Λούης Τίκας: Ο Κρητικός που άλλαξε για πάντα την αμερικανική ιστορία της εργασίας (pics)

Θοδωρής Βασίλης
Λούης Τίκας: Ο Κρητικός που άλλαξε για πάντα την αμερικανική ιστορία της εργασίας (pics)
Σαν σήμερα, στις 20 Απριλίου του 1914, δολοφονείται στο Κολοράντο από μπράβους του Ροκφέλερ και ένοπλους στρατιώτες της εθνοφρουράς, ο Ρεθυμνιώτης ήρωας της αμερικανικής εργατικής τάξης, Ηλίας Σπαντιδάκης, πιο γνωστός με το όνομα Λούης Τίκας.

Μπορεί στην Ελλάδα το όνομά του να μην είναι τόσο γνωστό ενώ και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Ρέθυμνο να μην μνημονεύεται (μόλις πριν λίγα χρόνια δόθηκε το όνομα του σε δρόμο της πόλης), αλλά ο Λούης Τίκας θεωρείται από τις μεγαλύτερες μορφές της εργατικής τάξης στις ΗΠΑ.

Γεννημένος το 1886 στη Λούτρα, λίγο έξω από την πόλη του Ρεθύμνου, μετανάστευσε στις ΗΠΑ το 1906. Πριν φύγει έβγαλε μια φωτογραφία φορώντας την παραδοσιακή κρητική στολή και την άφησε ως ενθύμιο στους συγγενείς του. Δεν επρόκειτο να ξανανταμωθούν. Στις ΗΠΑ μετέτρεψε το όνομά του στο αγγλοσαξονικό Λούης Τίκας (Luis Tikas), με το οποίο έμελλε να γραφεί στην ιστορία των συνδικαλιστικών αγώνων.

Από λούστρος στα ανθρακωρυχεία

Από τη Νέα Υόρκη βρέθηκε στο Κολοράντο και το Ντένβερ όπου αρχικά ξεκίνησε να δουλεύει ως λούστρος και στη συνέχεια στην χαλυβουργία του Πουέμπλο με ημερομίσθιο $1,75, για δώδεκα ώρες την ημέρα. Το 1910 ορκίστηκε Αμερικανός πολίτης και άνοιξε καφενείο στην οδό Μάρκετ του Ντένβερ, μια εργατική γειτονιά που έγινε η τοπική Greektown.

Ο Τίκας ήταν συνειδητός ριζοσπάστης. Οι εργάτες του Κολοράντο βρίσκονταν στο έλεος των εταιριών και των αφεντικών. Την εποχή που ο Λούης Τίκας έφτασε στο Ντένβερ, το μεγάλο αφεντικό ήταν ο Λεωνίδας Σκλήρης, από τη Σπάρτη, ένα είδος εργατοπατέρα που έλεγχε τους Έλληνες εργάτες όχι μόνο στο Κολοράντο αλλά και στη Γιούτα και τη Νεβάδα. Τους εύρισκε δουλειά στα ορυχεία με συνθήκες μεσαιωνικές και αμοιβές χειρότερες από των άλλων εθνοτήτων. Οι «Έλληνες του Σκλήρη» εργάζονταν για $1,75 την ημέρα ενώ την ίδια ώρα οι Γερμανοί και οι Ουαλοί έπαιρναν $2,50.

Το 1909 εντάσσεται στο αναρχοσυνδικαλιστικό συνδικάτο των IWW και ηγείται απεργίας λούστρων που κερδίζουν αύξηση 100% στα μεροκάματα. Στη συνέχεια πρωτοστατεί άτησε στην αιματηρή εξέγερση των εργατών που πέρασε στην ιστορία ως «πόλεμοι του άνθρακα» και άλλαξε σε μεγάλο βαθμό την πορεία της εργατικής νομοθεσίας των ΗΠΑ εκείνη την περίοδο.

Η κατάσταση στα ορυχεία ήταν τραγική με απάνθρωπες συνθήκες και πολλούς εργάτες να χάνουν την ζωή τους από εργατικά ατυχήματα. Τα ημερομίσθια ήταν τόσο χαμηλά ώστε πολλές οικογένειες ικανοποιούνταν με τις «αποζημιώσεις θανάτου» που έφταναν τα εφτακόσια δολάρια. Στα ανθρακωρυχεία υπήρχαν και 350 Έλληνες τους οποίους ο Λούης Τίκας αρχίζει να τους οργανώνει ενάντια στον εργατοπατερισμό που εκφραζόταν από Έλληνες που μεσολαβούσαν ανάμεσα στην εργοδοσία και τους ελληνικής καταγωγής εργάτες.

Το Νοέμβριο του 1912 βρισκόταν στα ορυχεία του Φρέντερικ στο Κολοράντο, που ήταν σκλαβοπάζαρα. Στις 19 Νοεμβρίου ήταν επικεφαλής των 63 Ελλήνων που κατέβηκαν σε απεργία. Τότε αναδείχτηκε η ηγετική κορφή του συνδικαλιστή Τίκα, με αποτέλεσμα να κερδίσει την εμπιστοσύνη των συμπατριωτών του, που αναζητούσαν τρόπους να απαλλαγούν από εργατοπατέρες τύπου «Σκλήρη».

Παρά τις προβοκάτσιες, τις συλλήψεις και τις φυλακίσεις ο Λούης Τίκας συνέχιζε τον αγώνα του περιοδεύοντας σε όλα τα ανθρακωρυχεία του Κολοράντο συγκεκντρώνοντας στοιχεία για τις άθλιες συνθήκες που επικρατούν. Ενημερώνει πως αν οι συνθήκες δεν αλλάξουν θα ξεκινήσει «βιομηχανικός πόλεμος», όπως τον ονομάζει. Ο Τίκας σύντομα αποκτά την εμπιστοσύνη των εργαζομένων και εξελίσσεται σε ηγετική μορφή. Οι εργάτες τον φωνάζουν «Λούης ο Έλληνας» (Louis the Greek) ή ο «Λίο ο (Leo the Cretan).


Η σφαγή του Λάντλοου

Τον Σεπτέμβρη του 1913, είναι από τις ηγετικές μορφές της μεγάλης απεργίας που ξεκινά από τους ανθρακωρύχους στο Λάντλοου. Οι απεργοί ζητούν να καθιερωθεί η οκτάωρη εργασία, να υπάρξουν αυστηρά μέτρα ασφάλειας στα ορυχεία για την αποφυγή θανατηφόρων ατυχημάτων, αναγνώριση του συνδικάτου τους, να πηγαίνουν σε όποιον γιατρό επιθυμούσαν και όχι σε αυτούς της εταιρίας, καθώς και το δικαίωμα να ψωνίζουν από μαγαζιά που δεν ανήκουν στην εταιρία.

Ο Ροκφέλερ απολύει τους απεργούς, τους κάνει έξωση από τα σπίτια τους και προσλαμβάνει απεργοσπάστες. Οι απεργοί δεν πτοήθηκαν. Στήνουν σκηνές στην περιοχή ώστε να εμποδίζουν τους απεργοσπάστες να μπουν στα ορυχεία. Οι απεργοί υπερασπίζονται ένοπλα την απεργία και η εταιρία του Ροκφέλερ ζητάει την παρέμβαση της εθνοφρουράς του Κολοράντο για να ηρεμήσει την κατάσταση. Οι συγκρούσεις ήταν βιαιότατες. Τότε η οικογένεια Ροκφέλερ ζητάει από τον Κυβερνήτη να ντυθούν με στολές της εθνοφρουράς δικά της, έμπιστα πρόσωπα, αποφασισμένα αν χρειαστεί να ρίξουν στο ψαχνό. Αλλά οι απεργοί δεν υποχώρησαν - ακόμη και όταν οι Ροκφέλερ έστειλαν ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο το οποίο έφερε πολυβόλο και οι εθνοφρουροί το αποκαλούσαν Death Special.

Στις 20 Απριλίου η εθνοφρουρά ζητά από τον Τίκα να της παραδώσει δύο Ιταλούς συνδικαλιστές. Ο Τίκας αρνείται και ανάμεσα στην Εθνοφρουρά και τους απεργούς ανταλλάσονται πυρά. Ακολούθησε μάχη χαρακωμάτων ενώ οι γυναίκες και τα παιδιά έτρεξαν να σωθούν στους γύρω λόφους. Σύμφωνα με μαρτυρίες πάνω από σαράντα άτομα σκοτώθηκαν από σφαίρες και από ασφυξία, ενώ ένα αγοράκι δέχτηκε μια σφαίρα στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να σώσει το γατάκι του. Σύμφωνα με τα όσα έγιναν γνωστά αργότερα οι πιστολάδες του Ροκφέλερ είχαν καταναλώσει μεγάλες ποσότητες ουίσκι από το κοντινό σαλούν και ήτανσ ε κατάσταση μέθης.

Ο Τίκας εμφανίζεται με λευκή σημαία ζητώντας να υπάρξει διακοπή για να προστατευθούν οι γυναίκες και τα παιδιά. Εμφανίζεται ο επικεφαλής της Εθνοφρουράς Λίντερφερντ, συνοδευόμενος από μπράβους του Ροκφέλερ και ένοπλους. Μετά από λίγα λεπτά διαπραγματεύσεων, οι μπράβοι και οι εθνοφρουροί αρχίζουν να χτυπάνε τον Τίκα στο κεφάλι κι ένας με την καραμπίνα του ανολιγει το κεφάλι του Τίκα στα δύο, ενώ στη συνέχεια άρχισαν να πυροβολούν το άψυχο σώμα του.

Ακολούθησε η εισβολή στον καταυλισμό των εργατών, ρίχνοντας αδιακρίτως εναντίον οτιδήποτε κουνιόταν, σκοτώνοντας 18 άτομα, 10 εκ των οποίων ήταν παιδιά από τριών μηνών ως 11 ετών, και έκαψαν τις σκηνές τους. Όταν οι απεργοί ξαναμπήκαν μερικές ημέρες αργότερα στον καταυλισμό βρήκαν το πτώμα του Τίκα. Η κηδεία του έγινε στις 27 Απριλίου και τη νεκρώσιμη πομπή ακολούθησαν χιλιάδες εργάτες.

Μετά τη σφαγή στο Λάντλοου, οι συγκρούσεις των εργατών με την εθνοφρουρά εξαπλώνονται σε όλη την Πολιτεία του Κολοράντο και οι συγκρούσεις θα σταματήσουν μόνο όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Γούντρο Γουίλσον έστειλε μονάδες του ομοσπονδιακού στρατού στην περιοχή.

Η «Σφαγή του Λάντλοου» παραμένει μέχρι σήμερα μια από τις σημαντικότρες στιγμές στην ιστορία του αμερικανικού εργατικού κινήματος. Ο Λούης Τίκα αποτελεί έναν από τους ήρωες της ιστορίας των ΗΠΑ που άλλαξαν με τον αγώνα τους την εργατική τάξη στην χώρα. Ακόμα και σήμερα στο Κολοράντο ο Ηλίας Σπαντιδάκης τιμάται για τον αγώνα και μάλιστα τον Ιούνιο του 2018 στην μικρή πόλη Τρινιντάντ του Κολοράντο τοποθετήθηκε άγαλμα του Στη βάση του αναγραφόταν το όνομα του Λούη Τίκα, η ημερομηνία θανάτου του στα ελληνικά και στα αγγλικά με επιγραφή «Του αντρειωμένου ο θάνατος, θάνατος δεν λογιέται». Το άγαλμα τοποθετήθηκε στο μουσείο «Southern Colorado Coal Miners’ Memorial & SC Coal Miner’s Museum», στο δήμο Τρινιντάντ των ΗΠΑ, εκεί όπου θάφτηκε ο Λούης Τίκας, ενώ η Κομητεία Λας Ανίμας ονόμασε τον δρόμο που ενώνει την πόλη Τρινιντάντ με το Λάντλοου – όπου έγινε η μεγάλη σφαγή και πέθανε ο Λούης Τίκας, Louis Tikas Highway.

Στην Ελλάδα ο Λούης Τίκας παραμένει άγνωστος ακόμα και στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Κρήτη, ενώ στο Ρέθυμνο υπάρχει δρόμος που έχει το όνομα του. όπου με εξαίρεση έναν δρόμο στην πόλη του Ρεθύμνου όπου έχει το όνομά του