούκλιν, λίγο πριν ξημερώσει, είναι συγκλονιστική και ανήκει, πια, στην ανθολογία των κορυφαίων του σινεμά. Το σενάριο αψεγάδιαστο, η φωτογραφία του Γκόρντον Ουίλις ακαταμάχητη και η μουσική του Τζορτζ Γκέρσουϊν αξεπέραστη. Με το “Μανχάταν” ο Γούντι Άλεν έδειξε ότι ο ρομαντισμός είναι απαραίτητο, αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας. Όπως και οι χαρακτήρες που ερμήνευσαν, πέρα από τον Γούντι Άλεν, οι Νταϊάν Κίτον, Μάικλ Μέρφι, Μάριελ Χέμινγκγουεϊ, Μέριλ Στριπ. Και επειδή με Γκράουτσο Μαρξ ξεκινήσαμε, με Γκράουτσο Μαρξ θα τελειώσουμε: “Ο άντρας δεν ελέγχει τη μοίρα του. Οι γυναίκες της ζωής του το κάνουν αυτό για λογαριασμό του”.

Επόμενα Άρθρα

Να πας να ψηφίσεις! Η ξαπλώστρα μπορεί να περιμένει...

Να πας να ψηφίσεις! Η ξαπλώστρα μπορεί να περιμένει...

Μια. Δυο. Τρεις. Τέσσερις. Τόσες είναι οι κάλπες της Κυριακής που περιμένουν την ψήφο μας και ο Μιχάλης Τσαμπάς γράφει στο G-Weekend Journal για την σημασία της παρουσίας πίσω από...

Τελικά, ήταν τόσο καλό το Game of Thrones; (poll)

Τελικά, ήταν τόσο καλό το Game of Thrones; (poll)

Ο Βασίλης Τσίγκας... πενθεί για το τέλος του «Game of Thrones» και προσπαθεί να κάνει τον απολογισμό των τελευταίων οκτώ ετών: Ήταν τελικά, τόσο καλό το GoT;