+slo-gun

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Με κοντοπαντέλονο, μπάλα και ...σκαρπίνι!

ΡΕΤΡΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Με κοντοπαντέλονο, μπάλα και ...σκαρπίνι!

Με κοντοπαντέλονο, μπάλα και ...σκαρπίνι!

Πώς ήταν η ζωή των πιτσιρικάδων πριν τα «5Χ5»; Πού έπαιζαν μπάλα και ποιος έκανε τον ...Ταρζάν; Οι «ρετρό ιστορίες» του Μίλτου είναι εδώ για να δώσουν τις απαντήσεις...

Η «ρετρό ιστορία» αυτής της Τρίτης μου έφερε στο μυαλό με νοσταλγία εκείνο το τραγούδι του Γιώργου Κοινούση, τους «Πιτσιρίκους», από το μακρινό 1974. Πιτσιρίκια κι εμείς, παίζαμε μπάλα στο πλακόστρωτο της πλατείας, έξω από την εκκλησία, με ένα χιλιομανταρισμένο τόπι που όλο σκιζόταν κι όλο μας το έραβε ο Μαστρομανέλος, με μια σακοράφα κι ένα χοντρό σπάγκο που είχε στο γκαράζι για να ράβει την κοιλιά του αρνιού το Πάσχα. «Σας έβαλα από τον καλό το σπάγκο. Αθάνατο πράμα. Για να μην ξανάρχεστε κάθε τρεις και λίγο να σας τη ράβω...». Ξαναπηγαίναμε... Κάθε τρεις και λίγο, κάθε δύο και λίγο, κάθε λίγο και λιγάκι. Όλο σκιζόταν, όλα τη χειρουργούσε ο Μαστρομανέλος κι όλο παίρναμε μέτρα για τη σωτηρία της, σαν αυτά που παίρνει κάθε τόσο η Πολιτεία για τη βία. Στην αρχή απαγορεύσαμε το παιχνίδι με σκαρπίνια. Μετά απαγορεύσαμε τα σουτ με το μίτο του παπουτσιού. Μετά απαγορεύσαμε τα δυνατά σουτ. Στο τέλος θα απαγορεύαμε και το άγγιγμα της μπάλας, αλλά έδωσε τη λύση ο Πέτρος της Κουφής, μετά από ένα ...ατύχημα. Το ατύχημα το κρατάω για άλλη ρετρό ιστορία. Το αποτέλεσμά του ήταν να μας αγοράσει ο Πέτρος μια καινούργια μπάλα, τσίλικη. Όλο κουφά έκανε ο Πέτρος της Κουφής...

Αυτή η μπάλα, η καινούργια, είχε καταλήξει μετά από ένα δυνατό σουτ του Φώτη (με το μίτο και με σκαρπίνι), πάνω σ΄ έναν μεγάλο πεύκο. Πάντα ήταν πρόβλημα αυτό. Κανείς δεν ήθελε να ανέβει στον πεύκο να την κατεβάσει. Ο Πέτρος ο Αρμένης έλεγε «δεν ανεβαίνω γιατί ζαλίζομαι». Εγώ δεν ανέβαινα γιατί ήμουν -και είμαι- αλλεργικός στις κάμπιες (αλήθεια, δυο φορές έχω φτάσει στο παρατσάκ στο νοσοκομείο με αλλεργικό σοκ). Ο Δεμπασκαλάς δεν ανέβαινε γιατί είχε το απόλυτο επιχείρημα όταν του ζητούσαμε να σκαρφαλώσει: «Δεν πας καλά». Ο Φώτης, παρότι αυτός έκανε συνήθως την πατάτα σουτάροντας με όλη του τη δύναμη με τα σκαρπίνια (πάντα ντυμένος γαμπρός!), απαντούσε με ερώτηση όταν όλοι του δείχναμε τον πεύκο για να διορθώσει τη γκάφα του: «Και τι είμαι εγώ να κάνω πάλι τον Ταρζάν;». Δεν τον είχε κάνει ποτέ, αλλά με τη χρήση του «πάλι» δημιουργούσε αμφιβολίες μέσα στα παιδικά μυαλά: «Ρε, μπας κι ανέβηκε και δεν ήμουν εγώ εδώ;».

Δεν ανέβηκε...

Τελικά, τον Ταρζάν τον έκανε παραδοσιακά ο Βαγγέλης ο Πατούσας, λες κι η πλατυποδία του τον βοηθούσε στο σκαρφάλωμα. Του κάναμε σκαλοπάτι με τα χέρια κι ανέβαινε πολλές φορές ως την κορυφή του πεύκου για να πιάσει το αντικείμενο του πόθου μας, την ώρα που εμείς από κάτω κάναμε το σταυρό μας να τον βοηθήσει ο Θεός μην πέσει και τσακιστεί, γιατί και πλατυπόδης και σπαζοπόδης πήγαινε πολύ. Χρόνια μετά, όταν πήρε την αναθεματισμένη την ντοματοσικλέτα, πάλι κάναμε το σταυρό μας, αλλά κανένας θεός δεν τον φύλαξε σ΄ εκείνο το σταυροδρόμι. Έκτοτε σταμάτησα να κάνω το σταυρό μου...

Εκείνη τη φορά, ο Πατούσας ήταν πάνω στο δέντρο, εμείς κάναμε το σταυρό μας και ξαφνικά είδαμε τη Δωροθέα τη Ζαβή να σταυροκοπιέται κι αυτή βγαίνοντας από την εκκλησία. Δεν πιστεύαμε στα μάτια μας. «Ρε σεις, αυτή δεν λέει συνέχεια κακό χρόνο να ΄χουμε και ΄στραπή να μας χτυπήσει με την καταραμένη την μπάλα; Τώρα σταυροκοπιέται για τον Πατούσα;», αναρωτήθηκε ο Φώτης. «Δεν πας καλά», του είπε ο Δεμπασκαλάς. Δεν πήγαινε... Δεν σταυροκοπιόταν για τον Πατούσα, αλλά για τον καντηλανάφτη, τον κυρ-Νίκο τον Κολλαμία. Τον κυρ-Νίκο τον λέγαμε Κολλαμία, επειδή όπου μας έβλεπε, άπλωνε την παλάμη και έλεγε «κόλλα μία» και μετά μας έπιανε το χέρι και το έσφιγγε μέχρι να βγάλει γάλα κι όταν τον βλέπαμε, όπου φύγει – φύγει. «Ούι, τι έπαθε ο μαύρος ο Κολιός*. Έλεγε ο παπα-Νίκος το Ευαγγέλιο και του πήγε το στόμα στ΄ αφτί», είπε η Ζαβή, ακριβώς τη στιγμή που το ...ασθενοφόρο της γειτονιάς, το «υπεργολαβικόν» φορτηγάκι του Πέτρου της Κουφής, πάρκαρε έξω από τα σκαλοπάτια του ναού για να φορτώσει τον Κολλαμία να τον πάει στο νοσοκομείο, μπας και του φέρουν το στόμα στη θέση του ή το αφτί στη θέση του. Αν είχε πάει πουθενά αλλού το χέρι του, δεν θα μας ένοιαζε και πολύ, αλλά το στόμα και το αφτί του έγιναν το θέμα της ημέρας. (*Κολιός, εκ του Νικολιός).

«Δηλαδή τώρα άμα τρώει παγωτό, θα παθαίνει ωτίτιδα;», αναρωτήθηκε ο Φώτης. «Δεν πας καλά», είπε ξεκάθαρα ο Δεμπασκαλάς. Οι υπόλοιποι δεν μιλήσαμε, έστω κι αν φανταζόμασταν τον Τερζόφ τον οδοντογιατρό να βυθίζει τον τροχό μέσα στο αφτί του Κολλαμία, σαν σε σκηνή από τον σχιζοφρενή δολοφόνο με το πριόνι (την κλασική ταινία του 1974 και όχι το τραγούδι από την εκπομπή της Πάνια). Εκείνο που δεν φανταζόμασταν εκείνη τη στιγμή ήταν ο Πατούσας. Τον είχαμε ξεχάσει πάνω στον πεύκο...

Την επομένη μάθαμε -εννοείται από τη Δωροθέα τη Ζαβή- πως ο Κολλαμίας είχε πάθει «αποσυφόρεση». Ο Πέτρος της Κουφής, που είχε πάει τον Κολλαμία στο νοσοκομείο και είχε πληροφορίες από πρώτο χέρι, προσπαθούσε να τη διορθώσει: «Εγκεφαλικό, θεια». Τίποτα η Δωροθέα: «Αποσυφόρεση, ξέρω εγώ. Ρώτα και τον Μαστρομανέλο»! Ο Πέτρος δεν τον ρώτησε, γιατί ήξερε. Ο Μαστρομανέλος, όμως, ήξερε καλύτερα: «Συμφόρηση. Είπα». Όταν ο Μαστρομανέλος έλεγε «είπα», τέλειωνε η κουβέντα κι άρχιζε το κρασί. «Ε, άμα είπες είπα...», του απάνταγε ο Πέτρος και παράγγελναν τα πρώτα στον Μπάφα τον καφετζή.

Ο Κολλαμίας επανεμφανίστηκε στη γειτονιά και στην εκκλησία μετά από περίπου ένα μήνα. Η Δωροθέα η Ζαβή είχε δίκιο. Το αφτί και το στόμα του έκαναν παρέα. Εκτός κι αν απλώς μας χαμογελούσε μονόμπαντα. Πάντως, να πει «κόλλα μία», δεν μπορούσε. Τα μπέρδευε. Κι αν δεν τα μπέρδευε, πάλι δεν θα μπορούσε να κολλήσει μία. Το χέρι του δεν τον άκουγε... «Ρε παιδιά, δεν βάζετε ένα χεράκι να κατέβω κι εγώ;», ακούστηκε η φωνή του ...Ταρζάν από το δέντρο. Όχι, δεν τον είχαμε ξεχάσει εκεί ένα μήνα τον Πατούσα.

Ο Φώτης είχε δοκιμάσει τα καινούργια του σκαρπίνια...

Μέχρι να σταματήσει ο Φώτης να φοράει σκαρπίνια και να κυκλοφορεί σαν γαμπρός, εγώ, ο Μίλτος, να ΄μαι καλά...

Υ.Γ. Το τραγούδι είναι σχετικά ...άσχετο με το θέμα, αλλά με βοήθησε στον τίτλο. Του ...φόρεσα «σκαρπίνι», αντικαθιστώντας το παλιό παιδικό παιχνίδι ονόματι «ξυλίκι». Ε, ρε κάτι «μπαμπούνες» στο κεφάλι...

Υ.Γ.2: Για ό,τι άλλο επιθυμείτε, θα τα λέμε στην ιστιοσανίδα μου στο φέισμπουκ.