Το αριστούργημα του Ουίλιαμ Μπάροουζ -λάφυρο από εφιάλτη- εξακολουθεί να ταράζει και να προκαλεί. Διαχρονικό, τολμηρό, παρανοϊκό! Ας "βουτήξουμε" στον κόσμο του...

Η ζέστη να τρέμει στο οδόστρωμα, να χύνεται στις πτυχώσεις της ασφάλτου και στα ρείθρα να λιμνάζει. Την ώρα που σουρουπώνει το χαλκοκίτρινο χρώμα ορθώνει ανάστημα μπρος στο μαύρο που έρχεται αμείλικτο και κυνικό. Άνιση μάχη και όταν το μαύρο χέρι πέφτει με ορμή κάνει το τελευταίο χρώμα της ζωής χίλια κομμάτια. Ψεύτικη βροχή ξεσπά και αναρίθμητα αστέρια δίχως φως πέφτουν στη γη. Τώρα ο δρόμος ορθώνεται και γίνεται βουνό απροσδιορίστου χρώματος. Τα μαύρα αστέρια ξεχωρίζουν στην κορυφή. Από κάτω το χάος σοκάρει με τη χυδαιότητα και την ασχήμια του. Βελόνες, σακουλάκια, σκόνες, σκόρπια φύλλα, γραμμάρια και κιλά, λευκές νύχτες, κόκκινα δάκρυα, μαύρες τρύπες και λακκούβες γεμάτες αίμα, το ουράνιο τόξο καρφωμένο, χαλασμένη φωτεινή επιγραφή, «φτύνει» τα χρώματα του, καθρεφτάκια σπασμένα, καθρέφτες ραγισμένοι, τσόχινα καπέλα διάσπαρτα και γεμάτα περίστροφα. Τα έντομα, οι μύγες, θρέφονται από την ασταμάτητη ροή λυμάτων, κραυγάζουν και στην αποπνικτική ατμόσφαιρα μαύρες μάσκες του θανάτου και της απόδρασης πετάγονται από μικρούς κρατήρες. Το βουνό από το πλάι δεν έχει διαφορά. Το υγρό, ωχρό χρώμα στο ρείθρο αναδεύεται και με μανία προσπαθεί να βρει δίοδο στα μικροσκοπικά αυλάκια του δρόμου. Ψάχνει την ένωση με το εξωπραγματικό (;) εφιαλτικό σκηνικό, με τη νοσηρή επιθυμία που πάλλεται. Τότε ακούγεται το "χρατς-χρουτς", αυτό το γνώριμο όταν στρίβεις για να ρίξεις τον καπνό στο τσιγαρόχαρτο. Ψηλόλιγνος, διοπτροφόρος, κύριος τραβάει μια γερή τζούρα, εκπνέει και το φούξια σύννεφο διαλύει και την παραμικρή ψευδαίσθηση. Καλώς ήρθατε στον κόσμο του "Γυμνού γεύματος".

Στην άκρη του πιρουνιού

Το “Γυμνό γεύμα” του Ουίλιαμ Μπάροουζ που ακόμη και σήμερα λάμπει και θάλλει δίνοντας μας τα μαύρα ρόδα του… Πότε το μαύρο δεν ήταν τόσο στιλπνό και τόσο αποκαλυπτικό! Το έργο του Μπάροουζ -και ειδικά το “Γυμνό γεύμα”- είναι η άλλη όψη του ανθρώπου. Αυτή που ίσως δικαιώνει το “Tabula rasa”. Ο Μπάροουζ με αυτό το έργο έδειξε ότι υπάρχει ένας κόσμος που δεν τον ξέρουμε, δεν μπορούμε να τον αγγίξουμε δίχως την απόδραση που προσφέρουν οι χημικές ουσίες κι αν εισέλθουμε σε αυτόν σίγουρα όλα γίνονται από την αρχή και το μηδέν είναι η μοναδική σταθερά. Ο ίδιος είχε ορίσει το εν λόγω ως “την παγωμένη στιγμή που όλοι βλέπουν τι υπάρχει στην άκρη του πιρουνιού”. Εκεί, στην άκρη τελειώνουν και αρχίζουν όλα και όταν ξεκινήσουν πορεύεσαι στο άγνωστο, στο παραισθησιακό, το ψυχεδελικό. Η απόκτηση γνώσης δεν έχει προκαθορισμένη και ασφαλή οδό και η εμπειρία είναι κάτι που γρήγορα χάνεται σε ένα απροσδιόριστο και σχεδόν δυστοπικό τοπίο. Για τον Μπάροουζ όμως η δυστοπία είναι η ευτοπία χωρίς φως και υποκρισία και εκεί ήθελε να κινείται. Το “Γυμνό γεύμα” είναι ό,τι καλύτερο έγραψε, ό,τι καλύτερο γράφτηκε στην λογοτεχνία των “μπητ”. Το περιοδικό “Newsweek” είχε γράψει ότι το βιβλίο κατείχε μια “παράξενη ιδιοφυΐα”, πως ήταν αριστούργημα, αλλά “ένα παρανοϊκό και αναρχικό αριστούργημα που κάθε απόπειρα να του δοθεί κοινωνικός σκοπός, αξία, απλά το μειώνει”. Το “Γυμνό γεύμα” ορθώς προσδιορίστηκε ως “λάφυρο από εφιάλτη” και μόνο ο Μπάροουζ ξέρει πώς είναι οι δρόμοι του εφιάλτη, πώς χαρτογραφείται αυτός ο “αόρατος άνθρωπος”! Ακόμη και σήμερα η ενασχόληση με αυτό το ανένταχτο βιβλίο είναι πρόκληση που δοκιμάζει τα όρια μας.

απόκοσμο ταξίδι

Παλίμψηστο χυδαιότητας

Ο Ουίλιαμ Μπάροουζ ανήκει σε αυτούς -τους λίγους- που τόλμησαν να κοιτάξουν την κόλαση και να περιγράψουν αυτό που είδαν! Σε αυτό το απόκοσμο ταξίδι η χαρτογράφηση ανήκει στον Άντονι Μπέρτζες και στην παρουσίαση-κριτική που έκανε για το βιβλίο στον “Guardian” τον Νοέμβριο του 1964. (οι εμφάσεις δικές μας)

«Είναι εντυπωσιακό πόσο λίγα χρειάζονται για να σβήσεις τη δίψα των πορνογραφικών κυνηγόσκυλων, των κρυφολάγνων και των προστατών της δημόσιας ηθικής. Ο τίτλος του βιβλίου θα τους οδηγήσει στην αναμονή για παράνομη αγάπη, για ασέβεια σαν κι αυτή του Λαοκόοντα. Θα απογοητευθούν όμως. Αυτό που θα βρουν είναι ένα παλίμψηστο χυδαιότητας, τόσο εμετικό που καμία ηθικολόγια δεν θα μπορεί να δικαιολογήσει. Μόλυνση και διαφθορά, αυτό θα βρουν. […] Εδώ έχουμε εικόνα από την κόλαση και η κόλαση δεν καταστρέφει. Η αισχρότητα δεν είναι σύλληψη του Μπάροουζ, απλά υπάρχει στον κόσμο. Καθόμαστε χαμογελαστοί μπροστά σ’ ένα φρικτό γεύμα και ο Μπάροουζ ξαφνικά μας δείχνει ότι αυτό είναι κανιβαλιστικό. Το κρέας στην άκρη του πιρουνιού είναι τα εντόσθια και το αίμα των συνανθρώπων μας.! Το βιβλίο είναι μια αποκάλυψη που δεν θα ικανοποιήσει κανέναν και ίσως χαλάσει και την όρεξη ορισμένων. Πρέπει να γίνει όμως. Ο κ. Μπάροουζ προσχωρεί σ’ ένα μικρό σώμα συγγραφέων που είναι πρόθυμοι να κοιτάξουν την κόλαση και να μας πουν τι βλέπουν. Το σώμα είναι πολύ μικρό και ο Μπάροουζ μόνο με έναν μπορεί να συγκριθεί, τον Τζόναθαν Σουίφτ.

»Υποθέτω ότι υπάρχει μια αίσθηση πως το Modest Proposal του Σουίφτ θεωρείται ανήθικο ή είναι το τελικό βιβλίο των Ταξιδιών του Γκιούλιβερ. Μόνο όμως ένας διεφθαρμένος κόσμος θα ένιωθε αηδία με την άγρια αγανάκτηση (σ.σ φράση από τον επιτάφιο που έγραψε ο Σουίφτ για τον εαυτό του!). Για τον Σουίφτ σημείο εκκίνησης ήταν η οργή του τον κόσμο που θεωρούσε ότι οι διεφθαρμένοι είναι τρελοί. Η οπτική του Μπάροουζ είναι αυτή του ανθρώπου που έχει αποδράσει από την αγωνία της εξάρτησης και αντιμετωπίζει την κόλαση με την καθαρή ματιά του καλλιτέχνη που δεν ξεχνά. […] Ο Μπάροουζ αποδεικνύει ότι το δύσκολο θέμα του μπορεί να εκφραστεί μόνο μέσα από τη στατική διαμόρφωση της καλλιτεχνικής φαντασίας.

»Ο νατουραλισμός δεν αρκεί, ούτε ο ευφημισμός και η περίφραση. Υπάρχουν σημεία (στο βιβλίο) που θεωρούνται σουρεαλιστικά, μουσική φαντασία της βίας και συγγενεύουν με το έργο του Ουίσταν Ώντεν “The Orators”. Υπάρχουν φούγκες (πολύπλοκη μουσική φόρμα) που αντλούν το θέμα τους από τον καθημερινό συμβολισμό της οργής. Το σεξ και η απέκκριση εξελίσσονται σε διαστροφή και κοπροφαγία! Η δημιουργία νέων, απαίσιων κόσμων είναι απαραίτητη στην οπτική του Μπάροουζ όπως και σ’ αυτή του Δάντη. Στο “Γυμνό γεύμα” δεν μπορείς να μη θαυμάσεις την ικανότητα της τέχνης να μετατρέπει ένα τρομερό θέμα στο πρόσχημα για ένα είδος χαράς. (σαν τον “Βασιλιά Ληρ”)».

έχω κάποιες σημειώσεις σχετικά με την κοκαΐνη

“Ας προχωρήσουμε αυτό το μυθιστόρημα”

Το “Γυμνό γεύμα” εξελίχθηκε αργά και απρόβλεπτα σε μια περίοδο εννέα ταραγμένων ετών της ζωής του συγγραφέα. Το μυθιστόρημα δεν δημιουργήθηκε βάσει προκαθορισμένου σκελετού ή σχεδίου, αλλά συναθροίστηκε μέσα σε μια δεκαετία ταξιδιών και αναταραχών σε τέσσερις ηπείρους και αναθεωρήθηκε ξανά και ξανά, όχι μόνο από τον συγγραφέα αλλά και από τους στενούς του φίλους Άλεν Γκίνσμπεργκ και Τζακ Κέρουακ. Πέρασε από πολλά “μερικά” και “τελικά” προσχέδια, κυρίως στην Ταγγέρη του Μαρόκου, και πήρε την τελική του μορφή όταν ο Μωρίς Ζιροντιάς είπε στον Μπάροουζ τον Ιούνιο του 1959 ότι χρειαζόταν το τελικό κείμενο σε δύο εβδομάδες, προκειμένου να εκδοθεί από τον αγγλόφωνο εκδοτικό οίκο του στο Παρίσι, Olympia Press. […]

Για να κατανοήσουμε πώς γράφτηκε το “Γυμνό γεύμα” πρέπει να εξετάσουμε τη ζωή του συγγραφέα τη δεκαετία πριν από τη γέννηση του βιβλίου. Ο Μπάροουζ ξεκίνησε το πρώτο του σοβαρό βιβλίο, το “Junky”, την άνοιξη του 1950 στην Πόλη του Μεξικού. Ενώ το “Junk”, όπως λεγόταν τότε, δεν είχε ακόμα ουσιαστικά τελειώσει, ξεκίνησε να δουλεύει το επόμενο βιβλίο του, το “Αδερφή”, κατά το διάστημα 1950-1952. Αφήνοντας το “Αδερφή” μισοτελειωμένο, έκανε εξάμηνο ταξίδι στη Νότια Αμερική μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου 1953 γράφοντας διαρκώς γράμματα στον Γκίνσμπεργκ. Τα προσδιόριζε ως υλικό για το επόμενο βιβλίο του, το “Γιαχέ”.

Το καλοκαίρι του 1953 το πρώτο του βιβλίο, το “Junkie”, εκδόθηκε από ένα οίκο χαρτόδετων βιβλίων της Νέας Υόρκης και το φθινόπωρο ξεκίνησε να συνεργάζεται με τον Γκίνσμπεργκ στη Νέα Υόρκη με στόχο την επεξεργασία της νοτιοαμερικάνικης αλληλογραφίας τους. Το ειδύλλιο με τον Γκίνσμπεργκ δεν υλοποιήθηκε και τον Δεκέμβριο απέπλευσε με προορισμό τη Μεσόγειο. Ύστερα από σύντομη επίσκεψη στη Ρώμη εγκαταστάθηκε στην Ταγγέρη. Έγραφε συχνά από εκεί στον Γκίνσμπεργκ, ο οποίος τον ενθάρρυνε και ενεργούσε ως εξ αποστάσεως επιμελητής και εκπρόσωπος του. Εκμεταλλευόμενος τα κίνητρα που του πρόσφεραν το ενδιαφέρον και η προσοχή του Γκίνσμπεργκ, έδωσε έμφαση στο κοινό λογοτεχνικό τους έργο και διοχέτευσε το καλύτερο υλικό του στα γράμματα του. Όπως έγραψε στις 24 Ιουνίου 1954 “Ας προχωρήσουμε αυτό το μυθιστόρημα. Ίσως το πραγματικό μυθιστόρημα να είναι τα γράμματα μου προς εσένα”. […] Στις 13 Δεκεμβρίου 1954 αναφέρει τον τίτλο του μυθιστορήματος σε ένα γράμμα προς τον Γκίνσμπεργκ, μάλλον πρώτη φορά: “Εάν υπάρχει περίπτωση να εκδοθεί το Γυμνό γεύμα, έχω κάποιες σημειώσεις σχετικά με την κοκαΐνη που αποτελούν τμήμα του αλλά ανήκουν στο κεφάλαιο του Junk”.

Δεν κατηγοριοποιείται

Πλησιάζοντας το συναισθηματικό μηδέν

Το λαχταριστό μα και σχεδόν εχθρικό βιβλίο του Μπάροουζ δεν κατηγοριοποιείται. Ο προσδιορισμός “εχθρικό” αφορά και το περιεχόμενο και το ύφος και τα φραστικά μέσα! Άξονας του η άγρια περιπέτεια του ναρκομανή Ουίλιαμ Λι, που δραπετεύει από τη Νέα Υόρκη και καταλήγει στην Ταγγέρη, στην κολασμένη Διαζώνη των παραισθήσεων, των ουσιών και του ομοφυλόφιλου, οργιώδους σεξ. Μια τολμηρή κατάβαση στη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης, ασκώντας δι’ αυτής σκληρή κριτική στη δυτική και κυρίως την αμερικανική κουλτούρα του μεταφυσικού συντηρητισμού, της βίας, του σεξισμού, της πολιτικής διαφθοράς. Πρόκειται για το ακροτελεύτιο σύνορο της πιο νοσηρής φαντασίας στην οποία υπάρχουν η “αυτοβιογραφία”, το “μυθιστόρημα”, η “μαρτυρία”, το “δοκίμιο”, η “μελέτη”. Το “Γυμνό γεύμα” έρχεται από το μέλλον και ο ρυθμός του είναι καταιγιστικός… Ίσως γι’ αυτό ο ίδιος έχει γράψει λίγα χρόνια πριν τον θάνατο του ότι “όταν λέω πως δεν θυμάμαι να γράφω το Γυμνό γεύμα, είναι φυσικά υπερβολή και πρέπει να σημειωθεί ότι η μνήμη έχει διάφορες ιδιότητες. Η πρέζα είναι σαν τα παυσίπονα, παύει ταυτόχρονα και τον πόνο και την ηδονή που είναι συνυφασμένη με τη συνειδητότητα. Ενώ η “πραγματική” μνήμη ενός εξαρτημένου μπορεί να είναι αρκετά ακριβής και εκτενής, η συναισθηματική μνήμη μπορεί να έχει κενά και, στην περίπτωση της σοβαρής εξάρτησης, να πλησιάσει το συναισθηματικό μηδέν”.

Πηγές

- “Γυμνό γεύμα. Το αποκατεστημένο κείμενο”, Ουίλιαμ Μπάροουζ [Εκδόσεις Τόπος, γ’ έκδοση]

-“The Naked Lunch by William Burroughs demand to be read” [The Guardian]

-“William S. Burroughs, the Beat writer who distilled his raw nightmare life, dies at 83” [nytimes]