+slo-gun

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 31 (pics & vids)

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 31 (pics & vids)

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 31 (pics & vids)

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται...          

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord 

Η πόρνη του υπογείου, το γιαούρτωμα του καθηγητή και ο «Νόμος 4000»

Μπορεί κάποτε ο Γιάννης Δαλιανίδης να είχε δηλώσει σε ερώτηση δημοσιογράφου γιατί έφτιαχνε μόνο μιούζικαλ, ότι το έκανε γιατί μόνο μιούζικαλ ήξερε να δημιουργεί, ωστόσο αυτό δεν ήταν αληθές. Πιο πολύ ως δήλωση ενός σεμνού ανθρώπου θα μπορούσε κανείς να το εκλάβει αυτό, παρά ως μια δήλωση αλήθειας. Ο Δαλιανίδης μπορεί να ήξερε να φτιάχνει εξαιρετικά μιούζικαλ, αλλά και στις δραματικές ταινίες δεν πήγαινε πίσω. Δύο από αυτές, «Ο κατήφορος» και ο «Νόμος 4000», έκαναν πάταγο στην εποχή τους, όχι τόσο γιατί «έσπασαν ταμεία», όσο γιατί έθιγαν με έναν εξαιρετικά ρεαλιστικό τρόπο ήθη και τα έθιμα της ελληνικής κοινωνίας της δεκαετίας του 1960, που για τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων αποτελούσαν ταμπού. Έτσι, το 1961 μετά το θρίαμβο της ταινίας «Ο κατήφορος», ο Δαλιανίδης και ο Φίνος αποφασίζουν να γυρίσουν μια ακόμη «δύσκολη» ταινία, το «Νόμο 4000». Η ταινία αυτή κατέγραφε με τρόπο ανεπανάληπτα ρεαλιστικό την ανήσυχη νεολαία των πρώτων χρόνων του '60, καθώς και τον περίφημο Νόμο 4000 περί τεντιμποϊσμού, που εκείνη την εποχή είχε προκαλέσει αντιδράσεις. Ιστορική έμεινε η σκηνή τόσο του γιαουρτώματος του καθηγητή, όσο και της δημόσιας διαπόμπευσης του μαθητή που το έκανε, με το ξυρισμένο κεφάλι. Η Finos Film δε, εκτιμά ότι οι σκηνές αυτές «αποτελούν ντοκουμέντα εποχής». Φυσικά, μερίδιο στην επιτυχία της ταινίας είχαν και οι σπουδαίοι ηθοποιοί που πρωταγωνιστούσαν, όπως η Ζωή Λάσκαρη, στο ρόλο της μαθήτριας Λένας, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, στο ρόλο του αυστηρού πατέρα της, καθηγητή αρχαίων ελληνικών, αλλά και ο Βαγγέλης Βουλγαρίδης, στο ρόλο του Γιώργου, του ανθρώπου με τον οποίο η Λένα ήταν ερωτευμένη. Κάποια στιγμή η Λένα μαθαίνει ότι ο Γιώργος την απάτησε με μια φίλη της και τον χωρίζει. Ο Γιώργος επιμένει πως την αγαπάει και εκείνη αποφασίζει να του δοθεί για να μην την απατήσει ξανά. Η Λένα μένει έγκυος και καταφεύγει μαζί με τον Γιώργο στην πόρνη του υπογείου της πολυκατοικίας όπου μένει, για να διακόψει την εγκυμοσύνη της. Κατά την διάρκεια της επέμβασης, όμως, η Λένα κινδυνεύει να πεθάνει και η πόρνη αναλαμβάνει να ειδοποιήσει τον πατέρα της. Ανεπανάληπτη η ερμηνεία του Βασίλη Διαμαντόπουλου -ενός «ιερού τέρατος» του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου-, ειδικά στη σκηνή που ευχαριστεί την πόρνη (Κατερίνα Χέλμη), η οποία έσωσε την κόρη του. Η ταινία προσφέρει αξεπέραστες ερμηνείες, που ακόμα και σήμερα καθηλώνουν και δείχνουν με τραχύτητα τις δύσκολες καταστάσεις που βίωναν οι νέοι εκείνης της εποχής. Καταστάσεις που σήμερα δύσκολα μπορεί ένας νέος να συνειδητοποιήσει ότι υπήρχαν. Όπως π.χ. ότι απαγορεύονταν το μακρύ μαλλί στο σχολείο ή ότι οι καθηγητές είχαν λόγο και στις κοινωνικές συναναστροφές των μαθητών τους. Στον «Νόμο 4000» συμμετείχαν ακόμα οι Κώστας Βουτσάς, Ελένη Ζαφειρίου, Σπύρος Μουσούρης, Αθηνά Μιχαηλίδου, Λαυρέντης Διανέλλος, Αλίκη Ζωγράφου, Χλόη Λιάσκου, Κατερίνα Γώγου, Αλέκος Τζανετάκος, Θανάσης Παπαδόπουλος, Εύα Μπάρτον, Θάνος Σουγιούλ, κ.α. Η φωτογραφία ήταν του Νίκου Δημόπουλου και η μουσική του Μίμη Πλέσσα. Τραγουδούσε η Κατερίνα Τζοβάρα. Η ταινία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 29 Οκτωβρίου 1962 και στην πρώτη προβολή της έκοψε 118.841 εισιτήρια. 

Η μοναδικός δραματικός ρόλος της Μ. Καραγιάννη και οι φτωχογειτονιές του Πειραιά 

Μια από τις κορυφαίες ελληνικές ταινίες της δεκαετίας του 1960 θεωρείται η ταινία με τίτλο «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα», την οποία γύρισαν το 1969 ο Φίνος με τον Νίκο Φώσκολο, σε μια εποχή που ο τελευταίος έγραφε τη δική του ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο. Ήταν μια ακόμα ταινία απόλυτου ρεαλισμού, σχεδόν «αποκρουστικού» θα μπορούσε να πει κανείς, γυρισμένη εξ’ ολοκλήρου στις γειτονιές του Πειραιά και ειδικότερα στη Δραπετσώνα και στο Ικόνιο. Φτώχια, γρίνια, τσακωμοί, τσιγάρα και ποτό, ανεργία, ανέχεια. Τι άλλες καταστάσεις θα έπρεπε άραγε να αποτυπώνει μια ταινία για να μεταδώσει στον θεατή την αίσθηση του «απόκοσμου»; Μόνο που αυτό το «απόκοσμο», στην συγκεκριμένη ταινία συνοδεύονταν παράλληλα και από μια γοητεία, μια σχεδόν μαγική αίσθηση ταύτισης με τους πρωταγωνιστές, η οποία κρατούσε τα μάτια του θεατή «καρφωμένα» στην οθόνη. Η ταινία αποτελεί σημείο-σταθμό στην καριέρα της Μάρθας Καραγιάννη, η οποία ερμήνευσε τον πρώτο και μοναδικό δραματικό ρόλο της στον κινηματογράφο, αφήνοντας μάλιστα άφωνους κριτές και κοινό, οι οποίοι την είχαν ταυτίσει με κωμικούς και ανάλαφρους ρόλους. Παρά τη μοναδική της ερμηνεία ωστόσο, η Καραγιάννη δεν έπαιξε ποτέ ξανά δραματικό ρόλο, αφήνοντας έτσι ένα σημαντικό κενό στην καριέρα της. Στο «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα» υποδύεται την τραγουδίστρια Πέρσα, ερμηνεύοντας μάλιστα το τραγούδι «Άναψε καινούργιο μου φεγγάρι» του Μίμη Πλέσσα, με τη φωνή όμως της Δ. Σταυρουλάκη. Μαζί της συμπρωταγωνιστεί ο Κώστας Καζάκος σε ένα αναπάντεχο καλλιτεχνικό δίδυμο, το οποίο όμως εξίσου «αναπάντεχα» δένει με ένα μοναδικό τρόπο. Και είναι κρίμα που οι δυο τους δεν εμφανίστηκαν ποτέ ξανά μαζί σε ανάλογου βεληνεκούς ταινία. Το «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα» παρακολουθεί την ιστορία τριών νεαρών κοριτσιών, οι οποίες είναι αδελφές και διατηρούν με την μητέρα τους μια μικρή ταβέρνα στο λιμάνι. Η Πέρσα, η πιο δυναμική, έχει σχέσεις με τον σεσημασμένο Ζάχο, τον οποίο υποδύεται ο Κώστας Καζάκος. Η Τασία από την άλλη, περιμένει στο λιμάνι εδώ και χρόνια, την επιστροφή του αγαπημένου της. Τέλος, η Χαρά, ένα αγοροκόριτσο, διστάζει να φανερώσει τα αισθήματά της για τον Αλέκο, ο οποίος τη βλέπει σαν μια καλή παιδική φίλη. Ανάμεσα σε όλους αυτούς, καταλυτικά κινείται ένας άνθρωπος του νόμου, ο Ορφέας, που για χάρη του έρωτα, θα περάσει στο απέναντι στρατόπεδο. Εξαιρετικό το σενάριο του Φώσκολου, αλλά μοναδική και η σκηνοθεσία του. Στην ταινία πρωταγωνιστούν ακόμη οι Μάρθα Βούρτση, Άγγελος Αντωνόπουλος, Νόρα Βαλσάμη, Νίκος Γαλανός, Ελένη Κριτή, Σπύρος Καλογήρου, Σωτήρης Μουστάκας, Χρήστος Δοξαράς, Θεόδωρος Ντόβας, Μαρία Φωκά, Χρήστος Δαχτυλίδης, Νίκος Κικίλιας, Νάσος Κεδράκας, Χρήστος Στύπας, Τζένη Ζαχαροπούλου, Νίκη Μακρή, Άρης Τσιούνης, Χρήστος Καλαβρούζος. Η μουσική ήταν του Μίμη Πλέσσα, ενώ τραγουδούν ακόμη ο Μιχάλης Βιολάρης και ο Γιώργος Χατζηαντωνίου. Η ταινία στην πρώτη της προβολή, στις 3 Φεβρουαρίου 1969 έκοψε 241.668 εισιτήρια. Το «Πεθαίνω κάθε ξημέρωμα» αποτελεί άλλη μια ελληνική ταινία που η ιδιωτική τηλεόραση δείχνει να την αγνοεί χρόνια τώρα. Και είναι κρίμα που οι νεότερες γενιές δεν έχουν την ευκαιρία να δουν τις ταινίες αυτές και να συνειδητοποιήσουν τα όρια της Τέχνης από τα όρια της ηλιθιότητας και της «πλαστικούρας» κάποιων σημερινών ταινιών, που σήμερα πλασάρονται ως ταινίες ποιότητος. Ταινίες που καταφέρνουν να αποσπάσουν την προσοχή του κοινού μόνο αν ασχολούνται με περιθωριακές καταστάσεις, αιμομιξίες, οικογενειακή βία, σεξ, ναρκωτικά κ.α. Και που όσο πιο βίαιες είναι, τόσο πιο ποιοτικές θεωρούνται... 

Η ραδιοφωνική εκπομπή που έγινε ταινία και ο πρωταγωνιστής Γιάννης Βογιατζής

Πόσοι από τους 50 ετών και άνω θυμούνται άραγε την ραδιοφωνική εκπομπή του Κώστα Πρετεντέρη, με τίτλο «Το ημερολόγιο ενός θυρωρού»; Μάλλον ελάχιστοι. Η εκπομπή αυτή έπαιζε για αρκετό χρονικό διάστημα στο κρατικό ραδιόφωνο, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 έως και τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Πρωταγωνιστής της εκπομπής αυτής ήταν ο Γιάννης Βογιατζής, ο οποίος δάνειζε τη φωνή και την προσωπικότητά του στον χαζοχαρούμενο Μικέ, ο οποίος διαρκώς επαναλαμβάνει την γνωστή ατάκα «Σας χαιρέτησα; Δεν σας χαιρέτησα. Χαίρετε τι κάνετε, καλά, ευχαριστώ». Ίσως την ατάκα αυτή να την έχετε κάπου ακούσει ξανά. Σε κάθε περίπτωση, η εκπομπή αυτή αποτέλεσε την αφορμή για να γυριστεί το 1968 από τη Finos Film η ελληνική ταινία «Ο Μικές παντρεύεται», στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Γιάννης Βογιατζής – σε μια από τις ελάχιστες ταινίες όπου πρωταγωνιστούσε ως πρώτο ανδρικό όνομα -, υποδυόμενος έναν αφελή νέο, τον Μικέ. Ο τελευταίος ζει με την μητέρα του και προσπαθεί να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα δια του γάμου με κάποια ευκατάστατη νύφη. Μετά από πολλά προξενιά, του βρίσκουν μια εξίσου αφελή αλλά εύπορη κοπέλα (Νίτσα Μαρούδα) και το συνοικέσιο καταλήγει σε έρωτα. Μετά, όμως, από απαίτηση του πατέρα της νύφης, για να την παντρευτεί πρέπει πρώτα να βρει ο ίδιος δουλειά. Οι προσπάθειές του να αποκατασταθεί επαγγελματικά δεν πετυχαίνουν και αποφασίζει να «κλεφτεί» με την αγαπημένη του, δημιουργώντας προβλήματα στους γύρω του. Με την πρώτη ματιά, ίσως η ταινία να κατευθύνεται προς τα όρια του γραφικού, ωστόσο, η ερμηνεία του Βογιατζή, αλλά και των άλλων σημαντικών ηθοποιών που τον πλαισιώνουν, δεν αφήνουν αυτό να συμβεί τελικά. Ίσως βέβαια να παραμένει μια ταινία λίγο διαφορετική από αυτές που γύριζε ο Φίνος, με την έννοια ότι το ύφος ήταν λίγο πιο «σουρεάλ» από ότι συνήθως -, ωστόσο ποτέ κανείς δεν είπε ότι ο «πατριάρχης» του ελληνικού κινηματογράφου δεν δοκίμαζε και νέα πράγματα. Για τον Βογιατζή ήταν ένα μεγάλο στοίχημα η ταινία αυτή, δεδομένου ότι γνώριζε πως οι ευκαιρίες να είναι πρώτο όνομα στον Φίνο δεν θα ήταν πολλές. Ίσως μάλιστα αυτό να ήταν κάτι που δεν το επιδίωξε και ο ίδιος – ενδεχομένως και να το επιτύχαινε εάν πίεζε καταστάσεις-, αφού ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει το υποκριτικό του ταλέντο, το οποίο όμως «άνθιζε» πιο εύκολα δίπλα σε άλλα, μεγάλα ονόματα του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής εκείνης. Σε κάθε περίπτωση, ότι από όλα κι αν ισχύει, ο Γιάννης Βογιατζής αποτελεί διαχρονικά ένα σεβαστό υποκριτικό μέγεθος, μέχρι σήμερα. Μαζί με τον Βογιατζή και τη Μαρούδα – και για εκείνη ήταν η πρώτη και μοναδική ταινία που πρωταγωνιστούσε ως πρώτο γυναικείο όνομα-, στην ταινία συμμετείχαν ακόμα οι Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Μαρία Φωκά, Άννα Παϊτατζή, Περικλής Χριστοφορίδης, Χρήστος Δοξαράς, Κίμων Δημόπουλος, Χάρης Παναγιώτου, Μαίρη Μεταξά, Άγγελος Μαυρόπουλος, Θεόδωρος Ντόβας, Μαρία Τρικουράκη, Έλλη Λοϊζου, Λίζα Κουντούρη, Κόκα Στυλιανού, Αντώνης Παπαδόπουλος, Νίκος Πασχαλίδης, Γιάννης Πετράκης, Πέτρος Βούλγαρης, Χρήστος Χατζηγιάννης. Η σκηνοθεσία ήταν του Γιάννη Δαλιανίδη, ενώ το σενάριο το είχε γράψει ο ίδιος μαζί με τον Κώστα Πρετεντέρη. Η μουσική ήταν του Μίμη Πλέσσα. Παρά τις όποιες επιφυλάξεις, η ταινία πήγε πολύ καλά εισπρακτικά, αφού στην πρώτη της προβολή έκοψε 305.209 εισιτήρια, ενώ έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 30 Σεπτεμβρίου του 1968. 

«7 ημέρες ψέματα» από Σταυρίδη, Γκιωνάκη και Ρίζο

Ο ελληνικός κινηματογράφος της χρυσής εποχής άφησε παρακαταθήκη δεκάδες σπουδαίες ταινίες, αρκετές απλά καλές και τέλος, πολύ λίγες που μόνο ως αποτυχημένες θα μπορούσε κανείς να τις χαρακτηρίσει. Η ταινία «7 ημέρες ψέματα» ανήκει στη δεύτερη κατηγορία ταινιών, εκείνων που μπορείς να τις χαρακτηρίσεις καλές και που βλέπονται ευχάριστα. Π.χ. για ένα οικογενειακό απόγευμα, μια παγερή ημέρα του χειμώνα, θα ήταν ένα ευχάριστο διάλλειμα η παρακολούθησή της από όλη την οικογένεια. Μέχρι εκεί όμως. Αλλά πάλι, ποιος είπε ότι ο κινηματογράφος πρέπει να προσφέρει μόνο αριστουργήματα; Η ταινία «7 ημέρες ψέματα» γυρίστηκε το 1963 από την Tele Cine, με πρωταγωνιστές ένα εξαιρετικό κωμικό τρίο που αποτελούσαν ο Νίκος Σταυρίδης, ο Γιάννης Γκιωνάκης και ο Νίκος Ρίζος. Το σενάριο είναι φρέσκο και πρωτότυπο, αλλά η σκηνοθεσία δεν ήταν η αρμόζουσα ώστε να «χειριστεί» τους 3 αυτούς σπουδαίους ηθοποιούς και να αναδείξει το ταλέντο τους. Το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε τους συντελεστές της ταινίας, αλλά σε κάθε περίπτωση αξίζει κανείς να την δει έστω και για μια φορά. Ίσως για να συνειδητοποιήσει με τον πλέον «εκκωφαντικό» τρόπο ότι οι μεγάλοι ηθοποιοί δεν αρκούν για να δημιουργηθεί μια σπουδαία ταινία. Αυτό έχει αποδειχθεί εκατοντάδες φορές όχι μόνο στον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά στον παγκόσμιο. Αν εστιάσουμε στους τρεις πρωταγωνιστές της ταινίας αυτής, η συνολική πορεία τους, κυρίως τα τελευταία χρόνια της καριέρας τους, δεν ήταν πάντα «στολισμένη» με επιτυχημένες ταινίες. Κάποιες από τις μετέπειτα επιλογές τους δεν ήταν οι καλύτερες. Ποια είναι όμως η υπόθεση της ταινίας «7 ημέρες ψέματα»; Ένας φωτογράφος, ο Λουκάς, κι ο βοηθός του, ο Σωτήρης, αντιμετωπίζουν νυχθημερόν, απ’ τη μια την γκρίνια της αρραβωνιαστικιάς του πρώτου, που θέλει να παντρευτούν επιτέλους, κι απ’ την άλλη το κυνήγι της σπιτονοικοκυράς τους, η οποία ζητά τα ενοίκια που της χρωστάνε. Κάποια στιγμή εργάζονται σαν πλασιέ βιβλίων, μήπως και κερδίσουν κάτι. Έτσι πέφτουν πάνω σ’ έναν θεοπάλαβο ζωγράφο, τον Μισέλ, και στην εξαδέλφη του, τη Φώφη, η οποία ζητά εναγωνίως κάποιον για να παραστήσει τον άντρα της, ώστε να μη χάσει το διαμέρισμα που της δώρισε η θεία της για το γάμο. Ο Λουκάς δέχεται να παίξει το ρόλο του ψευτοσυζύγου κι ο Μισέλ προσλαμβάνει τον Σωτήρη ως μοντέλο. Τα μπερδέματα πολλά, οι κωμικές καταστάσεις σύνθετες, δημιουργούν προσδοκίες άφθονου γέλιου, οι οποίες όμως αποδεικνύονται απλά φιλόδοξες. Κι όλα αυτά παρά το γεγονός ότι το σενάριο ανήκε σε δύο σπουδαίους σεναριογράφους και συγγραφείς, τον Νίκο Τσιφόρο και τον Πολύβιο Βασιλειάδη. Σκηνοθέτης της ήταν ο Κώστας Ανδρίτσος. Μαζί με τους Σταυρίδη, Γκιωνάκη και Ρίζο, στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Πόπη Λάζου, Άννα Παϊτατζή, Γιώργος Γαβριηλίδης και Κατερίνα Γιουλάκη.  Στα συν της ταινίας η εμφάνιση του σπουδαίου τραγουδιστικού διδύμου της εποχής, Πάνου Γαβαλά και Ρίας Κούρτη. Ο τίτλος της ταινίας «7 ημέρες ψέματα» δεν ήταν και ο οριστικός, αφού λίγο καιρό αργότερα, η ταινία μετονομάζεται σε «Τρεις τρελοί …τρελοί ερωτιάρηδες». 

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας