+slo-gun

bwin
ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 41 (pics & vids)

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 41 (pics & vids)

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 41 (pics & vids)

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται...      

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord 

Ο «Τσαρλατάνος» Βέγγος και ένα ακόμα βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Το 1973 ο ελληνικός κινηματογράφος εισέρχονταν σε μια στενωπό, η οποία διήρκεσε 20 και πλέον χρόνια. Ήταν  η εποχή που η τηλεόραση έμπαινε μαζικά στα σπίτια των Ελλήνων και αποτελούσε μια πραγματική επανάσταση για την ψυχαγωγία τους. Από την άλλη πλευρά, οι ελληνικές ταινίες δεν παράγονταν πλέον τόσο μαζικά όσο παλαιότερα. Ωστόσο, ο Θανάσης Βέγγος ήταν ένας από τους λίγους έλληνες ηθοποιούς που εξακολουθούσε να γεμίζει τους κινηματογράφους με τις ταινίες του. Ο Φίνος έχοντας αντιληφθεί τη δυναμική του, άρχισε έστω και καθυστερημένα, να του εμπιστεύεται πρωταγωνιστικούς ρόλους. Έτσι φθάσαμε εκείνη τη χρονιά στον «Τσαρλατάνο», μια ταινία στην οποία ο Βέγγος δείχνει να ξεπερνάει – και πάλι- τον εαυτό του, ερμηνεύοντας τρεις ρόλους ταυτόχρονα, το ρόλο του μετανάστη, του πατέρα του, αλλά και της αδελφής του. Το σενάριο ήταν του Γιώργου Λαζαρίδη, ο οποίος ήταν από τους σταθερούς και αγαπημένους συνεργάτες του Βέγγου. Στον «Τσαρλατάνο» ο Λαζαρίδης σατιρίζει τη μανία της εποχής με τις διαφημίσεις και τους διαφημιστές που λόγω της ανόδου της τηλεόρασης, ήταν πολύ της μόδας. (Της «μόδας» ήταν βέβαια μέχρι και πριν μερικά χρόνια, πριν η οικονομική κρίση «γονατίσει» και αυτή την αγορά). Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Ο Θανάσης είναι μετανάστης στη Γερμανία και προσπαθεί να μαζέψει χρήματα ώστε να ζει αξιοπρεπώς, αλλά και να μπορεί να βοηθήσει οικονομικά τον πατέρα του και την αδελφή του που ζούνε στην Ελλάδα. Κάθε εβδομάδα λοιπόν πηγαίνει στην Τράπεζα για να καταθέσει τις οικονομίες του. Ωστόσο, σε ένα χωριουδάκι της πατρίδας, ο πατέρας του και η αδερφή του θέλουν και ανυπομονούν να τον δουν. Έτσι ο δάσκαλος του χωριού, ο κ. Επαμεινώντας (Στράτος Παχής), σοφίζεται το κόλπο της ασθένειας του πατέρα και του γράφει να επιστρέψει αμέσως. Όταν όμως ο Θανάσης πηγαίνει στην Τράπεζα να πάρει τις καταθέσεις του, η Τράπεζα έχει χρεοκοπήσει, οπότε ο Θανάσης δεν έχει ούτε τα χρήματα για την επιστροφή. Η μόνη λύση που του απομένει είναι να πάει με ωτοστόπ. Έτσι μπαίνει λαθραία σ’ ένα καμιόνι ψυγείο με το οποίο φτάνει στην Ελλάδα... κατεψυγμένος. Όταν τον βρίσκουν παγωμένο στο φορτηγό-ψυγείο, οι ευρηματικοί διαφημιστές σκέφτονται να τον χρησιμοποιήσουν για να διαφημίσει…ψυγεία και όχι μόνο. Ωστόσο ο ίδιος «δεν το έχει», οπότε οι καταστάσεις που δημιουργούνται είναι κωμικές από τη μια, αλλά και τραγικές από την άλλη. Ίσως ο Βέγγος να είναι από τους ελάχιστους έλληνες ηθοποιούς που μπορούσε να «περάσει» στον θεατή τόσο έντονα και τα δύο αυτά αντιφατικά συναισθήματα και μάλιστα στην ίδια σκηνή. Θα ήταν περιττό βέβαια να αναφερθεί η καταπληκτική ερμηνεία του Βέγγου και στους τρεις ρόλους, για τους οποίους μάλιστα απέσπασε βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλου στο 14ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Για άλλη μια φορά, η φιλοσοφία του Βέγγου να μην φοβάται να «τσαλακωθεί» στους ρόλους του, είχε αποδώσει. Μαζί με τον Βέγγο, στην ταινία που σκηνοθέτησε ο Ερρίκος Θαλασσινός, πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Γιώργος Τσιτσόπουλος, Λυδία Λένωση, Αντώνης Παπαδόπουλος, Ζαννίνο, Ευαγγελία Σαμιωτάκη, Στράτος Παχής, Μιχάλης Γιαννάτος, Κώστας Φατούρος, Δημήτρης Αρώνης, Κώστας Δάρας, Πόπη Μοντανάρη, Γιώργος Βελέντζας, Κώστας Σαββαϊδης, Γρηγόρης Βαρώσης, Μάνια Κολιανδρή, Γιώργος Κάφκας, Αλέκος Ζαρταλούδης, Κώστας Μεντής, Κώστας Ρήγας κ.α. Η μουσική ήταν του Ζακ Μεναχέμ και η φωτογραφία του Παύλου Φιλίππου. Ο «Τσαρλατάνος» έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 24 Δεκεμβρίου 1973 και έκοψε στην πρώτη του προβολή 174.834 εισιτήρια. 

«Αμόκ»… αλλά στο εξωτερικό, με συνδρομή Παντελή Βούλγαρη

Στην πολύχρονη πορεία του στον ελληνικό κινηματογράφο, ο Φίνος απέδειξε πολλές φορές ότι τολμούσε να κάνει και πράγματα «μη συνηθισμένα» για τα δεδομένα της εποχής του. Και κάθε φορά, δικαιώνονταν. Αυτή τη φορά ήταν ο Ντίνος Δημόπουλος που το 1963 τον πείθει να κάνει κάτι διαφορετικό και επενδύοντας ένα σχετικά μικρό κονδύλι, να γυρίσει μια ταινία από αυτές που έχει επικρατήσει να λέγονται «μη εμπορικές».  Πρόκειται για την ταινία με τον «δυνατό» - όσο και ενδεικτικό του περιεχομένου της - τίτλο «Αμόκ». Σε αυτή πρωταγωνιστούσαν οι ηθοποιοί Φλωρέττα Ζάννα, Λευτέρης Βουρνάς, Άννα Βενέτη, Τάκης Εμμανουήλ, Ζέτα Αποστόλου, Άρτεμις Θεοδωρακοπούλου, Σπύρος Καλογήρου, Νίκη Τριανταφυλλίδη, Μαρία Μπονέλου, Δημήτρης Μπισλάνης, Μαρία Πανταζή, Γιάννης Βογιατζής, Τούλα Λιακοπούλου, Λουκιανός Ροζάν, Καίτη Τριανταφύλλου, Σόφη Μουτράκη, Λίλιαν Σουρτζή, Εύα Μπάρτον, Γιάννης Χαραλαμπίδης, Βασίλης Παπανίκας, Γιώργος Βελέντζας, Νίκος Πασχαλίδης, Ευαγγελία Σαμιωτάκη, Ζώρας Τσάπελης. Ηθοποιοί λιγότερο «εμπορικοί» λοιπόν. Η υπόθεση της ταινίας αφορούσε οκτώ κορίτσια τα οποία δραπετεύουν από το αναμορφωτήριο και στη συνέχεια καταφεύγουν σε ένα ερημονήσι (τα γυρίσματα έγιναν στην Κορωνησία, στην Άρτα). Στο νησί όμως βρίσκεται και μια ομάδα μισθοφόρων, με αρχηγούς έναν πρώην αξιωματικό των Ες-Ες και τον γιο του. Οι άντρες αυτοί αναζητούν ένα μπαούλο με χρυσαφικά, το οποίο είναι θαμμένο εκεί από τα χρόνια της Κατοχής. Προσπαθώντας να επιτύχουν το στόχο τους, αποφασίζουν να μεταχειριστούν ποικιλοτρόπως τις κοπέλες, αλλά εκείνες κατορθώνουν να συντονιστούν μεταξύ τους και να εξουδετερώσουν τους καταπιεστές τους. Έντονοι και ενίοτε βίαιοι διάλογοι, διάχυτος ερωτισμός – έστω και υπό τέτοιες δύσκολες συνθήκες -, εξαιρετική φωτογραφία, αλλά και ηθοποιοί που πραγματικά καταθέτουν τον καλύτερό τους εαυτό, συνθέτουν ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα, που αν μη τι άλλο μπορεί ο θεατής να παρακολουθήσει με ενδιαφέρον. Για πολλούς κριτικούς της εποχής εκείνης δε, η ταινία αυτή βρίσκονταν μεταξύ των 5 κορυφαίων δραματικών ταινιών της Finos Film της δεκαετίας του 1960. Στην ταινία «Αμόκ» κάνει την πρώτη του εμφάνιση ως διευθυντής φωτογραφίας ο μοναδικός Νίκος Καβουκίδης, ενώ βοηθός σκηνοθέτη είναι ο μετέπειτα επιτυχημένος και πολυβραβευμένος σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους Αθήνας-Πειραιά στις 9 Δεκεμβρίου 1963 και έκοψε 222.288 εισιτήρια, ωστόσο δεν θεωρήθηκε εμπορική επιτυχία, έστω κι αν βρέθηκε στην 18η θέση σε εισπράξεις ανάμεσα στις 92 ταινίες της σεζόν 1963-1964.  Παρ’ όλα αυτά, η πορεία της στο εξωτερικό ήταν εξαιρετική, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι το ελληνικό κοινό δεν ήταν έτοιμο να αποδεχθεί στον κινηματογράφο τέτοιου είδους …νεωτερισμούς.  Το «Αμόκ» λοιπόν, μεταγλωττίστηκε σε πολλές γλώσσες, ενώ μόνο στη Νέα Υόρκη προβάλλονταν στις κινηματογραφικές αίθουσες για 14 εβδομάδες. Στην Ιαπωνία δε, προβάλλονταν επί δύο ολόκληρα χρόνια. Πέρα από τη σκηνοθεσία, ο Ντίνος Δημόπουλος υπογράφει και το σενάριο, μαζί με τον Λάζαρο Μοντανάρη. Η καταπληκτική μουσική ήταν του Σταύρου Ξαρχάκου και η σκηνογραφία του Μάρκου Ζέρβα. 

Το «μπουρλότο» της Σαπφούς Νοταρά και η κορυφαία κωμωδία Αλίκης-Παπαμιχαήλ

«Εδώ μέσα γίνονται Σόδομα και Γόμορα». Ποιος άραγε δεν έχει ακούσει αυτή την ατάκα από το στόμα της Σαπφούς Νοταρά, της σπουδαίας αυτής ελληνίδας ηθοποιού με την βαριά και χαρακτηριστική βραχνάδα στη φωνή της. Πρόκειται για μια από τις πλέον γνωστές και ιστορικές ατάκες που άφησε παρακαταθήκη ο παλιός, καλός ελληνικός κινηματογράφος, η οποία ακούγεται μέχρι σήμερα και –δυστυχώς- πολύ συχνά, όταν λέγεται για να περιγράψει καταστάσεις της παράλογης σημερινής ελληνικής – και όχι μόνο – κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής πραγματικότητας. Η ατάκα αυτή «γεννήθηκε» το 1967 όταν η Νοταρά συμμετείχε στην ελληνική ταινία με τίτλο «Αχ αυτή η γυναίκα μου», της Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης Α.Ε. (διανομής Καραγιάννη-Καρατζόπουλου), στην οποία πρωταγωνιστούσε το δίδυμο Αλίκη Βουγιουκλάκη-Δημήτρης Παπαμιχαήλ. Πρόκειται για μια από τις πλέον απολαυστικές κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου, ταινία που –μεταξύ άλλων – ανέδειξε το ταλέντο που είχαν και στην κωμωδία οι δύο αυτοί ηθοποιοί-μύθοι. Μαζί τους, εκτός από τη Σαπφώ Νοταρά – πραγματικά απίθανη στο ρόλο της Ξένης -, πρωταγωνιστούσε και ο Γιάννης Μιχαλόπουλος, σε έναν ρόλο που σίγουρα ανήκει στους καλύτερους της καριέρας του. Η υπόθεση της ταινίας παρακολουθούσε την ζωή ενός νιόπαντρου ζευγαριού, του Δημήτρη (Παπαμιχαήλ) και της Νίνας (Βουγιουκλάκη). Ο Δημήτρης στη δουλειά του προσπαθεί να είναι άψογος, θέλοντας να πάρει μια ανώτερη θέση, η οποία έχει χηρέψει μετά το θάνατο του προκατόχου της. Θέλοντας να κερδίσει πόντους σε αυτή του την προσπάθεια, καλεί για φαγητό στο σπίτι του τον διευθυντή του, Χαρίλαο (Γ. Μιχαλόπουλος), ο οποίος όμως είναι «γυναικάς». Πριν όμως ο Χαρίλαος φτάσει στο σπίτι του Δημήτρη θα μαλώσει άγρια στο ταξί με τη Νίνα, με την οποία δεν γνωρίζονται. Η Νίνα διηγείται στον άντρα της το περιστατικό και μόλις φτάνει στο σπίτι τους ο διευθυντής, ανακαλύπτει ότι αυτός ήταν ο άνθρωπος του ταξί. Μέσα στη σύγχυση και τον πανικό, η Νίνα αποφασίζει να πάρει τη θέση της υπηρέτριάς τους της Ασημίνας (Μαρία Κωνσταντάρου) και η Ασημίνα να παρουσιαστεί ως η γυναίκα του Δημήτρη. Και από εδώ ξεκινούν όλα τα μπερδέματα που προκαλούν γέλιο, σε ένα σχεδόν καταιγιστικό τέμπο. Αξέχαστη η σκηνή του «μπουρλότου» που ρίχνει η Σαπφώ Νοταρά μέσα στο γραφείο, για να μην αφήσει μόνους τους σε αυτό τον Χαρίλαο και τη Νίνα. Ή η σκηνή που ο Χαρίλαος φεύγει από σπίτι του παρακινούμενος από τον Δημήτρη, να πάει σε μια δημοπρασία, και φεύγοντας ο τελευταίος του δίνει να κρατά αντί της τσάντας του, ένα...μαδέρι οικοδομής! Ευχάριστη κωμωδία, περνάει και κυλάει σαν νερό, με ευχάριστη ροή και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ερμηνείες, ακόμα και από τον «τελευταίο» ηθοποιό. Στο «Αχ αυτή η γυναίκα μου» πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Βασίλης Μαλούχος, Γιώργος Τσαούσης, Α. Σπηλιόπουλος, Μαίρη Γραβλιώτη, Ηλίας Κουρίστης, Γιώργος Μεσσάλας, Ηλίας Λυπητεράκος, Marie France. Σκηνοθέτης της ταινίας ήταν ο Γιώργος Σκαλενάκης, η υπέροχη μουσική ανήκε στον Μίμη Πλέσσα, ενώ το σενάριο βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό έργο των Νίκου Τσιφόρου – Πολύβιου Βασιλειάδη. Η ταινία «Αχ αυτή η γυναίκα μου» έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 6 Νοεμβρίου του 1967 και στην πρώτη της προβολή πήγε εξαιρετικά καλά, κόβοντας 428.079 εισιτήρια, αριθμός που την έφερε στην 10η θέση ανάμεσα στις 99 ταινίες της σεζόν 1967-1968. 

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας