Σαν σήμερα πριν 48 χρόνια αφήνει την τελευταία της πνοή η μεγαλύτερη στιχουργός του ελληνικού τραγουδιού. Η γυναίκα που τα είπε και τα έγραψε όλα, δεν χαρίστηκε σε κανέναν, ούτε στον Χρόνο και τον θάνατο!

Διαβάζεις τον στίχο “αχ βρε κόσμε γυάλινε” και απαντάς “κάποιος είδε τη ζωή μου όλη!”. Το μυαλό πάει σε άνδρα, αλλά όχι, πρόκειται για γυναίκα. Το φύλο έχει σημασία, γιατί ο άνδρας νιώθει το γυαλί, αλλά η γυναίκα το βλέπει και το καταλαβαίνει, άρα μπορεί να εξηγήσει τη θέση του στο σώμα του κόσμου και να δώσει λύση στο εύθραυστο της ζωής. Γιατί, τι είναι η ζωή; Εύθραυστο γυαλί με άθραυστους ανθρώπους! Ο άνθρωπος όμως βλέπει μπροστά και ξεχνά τι έχει διαμορφώσει τη ματιά του. Στην Ελλάδα είναι η φωτιά, η ξενιτιά, η απώλεια, το παρελθόν και η υπέρβαση που σου τα παίρνει όλα. Το μόνο που μένει είναι η ανάγκη, η ικανότητα επιβίωσης και εκεί ανοίγονται δύο δρόμοι: της υποκρισίας και του πόνου. Αμφότεροι ενώνονται στο γυαλί. Ο πρώτος γιατί καταλήγει στο μεγάλο ψέμα και ο δεύτερος γιατί αφήνει τα σώματα και τις ψυχές γυμνά και όποιος αντέξει. Η αντοχή όμως συνοδεύεται από το μακρόσυρτο “αχ!” και την απελευθέρωση των καημών και των βιωμάτων. Κι αν ο κόσμος είναι γυάλινος και μπαίνει φως, αυτό δεν πιάνεται, δεν μένει πάνω μας. Γι’ αυτό “θα σου δώσω μια να σπάσεις” και ό,τι είναι να γίνει ας γίνει. Η γυναίκα που μας τα είπε όλα, τα εξήγησε όλα, είχε όνομα: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.

Πάνω στην Ευτυχία θα ακουμπήσεις

Αν ψάξεις, αν ακούσεις, αν διαβάσεις, αλλά κυρίως αν τραγουδήσεις, πάνω στην Ευτυχία θα ακουμπήσεις. Κι αν αδιαφορήσεις, αν προσπεράσεις το όνομα και την αφήσεις, η καρδιά θα ψιθυρίσει: την ευτυχία να κρατήσεις. Η Ευτυχία γράφει, γράφει, γράφει και αποκαλύπτει τα σκοτάδια της ζωής, βρίσκει τις ρωγμές στους ανθεκτικούς δρόμους και καταγράφει όσα χάνονται στα ρείθρα τους. Η Παπαγιαννοπούλου ανήκει στους δημιουργούς που το βίωμα δεν την προσπέρασε αλλά έγραψε μέσα της. Το μέσα βγήκε έξω και ο έλεγχος δεν χάθηκε γιατί η Παπαγιαννοπούλου διέθετε αντοχές απέναντι στην πίεση του βιώματος. Στην περίπτωση της το βίωμα ήταν αποτύπωμα, πυρωμένος πάγος που έλιωνε τη σάρκα. Το σχήμα της ζωής γεμάτο γωνίες, τραχύ, αιχμηρό και η Παπαγιαννοπούλου να μη φοβάται, να στέκεται απέναντι στον φόβο και τον πόνο και να αντιδρά. Να αντιδρά με τα πάθη, τα λάθη, τα λόγια της και να μη τη νοιάζει τίποτα. Η Παπαγιαννοπούλου δημιουργούσε την αλήθεια, διότι οι στίχοι της έφερναν στην επιφάνεια κρυμμένα συναισθήματα, “πνιγμένους” καημούς και καταστάσεις που φλέρταραν με το αδιέξοδο. Το αξιοθαύμαστο ήταν πως όταν απελευθέρωνε την αλήθεια (της) έφευγε μακριά και ό,τι ήταν να έρθει, να τη βρει, το υποδεχόταν σαν έτοιμη από καιρό. Η Παπαγιαννοπούλου ήξερε ότι η Τέχνη είναι πάνω απ’ όλους και πως ο δημιουργός είναι ένας απλός μεσολαβητής. Συνειδητοποιημένη, έντιμη, μεγαλόψυχη, υπήρξε η επιτομή του καλλιτέχνη και του γενναιόδωρου ανθρώπου. Μας έδωσε πάρα πολλά κι αυτός ο γλυκός, νοσταλγικός, διαχρονικός ψίθυρος, το αναγκαίο μουρμουρητό έγινε αναπόσπαστο στοιχείο της ζωής μας.

Εγραφε για τα μεγάλα και τα αληθινά

“Συνομιλούσε” με τον Χρόνο

Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου έχει συνεργαστεί... Τα τραγούδια της έχουν ερμηνεύσει οι.... Δεν χρειάζονται ονόματα. Μόνο μνήμη και λίγο κόπο για να θυμηθείς τα τραγούδια που σίγουρα κάποιο έχεις σιγοτραγουδήσει, σίγουρα με κάποιο έχεις διασκεδάσει, σίγουρα με κάποιο έχεις κλάψει, έχεις γελάσει, έχεις “ντύσει” τις καλύτερες σου στιγμές.

Την Ευτυχία, λοιπόν, την ήξερα όλοι. Όλοι οι μεγάλοι συνθέτες και τραγουδιστές της εποχής της, οι επιχειρηματίες και το κοινό. Τι την έκανε όμως τόσο ξεχωριστή στιχουργικά; Γιατί οι στίχοι, τα λόγια της, πέρασαν και έμειναν και δεν προσπέρασαν; Η Παπαγιαννοπούλου σου έδινε να καταλάβεις μέσα από τον στίχο ότι αυτό που έγραφε το έχει ζήσει. Κι αν δεν το είχε ζήσει, σίγουρα το καταλάβαινε και το σεβόταν. “Συνομιλούσε” με τον Χρόνο και τα πάθη, τις αλλαγές και τις διαταγές που εκείνος επέβαλλε, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Πώς, λοιπόν, να μη δουλέψει με όλους τους σημαντικούς συνθέτες; Η Παπαγιαννοπούλου έγραφε για τα μεγάλα και τα αληθινά και επειδή ήταν και ποιήτρια γνώριζε πώς πρέπει να ερμηνεύσει τον κόσμο και όλα όσα αυτός περιείχε. Γνώριζε πώς γίνεται ο απολογισμός ζωής και ψυχής. Όσον αφορά την τεχνική της, σήμα κατατεθέν υπήρξαν τα πεντάστιχα κουπλέ. Ο πρώτος στίχος ανομοιοκατάληκτος , ο δεύτερος ριμάρει με τον πέμπτο και ο τρίτος με τον τέταρτο. Μεγάλη σημασία έδινε στα ρεφρέν όπως και στο ερωτηματικό ύφος. Τέλος, η γλώσσα της συνδύαζε το λαϊκό με το λόγιο στοιχείο, ενώ στον τρόπο που έγραφε επηρεάστηκε και από το δημοτικό τραγούδι.

το τραγούδι κάνει τον τραγουδιστή

Ήταν υπεράνω

Η Ευτυχία Παπαγιαννόπουλου δεν θα είχε και την καλύτερη γνώμη για το εν λόγω άρθρο. Γιατί; Διότι “Αλίμονο στον άνθρωπο που ζει με αναμνήσεις. Είναι σωστός θάνατος, όταν θυμάσαι τις ευχάριστες μέρες που δεν θα ξανάρθουν”. Αυτό είχε απαντήσει στη δημοσιογράφο Μαργαρίτα Μανασίδου για το περιοδικό “Επίκαιρα” το 1970 σε συνέντευξη της. Η συνέντευξη αναδημοσιεύτηκε από την ιστοσελίδα “Lifo.gr” και τον Φώντα Τρούσα στις 22 Δεκεμβρίου.

Όπως πληροφορούμαστε από το κείμενο του κ. Τρούσα το κείμενο είχε κόνσεπτ. Η συντάκτρια του περιοδικού είχε ασχοληθεί με τον στίχο στο “λαϊκό τραγούδι” και στο ίδιο δισέλιδο είχε και συνέντευξη του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Η Παπαγιαννοπούλου αντιπροσώπευε την “παλαιά γενιά” ενώ ο Παπαδόπουλος τη “νέα” (ήταν 35 ετών τότε). Η Παπαγιαννοπούλου ήταν υπεράνω και πάντα έβρισκε τον δρόμο. Γι’ αυτό και όταν οι δισκογραφικές την πολεμούσαν έλεγε “Όλοι εμείς που ασχολούμαστε με το τραγούδι είμαστε δέσμιοι των εμπόρων. […] Είμαι 75 ετών και όχι 80 όπως πιστεύουν μερικοί, είμαι άρρωστη και ανήμπορη να τα βάλω μαζί τους, μα μονάχα τους λέω: το πνεύμα δεν φυλακίζεται, δεν δεσμεύεται! Έγραφε μέχρι τέλους και συμβούλευε τους νέους στιχουργούς “¨Όχι συμβόλαια με εταιρίες!”.

Το μπουζούκι ήταν πάντα πρώτο γι’ αυτή και έδινε συγχαρητήρια στον “Δήμο Μούτση που έβαλε το μπουζούκι και το τσίμπαλο στο αρχαίο θέατρο”. Έβλεπε όμως ότι εκείνη την περίοδο “όσο πάει και νοθεύεται” (το ελαφρολαϊκό έπαιρνε κεφάλι). Είχε ξεκάθαρη άποψη για το λαϊκό τραγούδι. “Το λαϊκό τραγούδι είναι δύσκολο και αμείλικτο. Θέλει ρωμαλεότητα και λεβεντιά. Για να γράψεις λαϊκό πρέπει να μπεις στην ψυχή του λαού, να του την πάρεις και μαζί να του πάρεις και την καρδιά του!” και πάντα “γράφω πρώτα τους στίχους”. Υποστήριζε ότι το τραγούδι κάνει τον τραγουδιστή και δεν δίσταζε να αναγνωρίσει το ταλέντο σε κάποιον άλλο όπως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος: “Δεν είμαι εγώ πρώτη. Πρώτος είναι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος”. Τα τραγούδια τα έγραφε σε μια μέρα (!) και για την επιτυχία τους εκτιμούσε ότι αυτό οφείλεται “στην ειλικρίνεια, στη φυσικότητα με την οποία έγραψα”.

Όλοι αναγνώριζαν τα πεντάστιχα κουπλέ της

Σπάνιος άνθρωπος

Η Παπαγιαννοπούλου ήταν άνθρωπος σπάνιος, δωρικός, δεν είχε πολλά-πολλά. Δεν έβαζε πρώτα τα χρήματα, ίσως γι’ αυτό και της τα “φάγανε” και την αδικήσανε στην αναγνώριση των τραγουδιών της. Αν έγιναν δικαστήρια γι’ αυτό το ζήτημα έγιναν μετά τον θάνατο της, η ίδια δεν ήθελε να κυνηγήσει κανέναν. Επειδή, λοιπόν, τα τραγούδια ήταν δικά της δεν στέκει και η κουβέντα περί πνευματικών δικαιωμάτων. Ακόμη κι αν αδιαφόρησε γι' αυτά, όλοι γνώριζαν ότι τα πεντάστιχα κουπλέ ήταν δικά της. Εξάλλου, τότε δεν απέδιδαν και τόσα πολλά χρήματα τα δικαιώματα.

Το άλλο μεγάλο ζήτημα σχετικά με τη ζωή της ήταν η χαρτοπαιξία. Εντούτοις, η αιτία αυτής δεν είναι ξεκάθαρη. Υπάρχουν διάφορες θεωρίες. Ωστόσο, δεν είναι μόνο η δύσκολη ζωή που πέρασε, ούτε η απώλεια της κόρης της, έπαιζε και πριν τον χαμό της. Το χαρτοπαίγνιο ήταν ένας τρόπος να ξεχαστεί.

Γεννημένη στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1893 ήρθε στην Ελλάδα με τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το βάρος της προσφυγιάς σίγουρα έπαιξε ρόλο στη διαμόρφωση της μετέπειτα ζωής της. Ερχόμενη στην Ελλάδα λοιπόν, το 1922, πάμπτωχη, με δύο παιδιά και το δίπλωμα δασκάλας, δούλεψε για σχεδόν 20 χρόνια ως ηθοποιός. Τα τραγούδια ήρθαν αργότερα, στα 55 της. Και έμειναν ως το τέλος. Πέρα από το βίωμα και την ειλικρίνεια, στη στιχουργία της έπαιξε ρόλο και η αγάπη της για τη λογοτεχνία, την ποίηση, τη δημοτική παράδοση, τα δημοτικά τραγούδια...

Οι πρώτες επιτυχίες έρχονται με τον Βασίλη Τσιτσάνη: “Στρώσε μου να κοιμηθώ”, “Τα καβουράκια”, “Είμαστε αλάνια”, κ.α. Ακολουθούν συνεργασίες με τον Στέλιο Καζαντζίδη (“Μαντουμπάλα”, “Είσαι η ζωή μου”), τον Απόστολο Καλδάρα (“Όνειρο απατηλό”, “Πετραδάκι-Πετραδάκι”), τον Μανώλη Χιώτη (“Ηλιοβασιλέματα), Μάνο Χατζιδάκι (“Είμαι αϊτός χωρίς φτερά”), Σταύρο Ξαρχάκο (“Τι έχει και κλαίει το παιδί”), κ.α. Τους στίχους της ερμηνεύουν οι μεγαλύτερες φωνές του λαϊκού μας τραγουδιού. Η παραγωγή της τεράστια, σύμφωνα με την ΑΕΠΙ (σ.σ Ανώνυμη Εταιρεία Πνευματικής Ιδιοκτησίας).

έζησε σε υψηλές ταχύτητες

Ζωή υψηλών ταχυτήτων

Η ζωή της δεν ήταν σύντομη -έζησε ως τα 79- όμως την έζησε σε υψηλές ταχύτητες. Μεγάλωσε άνετα στο Αϊδίνι και παντρεύτηκε με προξενιό τον έμπορο και μεγαλύτερο της Κωστή Νικολαϊδη. Απέκτησαν δύο κόρες, όμως δεν ήταν ερωτευμένη. Το 1919 οι Τσέτες μπαίνουν στο Αϊδίνι, η καταστροφή και η βία την “προικίζουν” με ζοφερές, ανεξίτηλες εικόνες. Στον Πειραιά ξαναβρίσκει τον Νικολαϊδη, αλλά μετά από λίγο χωρίζουν. Της επιβάλλει να πάρει μόνο το ένα παιδί και το άλλο να μην τον ξαναδεί! Οι ρυθμοί της ζωής (της) γίνονται όλο και πιο έντονοι. Σχετίζεται με τον ηθοποιό Νίκο Αλεξίου και μαζί του ανακαλύπτει τα μπουλούκια, τον τζόγο, την πόκα. Χωρίζει και το 1928 ερωτεύεται τρελά τον μικρότερο της Γιώργο Παπαγιαννόπουλο, αστυφύλακα, λάτρης της λογοτεχνίας και της ποίησης. Έμειναν μαζί ως τον θάνατο του. Τάξη δεν είχε στα γραπτά της, έγραφε όπου έβρισκε (πακέτα τσιγάρων, πίσω από λογαριασμούς, φωτογραφίες). Η ευταξία ποτέ δεν ταίριαξε με τη ζωή της και μέσα από τη διαρκή, ορμητική κίνηση επέστρεψε κάτι απ' αυτό που της έδωσε η ζωή: την ανεπεξέργαστη αλήθεια. Αγέρωχη και υπερήφανη μας συστήθηκε και έτσι “έφυγε”.

Πηγές

-“Η γιαγιά μου, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου” [παρουσίαση του βιβλίου της Ρέας Μανέλη Η γιαγιά μου, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, εκδ. Άγκυρα, στην εφ. “Καθημερινή” 22/12]

-“Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: Μια άγνωστη συνέντευξη της θρυλικής στιχουργού από το 1970” [Lifo.gr, Φώντας Τρούσας]

-“Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου πίσω και πέρα από τον μύθο” [παρουσίαση του βιβλίου του Σπύρου Κουρκουνάκη Το παραμύθι της Ευτυχίας, εκδ. Ιανός, από τον Γιώργο Βιδάλη στην εφ. “Ελευθεροτυπία”, 11/10/2010]

-“Τα βάσανα της τα έκανε διαμάντια...” [Ρουμπίνη Σούλη, εφ. “Ριζοσπάστης”]