ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE
Ωρα να αποδείξουν οι ποδοσφαιριστές στον Φαν’τ Σχιπ ότι κάνει καλά που τους εμπιστεύεται

Ωρα να αποδείξουν οι ποδοσφαιριστές στον Φαν’τ Σχιπ ότι κάνει καλά που τους εμπιστεύεται

Τζον Φαν'τ Σχιπ

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για την συνέπεια του Ολλανδού προπονητή στην ανανέωση και για το αίσθημα ασφάλειας και δικαιοσύνης που επιστρέφει στα αποδυτήρια της Εθνικής κατά την εκκίνηση της προσπάθειάς της στο Nations League.

Επειδή είμαστε Ελλάδα, και έχουμε για τα καλά επιστρέψει, σε νοοτροπία, εκεί που βρισκόμασταν πριν από το 2004 σε σχέση με την Εθνική Ομάδα, όλα όσα αφορούν την επικαιρότητά της περνούν «κάτω από το ραντάρ» και μοιάζει να απασχολούν μια ισχνή μειονότητα των μελών της κοινωνίας των ποδοσφαιρόφιλων. Με άλλα λόγια, τα δημοσιεύματα που αφορούν την Εθνική Ομάδα απασχολούν πολύ λιγότερους συγκριτικά με αυτούς που ασχολούνται με τον τσαμπουκά για την διεξαγωγή του τελικού Κυπέλλου ή τη σύνθεση της νέας ΚΕΔ. Ακόμη χειρότερα, σχετικά με την Εθνική ο «πολύς κόσμος» ασχολείται πολύ περισσότερο με το χρώμα της κούκλας κατά την παρουσίαση των εμφανίσεων και πολύ λιγότερο με την ουσία, δηλαδή με την προοπτική μιας ομάδας που προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί και να διεκδικήσει μια θέση στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Όλα αυτά έχουν ως συνέπεια να μένει μακριά από το φως και να μη μπαίνει πολύ στο μικροσκόπιο η δουλειά που κάνουν ο Τζον Φαν’τ Σχιπ με τον Αρον Βίντερ καιι τον Μιχάλη Βαλκάνη στην Εθνική ομάδα. Ετσι περνά «στα ψιλά» και η επιχείρηση ανανέωσης της Εθνικής Ομάδας, η οποία έχει μπει στην επόμενη φάση: σε αυτή της παγιοποίησης των αλλαγών. Η Εθνική ξεκινά την προσπάθειά της στο Nations League χωρίς τον Σωκράτη Παπασταθόπουλο και τον Κώστα Μανωλά, και με τον προπονητή να επαναλαμβάνει, τόσο με τον δημόσιο όσο και με τον λόγο εντός αποδυτηρίων, προς τους ποδοσφαιριστές το μήνυμα περί της «συμβατότητας», που αποτελεί κυρίαρχο κριτήριο για την πρόσκληση στην Εθνική Ομάδα.

Μας έχει γίνει πλέον απολύτως σαφές ότι ο Ολλανδός προπονητής ψάχνει να βάζει στα αποδυτήρια ποδοσφαιριστές που βάζουν το «εγώ» κάτω από το ομαδικό συμφέρον. Στο κομμάτι αυτό συμπεριφέρεται σαν να είναι πολύ καλά διαβασμένος και να έχει διδαχθεί από την μελέτη της ιστορίας της Εθνικής Ομάδας της τελευταίας 20ετίας. Σαν να ξέρει πώς ήταν τα αποδυτήρια που έφεραν τις επιτυχίες και πώς ήταν τα αποδυτήρια στον καιρό των αποτυχιών.

Το μεσημέρι έβαλα μια ερώτηση στα social media. Ρώτησα «ποιος είναι σήμερα ο καλύτερος Ελληνας ποδοσφαιριστής». Ο Κώστας Τσιμίκας ήταν η πιο συνηθισμένη απάντηση (45%), με δεύτερο τον Κώστα Φορτούνη (17%). Δεδομένου ότι στην προηγούμενη φορά της Εθνικής Ομάδας και οι δύο απουσίαζαν (στα ματς του Οκτωβρίου και του Νοεμβρίου) από το βασικό σχήμα, είναι εύκολο κανείς να αντιληφθεί ότι η σημερινή, η νέα Εθνική που χτίζει ο Φαν’τ Σχιπ δεν είναι μια ομάδα που έχει «μεγάλα» ονόματα, δηλαδή ονόματα με μεγάλα ερείσματα και μεγάλο «εγώ», και σίγουρα δεν έχει την ιδιοσυγκρασία ομάδας που εξαρτάται από τα μεγάλα ονόματά της. Ο χρόνος θα δείξει αν αυτό θα της κοστίσει, δηλαδή αν σε στιγμές δοκιμασίας αποδειχθεί καθοριστική η έλλειψη ηγετικών χαρακτήρων. Δεν χρειάζεται όμως κανείς να περιμένει για μια πρώτη διαπίστωση, αυτή που κάναμε τον περασμένο Νοέμβριο: η Εθνική μπορεί να μην έχει μεγάλα ονόματα, αλλά έχει κάνει τα πρώτα βήματα για να χτίσει συλλογική κουλτούρα, συλλογική συνείδηση. Οι ποδοσφαιριστές συμπεριφέρονται σαν μέλη ομάδας και όχι σαν μια λίστα από celebrities.

Με τις κλήσεις που έκανε, ο προπονητής έστειλε ένα πολύ καθαρό μήνυμα προς τους ποδοσφαιριστές που καλεί: τους έδειξε εμπιστοσύνη. Τους δημιούργησε, ή συντήρησε το αίσθημα ασφάλειας και δικαιοσύνης, διότι τους εμπιστεύθηκε δίχως να «τσιμπάει» στην όποια πίεση μπορεί να δέχθηκε από το ελληνικό περιβάλλον προκειμένου να καλέσει άλλους ποδοσφαιριστές, και συγχρόνως τους έστειλε το μήνυμα ότι ανταμείβει όσους του έδειξαν διάθεση να ακολουθήσουν το πλάνο του και να τα δώσουν όλα στην Εθνική Ομάδα. Τώρα είναι η στιγμή για να απαντήσουν, στα δύο παιχνίδια στη Σλοβενία και τo Κόσοβο, οι ποδοσφαιριστές, για να δείξουν με την συμπεριφορά, τη νοοτροπία και τελικά την απόδοσή τους στον προπονητή αν κάνει καλά που τους εμπιστεύεται και τους ανταμείβει. Η ασφάλεια και η δικαιοσύνη είναι θεμελιώδεις αξίες στα αποδυτήρια, είναι περίπου μια ικανή και αναγκαία συνθήκη για την επιτυχία μιας ομάδας. Και είναι βασικά συστατικά της συνταγής της χρυσής 14ετίας της Εθνικής. Τα δύο πρώτα ματς στο Nations League θα μας δώσουν ένα καλό δείγμα για τη νοοτροπία της Εθνικής. Δηλαδή θα μας βοηθήσουν να αντιληφθούμε αν η ομάδα έχει μπει, ως οργανισμός, στην φάση της παγιοποίησης μετά το αρχικό στάδιο των αλλαγών, και αν όλα αυτά που συμβαίνουν θα συντηρήσουν την δυναμική που εμφάνισε στα τελευταία της παιχνίδια.

Ο Τζον Φαν’τ Σιπ είναι ακόμη στην αρχή, κι ας έχει περάσει ένας χρόνος και κάτι από την πρόσληψή του. Του έλαχε ο κορονοϊός, που τον ανάγκασε να ζήσει απομονωμένος από την ομάδα του για περίπου 10 μήνες. Και είναι δεδομένο ότι αυτό που έχει ζήσει ο πλανήτης στην διάρκεια των τελευταίων περίπου 6 μηνών αποτελεί τεράστια και πρωτοφανή ιστορικά πρόκληση για έναν ομοσπονδιακό προπονητή: πάει να παίξει επίσημο παιχνίδι σε μια εποχή που πολλοί ποδοσφαιριστές του δεν έχουν παίξει σε επίσημο παιχνίδι στη διάρκεια των τελευταίων μηνών. Οσα μας έδειξε τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο η ομάδα που δημιουργεί ο Ολλανδός προπονητής ήταν τα πιο ενδιαφέροντα σημάδια που έχουμε δει από την Εθνική στη διάρκεια της τελευταίας 6ετίας. Αν όμως δεν δοθεί άμεσα συνέχεια σε αυτά, θα γυρίσουμε εύκολα πίσω, διότι αυτοί είμαστε.

Σταυρώνω τα δάχτυλα με την ευχή οι ποδοσφαιριστές της Εθνικής Ομάδας να έχουν πλήρη συνείδηση του συμφέροντός τους, δηλαδή να έχουν κατανοήσει ότι η απόδοσή τους είναι αυτή που θα προστατεύσει το σημερινό υγιές καθεστώς στην Εθνική ή θα το καταστρέψει. Αν το έχουν συνειδητοποιήσει, η Εθνική του Φαν’τ Σιπ θα βρει τον δρόμο της. Κι ο δρόμος της δεν είναι άλλος από αυτόν που οδηγεί στην πρώτη θέση του ομίλου της στο Nation League. Διότι ναι, η Εθνική δεν μπορεί να ζει με τις αυταπάτες του χθες και να νομίζει ότι είναι «άδικο» που βρίσκεται στην 3η κατηγορία του Nation League – για κάποιο λόγο κατάντησε εκεί. Αλλά πρέπει να είναι απαιτητική από τον εαυτό της αν θέλει να επιστρέψει σε τελική φάση διοργάνωσης μετά από τόσα χρόνια (2014).