+slo-gun

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 43 (pics & vids)

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 43 (pics & vids)

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 43 (pics & vids)

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται...          

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord 

O Κώστας Boυτσάς από «Ονειροπαρμένος» έγινε... «Τρομοκράτης»

Βρισκόμαστε στα 1975. Η δικτατορία των συνταγματαρχών αποτελεί πλέον κακό παρελθόν, αλλά οι συνέπειες της βίαιης επέμβασής της στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας έχουν παραμείνει. (Και δυστυχώς τις βιώνουμε μέχρι σήμερα). Η τηλεόραση συνεχίζει να κερδίζει έδαφος, με αποτέλεσμα ο κινηματογράφος να χάνει συνεχώς την επιρροή του στους Έλληνες. Ακόμα και η Finos Film περνάει κρίση, ωστόσο εξακολουθεί να αποτελεί τον «φάρο» του καλού, ελληνικού κινηματογράφου. Τη χρονιά εκείνη λοιπόν ο Φίνος και ο Γιάννης Δαλιανίδης αποφασίζουν να δημιουργήσουν μια «μαύρη» κωμωδία, που αρμόζει όμως άριστα με το κλίμα της εποχής και των ζητημάτων που πλέον τίθενται επιτακτικά για τη χώρα. Ζητήματα όπως η δημοκρατία, ο ανθρωπισμός, η αλληλεγγύη. Η ταινία είχε τίτλο «Ο τρομοκράτης» και όπως είχε αναφέρει κάποτε σε συνέντευξή του ο Δαλιανίδης, αποτελούσε παράλληλα «ένα πικρό σχόλιο για αυτούς που προσπαθούν να γίνουν κάτι που δεν είναι στην πραγματικότητα». Στον «Τρομοκράτη» πρωταγωνιστούσε ο Κώστας Βουτσάς, ο οποίος με την ταινία αυτή κλείνει για πάντα τον κύκλο της συνεργασίας του με την Finos Film. Η υπόθεση ήταν οι εξής: Τρεις φίλοι, μετά τη χούντα αποφασίζουν να δημιουργήσουν ένα νέο πολιτικό κόμμα για το καλό της πατρίδας. Ωστόσο, για να το επιτύχουν αυτό χρειάζονται χρήματα, τα οποία δεν διαθέτουν. Έτσι αποφασίζουν να κάνουν κάτι ακραίο: Απαγάγουν έναν πλούσιο επιχειρηματία, απειλώντας τους δικούς του πως αν δεν πληρώσουν τα λύτρα θα τον σκοτώσουν. Οι δικοί του όμως κάθε άλλο παρά ενδιαφέρονται να σωθεί ο άνθρωπος τους, με αποτέλεσμα αυτοί να μείνουν με τον επιχειρηματία στα χέρια, τον οποίο από την άλλη δεν μπορούν και να σκοτώσουν, γιατί δεν είναι δολοφόνοι. Ο «Τρομοκράτης» αποτελεί μια διαχρονική ταινία, που αποδεικνύει με εύστοχο τρόπο ότι ακόμα και οι καλύτερες προθέσεις μπορούν κάποια στιγμή να οδηγήσουν σε τραγικά λάθη. Μαζί με τον Βουτσά – ο οποίος για άλλη μια φορά είναι εξαιρετικός, παραμένοντας το ίδιο «φρέσκος» όπως σε όλες τις ταινίες του στη Finos Film -, πρωταγωνιστούν οι Νίκος Δαδινόπουλος και Σωτήρης Τζεβελέκος, οι οποίοι επίσης δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό. Άλλωστε εκείνη την εποχή ο Κώστας Βουτσάς ήταν σε μια ακόμα άκρως παραγωγική περίοδο της επαγγελματικής του ζωής, αφού πρωταγωνιστούσε στο «μυθικό» πλέον τηλεοπτικό σίριαλ «Ο ονειροπαρμένος», ενώ «έσπαγε ταμεία» και στο θέατρο. Μαζί  με τους Βουτσά, Δαδινόπουλο και Τζεβελέκο, στον «Τρομοκράτη» συμμετείχε ένα ενδιαφέρον καστ ηθοποιών, νέων και παλαιότερων, όπως οι Κούλα Αγαγιώτου, Μπέτυ Αρβανίτη, Νίκος Σκιαδάς, Στέλιος Λιονάκης, Σταύρος Φαρμάκης, Μάγδα Τσαγγάνη, Νίκος Κούρος, Λουίζα Μπατίστα, Γιώργος Τζιφός, Ειρήνη Κουμαριανού, Γιάννης Λιακάκος, Βαγγέλης Πλοιός, Λάουρα Καλατζαντωνάκη, Γιώργος Λουκάκης, Φέφη Μπαλλή, Φραγκούλης Φραγκούλης, Μάνια Κολιανδρή κ.α. Στις προβλέψεις τους για το σωστό timing δημιουργίας μιας τέτοιας ταινίας δικαιώθηκαν και ο Δαλιανίδης και ο Φίνος: Ο «Τρομοκράτης» στην πρώτη του προβολή έκοψε 70.090 εισιτήρια και έλαβε την 4η θέση ανάμεσα στις 38 ταινίες της σεζόν 1975-1976, επίδοση που προφανώς κρίθηκε πολύ καλή για τα δεδομένα της εποχής εκείνης. Ο Γιάννης Δαλιανίδης εκτός από τη σκηνοθεσία, έγραψε και το σενάριο, ενώ η ταινία αυτή αποτέλεσε την πρότελευταία που γύρισε για λογαριασμό της Finos Film. H μουσική ήταν του Μίμη Πλέσσα και η φωτογραφία του εξαιρετικού Νίκου Γαρδέλη. 

Η «Ψεύτρα» Βουγιουκλάκη και το σινερομάντσο που έγινε ταινία 

Η σχέση αγάπης και μίσους που είχαν η Αλίκη Βουγιουκλάκη και ο Φίνος δεν είναι κάτι άγνωστο στο ευρύ κοινό. Από τη μια ο δυναμικός χαρακτήρας της «εθνικής μας σταρ», από την άλλη η διάθεση του Φίνου να κρατάει πάντα κοντά του τους καλύτερους, είχαν οδηγήσει τους δυο τους σε μια δύσκολη επαγγελματική συμβίωση, η οποία όμως είχε φέρει εξαιρετικά αποτελέσματα και για τις δύο πλευρές. Πέρασαν πολλά χρόνια, για να αποκαλύψει η ίδια η Βουγιουκλάκη σε συνέντευξή της, το πόσο πολύ αγαπούσε τον Φίνο. Το 1963 λοιπόν, η Βουγιουκλάκη ζητάει από τον Φίνο να γυρίσει μια μουσική κωμωδία με τον Γιάννη Δαλιανίδη, ο οποίος εκείνη την εποχή ήταν περιζήτητος, αφού οι ικανότητές του και το ταλέντο του ήταν μοναδικά σε αυτού του είδους τον κινηματογράφο. Η Βουγιουκλάκη το είχε διαπιστώσει αυτό πολύ έγκαιρα, όπως άλλωστε και ο Φίνος, οπότε η απόφαση ήταν δεδομένη. Αν μάλιστα, στο πλάι της βρίσκονταν ένας κορυφαίος ζεν πρεμιέ της εποχής, τότε η εμπορική επιτυχία της ταινίας θα ήταν σίγουρη. Έτσι προσεγγίστηκε ο Αλέκος Αλεξανδράκης, ο οποίος δέχθηκε αμέσως. Και γιατί άλλωστε να μην το κάνει, από τη στιγμή που η χημεία του με την Βουγιουκλάκη ήταν μοναδική, για κάποιους μάλιστα καλύτερη και από αυτή με τον Παπαμιχαήλ. Η ταινία είχει τίτλο «Η ψεύτρα» και το σενάριό της βασίστηκε σε ένα ουγγαρέζικο θεατρικό έργο που έδωσε ο Μάριος Πλωρίτης στον Γιάννη Δαλιανίδη. Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο, η Μαίρη, που συνηθίζει να κάνει φάρσες στους άντρες, βάζει στοίχημα με τον πατέρα της ότι θα καταφέρει να τυλίξει τον γοητευτικό αλλά δύσκολο στις επιλογές του γλύπτη, Θάνο Σωτηρίου. Έτσι, του παρουσιάζεται σαν φτωχό μοντέλο, βάζοντας τον πατέρα της να του παραγγείλει ένα μεγάλο έργο που αναπαριστά μια γυμνή κοπέλα. Η Μαίρη καταφέρνει με τα καμώματα της να κάνει τον Θάνο να την ερωτευτεί και να τον χωρίσει από την αρραβωνιαστικιά του, όμως τα πράγματα αλλάζουν όταν ο Θάνος πληροφορείται την απάτη. Η «Ψεύτρα» αποτέλεσε μια από τις πλέον τολμηρές εμφανίσεις ης Βουγιουκλάκη, η οποία χωρίς να φτάσει σε ακρότητες, εμφανίζεται άκρως αισθησιακή, παράλληλα βέβαια με την εξαιρετική της ερμηνεία. Φυσικό επακόλουθο ήταν η ταινία να σημειώσει μεγάλη εμπορική επιτυχία, αφού έκοψε 196.250 εισιτήρια τη σεζόν 1962-1963 και ήρθε 2η ανάμεσα στις 82 ταινίες της περιόδου αυτής. Η «Ψεύτρα» ήταν η 20η ταινία που γύρισε η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ενώ την ίδια περίοδο η ίδια γύριζε και την ταινία «Χτυποκάρδια στο θρανίο», άλλη μια μεγάλη της επιτυχία. Μαζί με το δίδυμο Βουγιουκλάκη-Αλεξανδράκη, στην «Ψεύτρα» πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Κώστας Βουτσάς, Ζωή Φυτούση, Χλόη Λιάσκου, Λαυρέντης Διανέλλος, Εύα Κουκούλη, Κατερίνα Γώγου, Σωκράτης Κορρές, Ρούλα Χρυσοπούλου, Πέτρος Πανταζής, Άρτεμις Θεοδωρακοπούλου, Σούλης Θεοδώρου, Πόπη Δεληγιάννη, Σωτήρης Δεληκατερίνης, Βασίλης Καϊλας. Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον tip της ταινίας αφορά στο γεγονός ότι η ιστορία της, με τη μορφή σινερομάντσου δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Θησαυρός» για 16 εβδομάδες, κάτι που δεν ξανάγινε ποτέ στο πλαίσιο του ελληνικού κινηματογράφου. Η μουσική ήταν του Μίμη Πλέσσα, η σκηνογραφία του Μάρκου Ζέρβα και η φωτογραφία του Νίκου Δημόπουλου. Η «Ψεύτρα» αποτελεί μια από τις καλύτερες ταινίες της Finos Film, με όλους τους συντελεστές της να βρίσκονται σε μεγάλα κέφια, κάτι που αποτυπώθηκε ιδανικά στο πανί. Και σίγουρα είναι από τις ταινίες που βλέπονται ευχάριστα ξανά και ξανά, όπως άλλωστε μαρτυρούν και οι ψηλές τηλεθεάσεις που κάνει μέχρι και σήμερα όταν προβάλλεται στην ελληνική τηλεόραση. Απολαυστικοί οι διάλογοι Αλεξανδράκη και Παπαγιαννόπουλου, ενώ η Βουγιουκλάκη δίνει και πάλι «τα ρέστα της», δεδομένου ότι η ταινία ήταν γυρισμένη 100% στα δικά της μέτρα. Και ίσως κάπου εδώ «κρύβεται» ένα αρνητικό στοιχείο για την «Ψεύτρα», αφού ο μονοπωλιακός τρόπος που το σενάριο και η κάμερα επιλέγουν να εστιάζουν στη Βουγιουκλάκη, αδικεί τις εξαιρετικές ερμηνείες ηθοποιών όπως ο Παπαγιαννόπουλος και ο Βουτσάς. Ωστόσο ο τρόπος αυτός παραμένει σε ελεγχόμενα επίπεδα.

H Aιμιλία Υψηλάντη, ο Φίνος και το «ταξίδι» στα ανεξερεύνητα βάθη της ανθρώπινης ψυχής

O κανόνας θέλει τους ανθρώπους όσο μεγαλώνουν να γίνονται ολοένα και πιο συντηρητικοί σε κάθε έκφανση της ζωής τους. Ευτυχώς αυτό δεν ισχύει για όλους. Και λέμε ευτυχώς, διότι ο συντηρητισμός δεν βοηθάει στην εξέλιξη και στην πρόοδο. Ο Φιλοποίμην Φίνος ήταν ένας άνθρωπος που πάντα ρίσκαρε, δημιουργώντας πολλές φορές ταινίες που ξέφευγαν από τα καθιερωμένα. Ο ίδιος αποτελούσε την εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα, δεδομένου ότι όσο περνούσαν τα χρόνια, καινοτομούσε ολοένα και περισσότερο. Έτσι, το 1974, τρία μόλις χρόνια πριν η Finos Film γυρίσει την τελευταία της ταινία, αποφασίζει να ρισκάρει, δημιουργώντας μια δραματική ταινία, η οποία εστίαζε στα πιο απόκρυφα και ανεξερεύνητα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Και μάλιστα με ηθοποιούς που δεν ήταν «εμπορικοί», αλλά σίγουρα ήταν εξαιρετικοί και ιδιαίτερα ποιοτικοί. Γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει την σπουδαία ελληνίδα ηθοποιό Αιμιλία Υψηλάντη, η οποία πρωταγωνιστούσε. Η τελευταία, στο σύνολο της μεγάλης καριέρας της συμμετείχε σε 18 ελληνικές ταινίες, οι περισσότερες από τις οποίες πάντως μάλλον στις εμπορικές ανήκαν. Ωστόσο η μεγάλη της προσφορά στο θέατρο ήταν εκείνη που την καταξίωσε και την κατέταξε στους λεγόμενους «ποιοτικούς» ηθοποιούς - όρο με τον οποίο δεν συμφωνούμε, στο βαθμό που διαχωρίζει άδικα τους ηθοποιούς. Η ταινία λοιπόν που γύρισε το 1974 με τον Φίνο είχε τίτλο «Γυμνοί στο χιόνι», σε συμπαραγωγή με την Κύκλος Φιλμ. Η υπόθεση ήταν η εξής, σύμφωνα με την Finos Film: «Μια ώριμη συγγραφέας και λαογράφος που ζει απομονωμένη στο Πήλιο, βρίσκει κάποια μέρα μισοθαμμένο στο χιόνι έναν νεαρό, ο οποίος είναι δραπέτης των φυλακών. Τον περιθάλπει και ακολούθως τον ερωτεύεται με πάθος. Όταν έρχεται η κόρη της να μείνει μαζί της για λίγες μέρες, ερωτεύεται και εκείνη το νεαρό δραπέτη, ο οποίος ανταποκρίνεται στα αισθήματά της. Η μητέρα θα γεμίσει από ανείπωτο φθόνο με τραγικά αποτελέσματα». Και το αποτέλεσμα ήταν τελικά να σκοτώσει τον νεαρό με τα ίδια της τα χέρια. Μοναδική η δραματική ερμηνεία της Υψηλάντη, που αναλαμβάνει το βάρος να «σηκώσει» πάνω της όλη την ταινία, καθήκον στο οποίο ανταποκρίνεται μεν, ωστόσο η ένταση των καταστάσεων που καταγράφονται είναι τόσο μεγάλη που ουσιαστικά λειτουργεί ανασταλτικά στην προσπάθειά της. Δεν πρόκειται για «κακή», αλλά για μια «βαριά» ταινία, με αργούς διαλόγους και εξέλιξη αργή, που γίνεται σκόπιμα, με στόχο να βάλει τον θεατή σε σκέψεις και προβληματισμούς. Κάτι που συμβαίνει πολύ εύκολα και ίσως λυτρωτικά για τον τελευταίο. Το σενάριο αγγίζει εξάλλου με «υπόκωφο» τρόπο την ανταγωνιστική διάθεση που κρύβεται διαχρονικά στη σχέση μητέρας-κόρης, η οποία στην περίπτωση της ταινίας βέβαια είναι ακραία και οδηγεί στην καταστροφή. Πολύ καλοί στο ρόλο τους οι άλλοι δύο πρωταγωνιστές, ο Χρήστος Σπυρόπουλος και η Αλίκη Ζάννου. Μαζί τους στην ταινία συμμετείχαν ακόμα οι Νίκος Βανδώρος, Δημήτρης Ζακυνθινός, Τούλα Δράκου, Ελένη Δακορώνια, Δημήτρης Αρώνης, Κώστας Ρήγας, Bob Behling. Η ταινία «Γυμνοί στο χιόνι» έγινε δεκτή με θετικές κριτικές, ωστόσο το κοινό δεν την εκτίμησε όσο της άξιζε, αφού την κατέταξε στην 30η θέση από πλευράς εισπράξεων ανάμεσα στις 44 ταινίες της σεζόν 1973-1974. Έκοψε μόλις 39.044 εισιτήρια, στην πρώτη της προβολή, στις 25 Μαρτίου του 1974. Πέρα όμως από το σενάριο και τους πρωταγωνιστές, η ταινία έχει πολλά ακόμα στοιχεία στα οποία αξίζει να σταθεί κανείς. Πρώτα από όλα, στο σενάριο και στη σκηνοθεσία που ήταν του Γιώργου Ζερβουλάκου, κορυφαίου κινηματογραφιστή που ξεκίνησε την καριέρα του το 1957, ως βοηθός σκηνοθέτη στην ταινία «Μαρία Πενταγιώτισσα». Κατά δεύτερον, στην καταπληκτική μελωδική μουσική, η οποία ήταν του ανερχόμενου εκείνη την εποχή Λίνου Κόκοτου, ενός εξαιρετικού μουσικού, με σπουδαίο έργο. Τέλος, στο τραγούδι, όπου η Ελένη Βιτάλη συμμετείχε, σε μια από τις σπανιότατες εμφανίσεις της σε ελληνική ταινία. Παρά το «βαρύ» της χαρακτήρα, η ταινία βλέπεται με μεγάλο ενδιαφέρον από τον συνειδητοποιημένο θεατή και σίγουρα ανήκει στις ενδιαφέρουσες ταινίες της Finos Film. 

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας